Του Μανώλη Εγγλέζου Δεληγιαννάκη

Δεν θα μπούμε στη συζήτηση για το αν ο τουρισμός είναι η βαριά βιομηχανία της Ελλάδας. Αυτό που είναι σίγουρο, είναι πως μαζί με τη ναυτιλία είναι οι δυο μεγάλοι πυλώνες της οικονομίας μας, με τον πρωτογενή τομέα να περιορίζεται σε ένα 5% περίπου του ΑΕΠ και το δευτερογενή να βρίσκεται γύρω στο 16%.
Η πανδημία κατέδειξε τα όρια μιας οικονομίας που έχει ατροφική παραγωγή και βασίζεται στις υπηρεσίες, με ναυαρχίδα εδώ τον τουρισμό. Η κατανάλωση καλύπτεται από εισαγωγές, οπότε η κατάρρευση μιας κύριας πηγής εσόδων, όπως ο τουρισμός, μας υποχρεώνει σε κάποιες σκέψεις για το μέλλον.
Ένα ζήτημα είναι πού στηρίζεται ο τουρισμός μας. Αν στοχεύει στο να προσφέρει απλά ένα περιβάλλον ήλιου και θάλασσας σε κάποιους που θέλουν να ξεσκάσουν, χαμηλώνει τις προδιαγραφές του. Θα προσφέρει σκουπίδια για φαγητό, μπόμπες για ποτό, ώστε να μπορεί να προσελκύσει τουρίστες αλλά όχι περιηγητές που θα επισκέπτονται έναν τόπο με κριτήριο το ενδιαφέρον τους γι’ αυτόν. Και για να το κάμει, θα στραφεί σε προμηθευτές παντού όπου θα βρει φτηνότερα. Το παγκοσμιοποιημένο οικονομικό σύστημα το επιτρέπει. Επομένως, ο τουριστικός πελάτης δε θα δοκιμάσει στο φαγητό την παραγωγή του τόπου που επισκέπτεται, αλλά κάποιου φτηνότερου. Θα χρησιμοποιήσει έπιπλα και εξοπλισμό εισαγωγής, που προμηθεύτηκε φτηνά ο επιχειρηματίας από την παγκόσμια αγορά. Και η αίσθηση που θα αποκομίσει από την Ελλάδα είναι ότι πρόκειται για ένα ειδυλλιακό σκηνικό εκτόνωσης.


Όμως έτσι χάνεται η μοναδικότητά του τόπου, γιατί ο τόπος είναι οι άνθρωποί του, η ιστορία του. Και, για να μπούμε στη λογική του επιχειρηματία, το σκηνικό μπορεί να το βρει κάποιος φτηνότερα. Πρέπει λοιπόν να εστιάσει αλλού ο τουρισμός μας για να συνεχίσει να υπάρχει και να προσφέρει στους απασχολούμενου σ’ αυτόν και στην εθνική οικονομία.
Κι εδώ, όπως και σε μια σειρά από θέματα, το κλειδί είναι η ταυτότητα. Το όμορφο τοπίο δεν έρχεται μόνο του. Είναι πρώτ’ απ’ όλα οι άνθρωποί του. Που διαμορφώθηκαν από τον τόπο στο διάβα των αιώνων, και τον διαμόρφωσαν σε μικρότερο βαθμό. Που προσάρμοσαν την αρχιτεκτονική τους στα υλικά που είναι διαθέσιμα και στο κλίμα. Που τρέφονται με αυτά που παράγει και υποστηρίζει η γη. Που πάλεψαν για να ζουν εδώ, που διαμόρφωσαν συνήθειες, μουσική και χορούς, που δημιούργησαν ένα σύστημα αξιών το οποίο καθορίζει τον τόπο. Άρα αυτός δεν είναι κάτι ουδέτερο, αλλά μια ταυτότητα συγκεκριμένη.


Την ταυτότητα αυτή θα πρέπει να μπορεί να τη βρει ο επισκέπτης σε κάθε του βήμα. Να γνωρίσει την ιστορία, τα έθιμα, τα προϊόντα, την κουλτούρα, τη μαγειρική… Κι εδώ έρχεται η οικονομία να συναντηθεί με τον τουρισμό. Γιατί ο επισκέπτης που θα ζητήσει να γνωρίσει τη χώρα, το λαό της, θα δοκιμάσει τις συνταγές της, θα αγοράσει χαρακτηριστικά προϊόντα, θα πάει στα γλέντια, θα δει τα μνημεία και θ’ αναρωτηθεί για την ιστορία τους, παλιά και νεότερη. Κι αυτό προϋποθέτει να υπάρχει τοπική παραγωγή.
Βέβαια, όταν οι ελίτ που διαχειρίζονται τις τύχες της χώρας περιφρονούν την ταυτότητά της, όταν δεν είναι σε θέση να χορέψουν ένα χορό της και ακούν τα πολιτισμικά υποπροϊόντα της δυτικής μουσικής, όταν οι ίδιοι ενθαρρύνουν τις εισαγωγές και αφήνουν τον πρωτογενή τομέα και τη μεταποίηση να σβήνουν, δεν είναι σε θέση να αντιληφθούν αυτό το βασικό ζήτημα. Κι αφού αυτοί δε θα διαμορφώσουν μια τέτοια πολιτική στην οικονομία γενικά και στον τουρισμό ειδικότερα, πρέπει αυτή να τη διαμορφώσει ο λαός, υποκαθιστώντας τους στη διαμόρφωση στρατηγικής.
Στο μεταξύ, η τελευταία τάση του τουρισμού σα βιομηχανία, είναι να τονίζει την «εμπειρία», δηλαδή τα ταυτοτικά χαρακτηριστικά του τουρισμού. Για παράδειγμα, το Airbnb, έχει πλέον ιδιαίτερη κατηγορία, πέραν των καταλυμάτων, που τιτλοφορείται «Εμπειρίες», η οποία στοχεύει ακριβώς στο να προσφέρει στον επισκέπτη μια γεύση από την ιδιαιτερότητα του τόπου προορισμού του. Εδώ λοιπόν έρχεται η ανάγκη για μιαν ενδογενή παραγωγική ανασυγκρότηση, που θα συναντήσει τις τάσεις στον τουρισμό. Η σύνδεση βέβαια του τουρισμού με την τοπική παραγωγή δε θα έπρεπε να γίνει επειδή έτσι είναι οι διεθνείς τάσεις, αλλά γιατί μια οικονομία θα πρέπει να στηρίζεται στη δική της παραγωγή και πάνω σ΄ αυτή να χτίζει κι άλλους τομείς της οικονομίας. Αλλά έστω κι έτσι, μπορεί ο τουρισμός να αποτελέσει ένα μοχλό επανεκκίνησης της παραγωγής.
Βασικό στοιχείο σε αυτή την προσπάθεια είναι η σύνδεση του πρωτογενούς τομέα με τα καταλύματα και την εστίαση στον τουρισμό. Η μοναδικότητα της χώρας θα φανεί και από το φαγητό, όπου θα προσφέρονται συνταγές με ντόπια προϊόντα, επενδύοντας στην αυθεντικότητα ως πόλο έλξης. Ήδη, η προσπάθεια για Ελληνικό Πρωινό και η αντίστοιχη με εστιατόρια που στηρίζονται σε ντόπιες πρώτες ύλες, έχει ανταπόκριση με αυξητικές τάσεις. Αλλά αυτό δεν αρκεί. Στόχος πρέπει να είναι οι μονάδες εξοπλισμένες σε όλο τους το φάσμα από εγχώριες δημιουργίες, από την επίπλωση μέχρι τον ηλιακό θερμοσίφωνα.
Ευτυχώς, η μικρομεσαία δομή του ελληνικού τουρισμού, επέτρεψε στους απασχολούμενους σε αυτόν να αντέξουν την καταστροφή της πανδημίας και να προσβλέπουν σε μιαν αντιστροφή φέτος του κλίματος. Μόνο όμως αν συνδυαστεί με τη σύνδεσή του με την υπόλοιπη οικονομική και πολιτιστική δημιουργία θα αποκτήσει βάσεις τόσο στέρεες, ώστε η κρίση στον τουρισμό να μη συνεπάγεται και κρίση στην οικονομία και την πατρίδα συνολικά.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek