Και η ελληνική κακοδαιμονία

Του Θεόδωρου Σταματόπουλου* από την huffingtonpost.gr

Οι λέξεις έχουν νόημα, δηλ. ουσία και σκοπό. Δεν επιτρέπεται να τις χρησιμοποιούμε κατά το δοκούν ή καταχρηστικά. Ενδεικτικά αυτό γίνεται συστηματικά με την σύγχυση που υπάρχει με την οικονομική μεγέθυνση έναντι της ανάπτυξης, κι όχι μόνο στα ΜΜΕ. Επιβάλλεται να είμαστε ακριβείς, διαφορετικά αυθαιρετούμε.

Πρέπει να τονίσουμε, έστω σύντομα και παρενθετικά, ότι είναι ανίερη πράξη εμείς της Ελληνικής γλώσσας «κληρονόμοι», της μόνης διεθνώς «εννοιολογικής», να πιθηκίζουμε «άναρθρες αγγλικούρες»… όταν κάθε λέξι μας έχει συγκε-κριμένο (που έχει ήδη κριθεί) νόημα.

Ο πλούτος του λεξιλογίου (λεξίτυποι) της Ελληνικής γλώσσας, είναι τουλάχιστον δέκα (10) φορές μεγαλύτερος, πχ. από τις δυτικοευρωπαϊκές (Τζιροπούλου-Ευσταθίου Α., 2006).

Η μεγάλη ακρίβεια του λόγου και πολλά άλλα χαρακτηριστικά της (ενδεικτικά εδώ), καλλιεργούν την πνευματικότητα, κι οπωσδήποτε την κριτική ικανότητα, αυτών που την γνωρίζουν επαρκώς.

Οι της Ελληνικής γλωσσομαθείς διαθέτουν σημαντικό πλεονέκτημα στην δια βίου προσπάθεια για «κατά κεφαλήν καλλιέργεια» η οποία χαρακτηρίζει τους «πολίτες».

Δυστυχώς όμως, η α-γλωσσία των νεο-Ελλήνων, πιστοποιήθηκε πρόσφατα από την ανεξάρτητη αρχή διασφάλισης της ποιότητας στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση (ΑΔΙΠΠΔΕ, 2019), η οποία κατέγραψε ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος «λειτουργικού αναλφαβητισμού» των μαθητών μας από την εκπαίδευση που τους παρέχουμε!

Με απλά λόγια, αυτό σημαίνει ότι οι γνώσεις «γλώσσας κι αριθμητικής» του σχολείου μας, δεν είναι επαρκείς ώστε τα παιδιά μας να συμμετέχουν αργότερα ως πολίτες στην κοινωνία.

Δεν γνωρίζουμε ουσιαστική αντίδραση από το καθ΄ ύλην αρμόδιο Υπουργείο Παιδείας!

Λογικά λοιπόν, η α-γλωσσία μας είναι νομίζω συνέπεια της μεταπολιτευτικής «δήθεν εκσυγχρονιστικής» εκπαιδευτικής πολιτικής (από το νηπιαγωγείο ως το πανεπιστήμιο) του «συνεπούς αφελληνισμού» μας.

Το θέμα απαιτεί «ουσιαστική μεταρρύθμιση» του εκπαιδευτικού μας συστήματος, κι όχι αλλαγές για τις «εντυπώσεις».

Απαιτείται να ξαναχτίσουμε σχολειό πάνω στην γλώσσα, την ιστορία και την τέχνη μας, σχέσεις κοινωνίας, χαρά για την γνώση κά, κάτι που δεν φαίνεται να ενδιαφέρει τους κυβερνώντες.

Έτσι, περιορίζεται αφύσικα η διανοητική και ψυχική ικανότητα των νέων μας, επειδή δεν υποψιάζονται τί δυνατότητες απεμπολούν όταν αγνοούν πχ. ότι «Ελληνική Γλώσσα = τρόπος σκέψης = σχέση = έρωτας» (Μαυρίκος Γ., 2020), και όχι απλώς «εργαλείο επικοινωνίας». 

Επανερχόμενος στο θέμα μου θα αναφερθώ στο σημερινό άρθρο στην διάκριση των οικονομικών όρων «μεγέθυνση» (growth) και «ανάπτυξη» (development). Η αιτία προαναφέρθηκε.

Η αφορμή ελήφθη από την δημόσια συζήτηση για τον νέο νόμο για τα ΑΕΙ, όπου λέγεται βάσιμα ότι η άρτια οργάνωση και λειτουργία τους είναι προϋπόθεση της οικονομικής αναπτύξεως.

Εισαγωγικά πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι αν και η οικονομική επιστήμη είναι οντολογική εντός των κοινωνικών, η ανάλυσή της γίνεται κατ’ εξοχήν στο πεδίο της εμπειρίας και συνεπώς των γεγονότων-φαινομένων, αποκλείοντας κάθε προβληματισμό για την φύση και την ουσία της ύπαρξης και συνύπαρξης (οντολογία) του «οικονομικού ανθρώπου».

Κατά την επικρατούσα άποψη, λοιπόν, στην οικονομική θεωρία η «μεγέθυνση» ορίζεται ποσοτικά ως η διεύρυνση του «κατά κεφαλήν πραγματικού εγχώριου προϊόντος ή εισοδήματος» (= αποπληθωρισμένο ΑΕΠ/πληθυσμός της χώρας ή «μέση παραγωγικότητα της εργασίας»).

Αυτός ο ορισμός αποτελεί (ατελή) βάση μέτρησης του βιοτικού επιπέδου των πολιτών μιας χώρας.

Αντίθετα, η έννοια της «ανάπτυξης», επιπλέον της μεγέθυνσης, προϋποθέτει χαρακτηριστικά ποιότητας, όπως την βελτίωση:

 α) της «κοινωνικής συνοχής», πρωτίστως μέσω της συμμετοχής των πολιτών στην λήψη των πολιτικών αποφάσεων, αλλά και της βελτίωσης τόσο της ποιότητας της πληροφόρησης (κρίσιμος ρόλος της δημοσιογραφίας, ΜΜΕ), όσο και της κατανομής του εισοδήματος & του πλούτου όλων των πολιτών (μείωση της ανισότητας των εισοδημάτων),

β) της πρόσβασης και χρήσης «κοινωνικών αγαθών», όπως η ασφάλεια, η υγεία, η εκπαίδευση, το φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον ή παράδοση, η κοινωνική ασφάλιση κά, τα οποία δεν είναι μόνο αποτέλεσμα αύξησης του εισοδήματος & του πλούτου, και

γ) της δημιουργικότητας και παραγωγικότητας των πολιτών, ατομικά και συλλογικά.

Διεπιστημονικά θα μπορούσαμε να πούμε, χωρίς απώλεια της ακρίβειας, ότι η οικονομική ανάπτυξη επιπλέον της μεγέθυνσης, προϋποθέτει πολιτική, κοινωνική και ατομική ελευθερία.

Επομένως, δεν υπάρχει δυνατότητα «οικονομικής ανάπτυξης» χωρίς Δημοκρατία, η οποία είναι το μόνο πολίτευμα που προσφέρει τις υπόψη ελευθερίες. 

Ας σημειωθεί ότι σήμερα με τις τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνιών (ΤΠΕ) υπάρχουν οι δυνατότητες για πολιτική ελευθερία, δηλ. άμεση συμμετοχή των πολιτών στην λήψη των πολιτικών αποφάσεων που αφορούν στην μία και μοναδική ζωή τους, επομένως μπορεί να γίνει εφικτή η Δημοκρατία (Μπήτρος και Καραγιάννης, 2011).

Πρέπει να είναι σαφές ότι η «ανάπτυξη» έχει τελικά ανάγκη και τις άλλες κοινωνικές επιστήμες όπως οι δεοντολογικές Πολιτική και Νομική, ειδικά αφού το «δημόσιο συμφέρον» δεν ορίζεται οικονομικά.

Ας σημειωθεί ότι στο πεδίο των ιδεών, δηλ. φιλοσοφικά, είναι μάλλον αμφισβητήσιμο, ότι πρέπει να επιδιώκουμε διαρκώς την οικονομική μεγέθυνση.

Η λεγόμενη τελεολογία της «ανάπτυξης» (αν και εννοούν οικονομικής μεγέθυνσης), είναι χωρίς νόημα για την κοσμοαντίληψη όπου οι ανάγκες των ανθρώπων, αφενός δεν είναι άπειρες, κι αφετέρου πρώτιστη δεν είναι ο χρηματικός πλουτισμός τους, με την έννοια της υλικής καταναλωτικής ευμάρειας.

Για παράδειγμα, στον Ελληνικό πολιτισμό πρώτη ανάγκη ήταν η αναφερόμενη στην Ηρακλείτεια ρήση, ταύτιση του «Κοινωνείν με το Αληθεύειν».

Εντούτοις, στο πεδίο της εμπειρίας, εν προκειμένω της οικονομικής επιστήμης, το υποκείμενο της ανάλυσης είναι το «οικονομούν άτομο», το οποίο παγκοσμίως έχει τα χαρακτηριστικά του ιδιοτελούς ανθρώπου, με σαφείς προτιμήσεις και ορθολογικού στις προβλέψεις του.

Στην βάση αυτή η οικονομική θεωρία ξεκινά από την απάντηση στο «θεμελιώδες οικονομικό πρόβλημα», των άπειρων ανθρώπινων αναγκών και των σπάνιων πόρων αποδεικνύοντας ότι η μακροχρόνια οικονομική μεγέθυνση προσδιορίζεται από την παραγωγικότητα (της εργασίας).

Αυτή εξαρτάται θετικά από α) το φυσικό κεφάλαιο (κατοικίες, υποδομές, εξοπλισμός επιχειρήσεων, άϋλα περιουσιακά στοιχεία, μεταφορικά μέσα), β) το ανθρώπινο κεφάλαιο (αποτέλεσμα της εκπαίδευσης και κατάρτισης, δηλ. οι γνώσεις που ενσωματώνονται στο εργατικό δυναμικό), και γ) την τεχνολογική πρόοδο ή απλώς τεχνολογία (βελτίωση στα τεχνικά μέσα παραγωγής αγαθών-υπηρεσιών).

Η συνολική παραγωγικότητα των συντελεστών, η οποία συνήθως ερμηνεύεται ως το αποτέλεσμα της τεχνολογικής προόδου πρωτεύει σήμερα στην ερμηνεία και πρόβλεψη της οικονομικής μεγέθυνσης (κατά κεφαλήν πραγματικό ΑΕΠ, ή παραγωγικότητα).

Η τεχνολογία με την σειρά της προκύπτει από την «έρευνα και ανάπτυξη» (Ε&Α, παραγωγή ιδεών για δημιουργία νέων τεχνολογιών) που παράγεται είτε από τα πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα είτε από τις ομώνυμες διευθύνσεις των μεγάλων εταιρειών.

Οι «θεσμοί και τα κίνητρα» που δημιουργούν οι κυβερνήσεις ως υποδομή για να προωθήσουν την Ε&Α προσδιορίζουν το επίπεδο της τεχνολογικής προόδου στην εγχώρια οικονομία, κατά την σύγχρονη θεωρία της «ενδογενούς μεγέθυνσης». 

Μόνο από τις παραπάνω, αναγκαστικά στοιχειώδεις αναφορές, αβίαστα προκύπτει γιατί η Ελλάδα φιγουράρει στις πρώτες θέσεις παγκοσμίως (μετά την Ιαπωνία, Ιρλανδία κι Ισπανία) στην αύξηση του συσσωρευμένου κεφαλαίου ανά εργαζόμενο, αλλά και, πραγματικού ΑΕΠ ανά εργαζόμενο (AMECO, 2015/1960).

Είναι γιατί οι αυτές δαπάνες/εργαζόμενο λίγο αφορούν στον εξοπλισμό των επιχειρήσεων ώστε να βελτιώνεται η ανταγωνιστικότητα των διεθνώς εμπορεύσιμων προϊόντων μας.

Στον κατασκευαστικό κλάδο και στην διαπλοκή συμφερόντων δημοσίου-ιδιωτικού τομέα στην χώρα μας (χρόνιος «θεσμός») βρίσκεται η απάντηση που γνωρίζουν όσοι, χωρίς να χρειάζεται να είναι οικονομολόγοι, ζουν στην κοινωνία ή στην αγορά.

Δεν υπολογίζουμε εδώ όπως θα έπρεπε, αν θεωρούσαμε Τιμή ότι φέρουμε το όνομα των κάποτε Ελλήνων, την αρχιτεκτονική ή το «ωραίο» της παράδοσής μας και μετά την οικολογική καταστροφή που αυτές οι «κατασκευές» επέφεραν στην ποιότητα του βίου του λαού μας, παρά το γεγονός ότι κάποιοι πλούτισαν.

Τέλος, είναι γεγονός ιστορικά τεκμηριωμένο ότι είμαστε από τις λίγες χώρες στον κόσμο με τόσο υψηλή δαπάνη για εκπαίδευση/εργαζόμενο, αν συνυπολογίσουμε όπως απαιτείται και την τεράστια «παρα-παιδεία» σε όλες τις βαθμίδες του εκπαιδευτικού μας συστήματος (αδιανόητο αλλά αληθινό: ακόμα και στο πανεπιστήμιο, … φροντιστήρια…).

Εντούτοις, δεδομένου του παρασιτικού υποδείγματος παραγωγής του ιδιωτικού μας τομέα και της ανεπαρκούς και ένοχης διακυβέρνησης του κράτους, το διαθέσιμο ανθρώπινο κεφάλαιο μας είτε διαφεύγει στο εξωτερικό αφήνοντας μόνο κόστος πίσω του κυρίως δημογραφικό, είτε υποαπασχολείται και τελικώς απαξιώνεται.

Μόνο ελάχιστοι νέοι επιστήμονες προκόβουν σε επιχειρήσεις με πραγματικά ευφυείς διοικήσεις που ξεπερνούν επιδέξια την «κακοδαιμονία» μας.

Για ένα έθνος σαν το Ελληνικό, το οποίο ήδη βαδίζει προς το ιστορικό του τέλος (!) από την δεκαετία του ’80, συνιστά αναμφίβολα εγκληματική διοικητική ενέργεια, ο ουσιαστικός εξοστρακισμός των νέων μας και η αντικατάστασή τους (;) με οικονομικούς και όχι μόνο μετανάστες (βλ. ΕΛΣΤΑΤ «δείκτης ολικής γονιμότητας» για το 2018 ήταν 1,35 σε καθοδική πορεία από το 1950 που ήταν 2,57, ενώ το επίπεδο αντικατάστασης των γενεών για τις οικονομικά ανεπτυγμένες χώρες είναι το 2,10 το οποίο είχαμε το 1981).

Καθηγητής Οικονομικής στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής.

Θεόδωρος Σταματόπουλος

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek