Του Χρήστου Μαλεβίτση από τον νέο Ερμή τον Λόγιο τ. 14

Β. Τραγική και παραδεισιακή αίσθηση της ζωής

Στην προηγούμενη ομιλία κάναμε ανάλυση δύο ποιημάτων που ανάγονται στην τραγική αίσθηση της ζωής. Διότι εάν κατασταλάξουμε την εμπειρία μας, την εμπειρία των πολιτισμών από ό,τι συνέβη, πέρα από τα ενδιάμεσα και τα μικτά, θα καταλήξουμε σε δύο βασικές εμπειρίες του ανθρώπου, ο οποίος ζει «εν τω κόσμω τούτω». Είναι η τραγική αίσθηση της ζωής και η παραδεισιακή αίσθηση της ζωής. Δηλαδή φρίκη και γοητεία. Είναι οι δύο πόλοι μεταξύ των οποίων κινείται η ανθρώπινη συνθήκη. Καταλήγει σ’ αυτά τα δύο όρια. Στο όριο της φρίκης και στο όριο της γοητείας. Η φρίκη είναι η δραματική όψη, είναι η τραγική, και γι’ αυτήν μιλήσαμε στο προηγούμενο μάθημα. Τώρα θα αναχθούμε –πάντοτε βεβαίως με οδηγό τα δημοτικά τραγούδια, διότι αυτά πάμε να αναλύσουμε, και α υ τ ώ ν την μαρτυρία πάμε να διαλαλήσουμε–, θα δούμε πως ο δημοτικός ποιητής αποκαλύπτει την παραδεισιακή αίσθηση της ζωής.

Όταν λέμε «παραδεισιακή αίσθηση της ζωής» είναι ένας τίτλος και κρύβεται κάτω από τον τίτλο «κόσμος ολόκληρος». Επειδή δε, θα αναφερθώ στα δημοτικά τραγούδια –και τα τραγούδια του ελληνικού λαού έχουν ρίζες, οι οποίες φτάνουν ως τις αρχέγονες ψυχικές καταστάσεις των μεσογειακών λαών που είναι και ο ελληνικός, και θα τα δούμε αυτά τα πράγματα, γι’ αυτό, για να καταλάβετε πως πατάει κανείς επάνω στο δημοτικό τραγούδι–, θα σας πω ένα παράδειγμα παρμένο από την αρχαιολογία:

Ανοίγανε μια φορά έναν δρόμο για να περάσει το τραίνο, έναν σιδηρόδρομο μέσα σε μια χώρα που ήταν σχεδόν ζούγκλα, στην Πενταποταμία. Στον ποταμό τον Ινδό, με τους παραποτάμους του. Μέχρι εκεί που έφτασε και ο Μέγας Αλέξανδρος. Ένας μηχανικός παρατηρεί το υλικό που ρίχναν οι εργάτες κάτω από τις γραμμές για να το στρώσουνε, και είδε, με έκπληξη του, ότι ήτανε και κάτι κομμάτια από τούβλα, από οπτή γη, μέσα στη ζούγκλα. «Μπα, λέει, τί γυρεύει οπτή γη, τούβλο, μέσα στη ζούγκλα;». Ρωτάει τους εργάτες και οι εργάτες του λένε: «Να, το βρήκαμε εκεί πέρα». Πάνε, και πράγματι κοιτάει σε έναν ανοικτό χώρο τούβλα, μέσα στην έρημο, μέσα στον τόπο της ζούγκλας. Παραξενεύτηκε, υποπτεύτηκε, φωνάζει έναν αρχαιολόγο και αρχίζουν να σκάβουν. Σκάψανε, βρέθηκε από κάτω μια ολόκληρη πολιτεία και εν συνεχεία ένας ολόκληρος πολιτισμός, ίσως με τον Σουμεριακό, ίσως και αρχαιότερος, και είναι ο πολιτισμός του Μοχένσο Ντάρο και της Χαράπα που βρήκανε ύστερα παραπάνω. Ήταν φοβερή ανακάλυψη. Τέτοια τούβλα, τέτοια οπτή γη, σημάδια αρχαίου πολιτισμού βυθισμένου, βρίσκουμε και στα δημοτικά τραγούδια. Σ’ αυτά θα επανέλθουμε.

Αλλά θα ήθελα κι ένα άλλο παράδειγμα, ανάλογο, για να καταλάβουμε ότι τα δημοτικά τραγούδια δεν είναι μόνο η επιφάνεια, αυτό που φτάνει σ’ εμάς, άλλα κομίζουνε ορισμένα τρίμματα, αλλά μερικές φορές και ρητώς, μαρτυρίες βαθειάς ιστορικής ζωής του ελληνικού λαού, τόσο βαθειάς που πάει μέχρι την βαθειά αρχαιότητα. Όταν ο Σλήμαν πήγε να ανακαλύψει την Τροία βρέθηκε σε ένα χωράφι, σ’ έναν ανοικτό χώρο, που κανένας αρχαιολόγος, κανένας ειδικός δεν έλεγε ότι εδώ είναι η Τροία. Αυτός είχε πεισθεί. Φυσικά δεν θα διατρίψουμε στο προκείμενο. Όμως, όταν άρχισε να σκάβει, πράγματι βρήκε κτίσματα, βρήκε τοίχους, βρήκε μια πόλη Παρατηρεί όμως με έκπληξη ότι κάτω απ’ τους τοίχους ήτανε και δεύτερη πόλη. Σκάβει κι εκεί. Παρατηρεί ότι ήτανε και τρίτη πόλη. Και τέταρτη. Και πέμπτη. Και έκτη. Και έβδομη. Και όγδοη. Και ενάτη. Σε εκείνον λοιπόν το λόφο τον σκεπασμένο με τη χλόη ήταν από κάτω εννέα πόλεις, όπου η μια χώριζε την άλλη αιώνες και χιλιετίες, δηλαδή ήτανε όλη η ιστορία σωρευμένη αυτής της πόλεως, ιστορία έξι, επτά χιλιάδων ετών, εκεί. Η ομηρική πόλη ήτανε στο έκτο στρώμα. Έτσι λοιπόν και στο δημοτικό τραγούδι, άμα πάμε και το προσεγγίσουμε ερευνητικά, και με γνώση πολύπλευρη του τί σημαίνει λαϊκή ψυχή, λαϊκό τραγούδι, ιστορία, εθνολογία, μυθολογία, θα δούμε τις διάφορες διαστρώσεις, τα πολίσματα που υπάρχουν κάτω από το δημοτικό τραγούδι που έφτασε σε μας.

Επειδή αναλύοντας το τραγούδι θα αναφερθώ εντόνως στον όρο «ον» και «οντολογικό», και έχει τεράστια σημασία γι’ αυτό που θα πω, γι’ αυτό, γι’ αυτούς που τυχόν έχουν ξεχάσει αυτή τη στιγμή τί θα πει «οντολογικό» και τι θα πει «ον» και τι θα πει «οντολογική αναγωγή», σας το υπενθυμίζω. Διότι θα αναφερθώ με βαρύτητα. «Αυτό είναι ένα μολύβι». Η φράση λέει «ένα μολύβι». Οπότε ρωτάω: «Τί είναι το μολύβι;». Η επιστήμη θα μου πει, ότι «είναι ξύλο, είναι από χημική σύνθεση, έχει μηχανικές ιδιότητες κ.λπ.». Αλλά θα ρωτήσει η φιλοσοφία: «Τί είναι το είναι;». Είναι μολύβι. Η επιστήμη ρωτάει και παίρνει απάντηση για το τί είναι το μολύβι. Η φιλοσοφία δεν ενδιαφέρεται για τα καθέκαστα του μολυβιού. Ενδιαφέρεται γι’ αυτή τη λεξούλα «είναι». Ό,τι αναφέρεται λοιπόν στο «είναι», δηλαδή στο «ον», είναι η «οντολογία» και είναι το «οντολογικό». Λοιπόν, όταν κάνουμε αναγωγή στην οντολογία του δημοτικού τραγουδιού ή στην οντολογία αυτού που αποκαλύπτει, αναφερόμεθα όχι στα καθέκαστά του, αλλά στο είναι του, στην έσχατη αναγωγή, δηλαδή στο γιατί είναι, ενώ θα μπορούσε και να μην είναι. Και προχωράω παρακάτω.

Οι αναγωγές

Όταν διαβάζουμε δημοτικά τραγούδια, εκείνο που μας κάνει πρώτη έκπληξη είναι ότι ξεκινάνε με μια γενική αναγωγή. Αυτή η αναγωγή, για να σας θυμίσω, μπορεί να γίνει προς τη φύση, δηλαδή γίνεται μια σύνδεση με το όλον. Λέει:

Πως λάμπει ο ήλιος στα βουνά και το φεγγάρι βράδυ;

Έτσι έλαμπε κι η Λιάκαινα στα τούρκικα τα χέρια.

Δεν λέει «η Λιάκαινα έλαμπε στα τούρκικα τα χέρια», αλλά αρχίζει από μια αναγωγή στο γενικό. Πήγε στο γενικό και ύστερα ήρθε στο μερικό. Ή γίνεται αναγωγή στο γεγονός. Λέει:

Κοιμάται ο ήλιος στα βουνά, κοιμάτ’ ο κόσμος όλος

κοιμάται κι η αγάπη μου, σ’ ένα προσκεφαλάρι.[1]

Δεν αρχίζει «Κοιμάται η αγάπη μου σ’ ένα προσκεφαλάρι» και προχωράει παρακάτω, αλλά ξεκινάει από μια αναγωγή στο γενικό. Ή το γενικό, ως παράδοξο:

Ποιος είδε ψάρι στο βουνό και θάλασσα σπαρμένη;

Ποιός είδε κόρην εύμορφη, στα κλέφτικα ντυμένη; [2]

Πάλι από το παράδοξο, το γενικό που δημιουργεί μια γενική αίσθηση, πάει στο ειδικό.

Μια άλλη αναγωγή επίσης είναι η αναγωγή στη μάνα. Η αναγωγή στη μητρική αρχή, στη μήτρα. Λέει:

Μάνα, με τους εννιά σου γιους και με τη μια σου κόρη

ή

Μάνα, το Μέγα Σάββατο όμορφος πούναι ο κόσμος[3]

Πάλι αναφέρεται σε ένα γενικό, σε μια μήτρα του υπάρχοντος, κι ύστερα το ειδικεύει. Εδώ κάτι συμβαίνει. Δεν είναι απλές παρομοιώσεις, οι οποίες είναι εγκατεσπαρμένες πάντοτε στην ποίηση, παντού. Αλλά αρχίζει από μια τέτοια αναγωγή. Και αυτό δείχνει, πρώτον, την ιδιότητα της ελληνικής ψυχής, να θέλει το μερικό να το ξεκινήσει από το γενικό, δηλαδή να δώσει κύρος στο μερικό αναχωρώντας από τη γενική αρχή, αναχωρώντας από το όλο. Δεν βλέπει, δηλαδή, τα επί μέρους πράγματα ως τοιαύτα, αλλά τα βλέπει εγκυρωμένα κάτω από ορίζοντα καθολικό. Αρχή βαθύτατα φιλοσοφική και αρχή βαθύτατα θρησκευτική, διότι και στη θρησκεία τί λένε; «Από Θεού άρξασθε». Και ακόμα και τα Συντάγματα μέχρι τώρα αρχίζουν στο όνομα της Αγίας Τριάδος. Δηλαδή είναι ιδιότητα του ελληνικού λαού, είναι ιδιότητα ψυχική και πνευματική να θέλει να αγιάζει το μερικό από το καθολικό ή να το εγκυρώνει από το καθολικό ή να το φωτίζει από το καθολικό. Αυτό είναι μια φοβερή αποκάλυψη σε ό,τι αφορά τη δομή του δημοτικού τραγουδιού και πάει κατευθείαν στην αρχαιότητα, όπου οι μεγάλοι μας Έλληνες αρχαίοι ποιητές αρχινούσανε από τη θεά, από τη μούσα, να τραγουδήσει η μούσα τα καθέκαστα.

Αλλά, άφησα πίσω ένα ακόμα σπουδαιότερο, ένα ακόμα ριζικότερο. Υπάρχει στα δημοτικά τραγούδια μια αναγωγή στο βουνό. Προσέξτε:

Η αναγωγή στο βουνό

–Θωρείς εκείνο το βουνό πούναι ψηλό και μέγα;

Απόκει κατεβάζανε της ορφανούλας γάμο.[4]

ή άλλο:

Πέρα σ’ εκείνο το βουνό πούναι ψηλό και μέγα

Οπ’ έχει αντάρα στην κορυφή και καταχνιά στον πάτο

Δυο αδέρφια σε δυο μνήματα είναι ψηλά θαμμένα. [5]

ή άλλο:

–Το γλέπεις κείνο το βουνό το πέρα και το δώθε

Πόχ’ ανταρούλα στην κορυφή και καταχνιά στον πάτο;

Στην αποκείθε τη μεριά είναι μια κρύα βρύση

Εκεί έσκυψα να πιω νερό...5

Κύριοι, βρισκόμαστε μπροστά σε τρίμμα ενός βαθιού πολιτισμού που η κορυφή του φτάνει σ’ αυτό το βουνό του δημοτικού τραγουδιού. Ξέρετε ότι ο Θεός μιλούσε μόνο από το βουνό ονόματι Σινά. Ξέρετε ότι ο Χριστός μετεμορφώθη στο όρος Θαβώρ. Και Θαβώρ εβραϊστί θα πει «Νομπρίλ», «Αφαλός». Και ξέρετε ότι οι Δελφοί είναι σε βουνό. Και εκεί υπάρχει αφαλός. Και ξέρετε ότι το γένος μας ξεκίνησε από το βουνό Αραράτ. Και ξέρετε ότι οι ναοί της Βαβυλώνος ήτανε υπό μορφή βουνού, του Ζιγκουράτ, που ανέβαινε προς τα πάνω. Και όλοι οι ναοί της Ανατολής, μέχρι βαθιά στην Νοτιοανατολική Ασία, όπου ο ναός Μπορομπουντούρ της Ιάβας, ο εκπληκτικότερος ναός του κόσμου, δεν είναι παρά αρχιτεκτονική παράσταση αυτού που, λίγο ως πολύ, έδωσε σε ποιητικό λόγο ο Δάντης, ως κοσμικό βουνό. Διότι και η Θεία Κωμωδία είναι ένα κοσμικό βουνό. Λοιπόν, σε όλη τη Μεσόγειο, το βουνό, το κοσμικό βουνό, ήτανε θεμελιώδες και λειτούργησε ως το βάθος του όντος. Θα τα εξηγήσουμε λεπτομερώς.

Το τραγούδι που θα σας πω, το δημοτικό, μιλάει για το βουνό αυτό. Και είναι από την Κέρκυρα. Υπάρχουν μαρτυρίες ότι Φοίνικες ναύτες στην αρχαιότητα, οι οποίοι λατρεύανε τον Βαλ, σε βουνό είχανε εγκατασταθεί στην Κέρκυρα. Το βουνό είναι άγιο. Είναι η αρχή του όντος, η αρχή του κόσμου, θρησκευτικά και μυθολογικά, και γι’ αυτό όταν ο κόσμος θα καταστραφεί, θα προκύψει πάλι ως βουνό. Δηλαδή αυτό το αρχέγονο βουνό θα γίνει πραγματικότητα. Το λέει ο Ησαΐας: «Ότι έσται εν ταις εσχάταις ημέραις εμφανές το όρος Κυρίου και ο οίκος του Θεού επ’ άκρων των ορέων και υψωθήσεται υπεράνω των βουνών».[6]

Το βουνό, το ιερό βουνό, υπάρχει και στην ιρανική μυθολογία, υπάρχει σε όλη τη Μέση Ανατολή και υπάρχει και στη μυθολογία, στην μυστική σύλληψη τού κόσμου του Ισλάμ. Μάλιστα, στην ιρανική μυθολογία, που υπάρχουν βαθύτατες συγγένειες με αυτά που θα διαβάσουμε, λέγεται «καφ». Εάν δεν κάνω λάθος, μπορεί να μου το επιβεβαιώσει ο αγαπητός μου φίλος Πέρσης που με ακούει αυτή τη στιγμή και έχω την τιμή να τον έχω ακροατή μου. [7]

Λοιπόν, ύστερα από την εισαγωγή που κάναμε, πάμε στο δημοτικό τραγούδι. Το γράφει, το έχει συλλέξει το 1850, ο Αντώνιος Μανούσος. Λέει:

Τ Αγιθοδώρου το βουνό

Τ’ Αγιθοδώρου το βουνό κανείς δεν τ’ ανεβαίνει

Ούτε πουλί, ούτε αηδονί, ούτε άγριο χελιδόνι…[8]

Έτσι απάτητο είναι το ιερό βουνό σε όλες τις θρησκείες, σε όλη τη Μεσόγειο, την Ανατολική Μεσόγειο, μέχρι βαθιά στη Μέση Ανατολή. Και υπάρχει παραλλαγή από τον Πόντο, από την Τραπεζούντα –αυτό που σας διάβασα είναι από την Κέρκυρα– που λέει:

Το κυπαρίσσι το λιγνόν που στέκει στ’ Άγιον Όρος

Κι ουδέ πουλί έβγαίν’ ατό, μηδέ το χελιδόνι.[9]

Κι εδώ λέει:

Ούτε πουλί, ούτε αηδονί, ούτε άγριο χελιδόνι.

Παραλλαγή της Κέρκυρας. Κι αυτή είναι η παραλλαγή της Τραπεζούντος:

Και μια κόρη τ’ ανέβαινε πλέκοντας το γαϊτάνι.

Πλέκοντας, γορδελώνοντας και λιανοτραγουδώντας.

Εδώ, κύριοι, αρχίζουμε πια και μπαίνουμε στα υποστρώματα. Το βουνό καταρχήν είναι του Αγίου Θεοδώρου. Δηλαδή είναι άγιο. Σημειωτέον ότι ο Ησίοδος όταν ξεκινούσε την Θεογονία του, έλεγε:

Μουσάων Ελικωνιάδων αρχώμεθ’ αείδειν

αι θ’ Ελικώνος έχουσιν όρος μέγα τε ζάθεόν τε…

Δηλαδή, δώστε ν’ αρχίσουμε από τις Έλικώνιες τις μούσες το τραγούδι, που βασιλεύουνε στο μέγα και άγιο βουνό, τον Ελικώνα. Αυτό λέει το δημοτικό τραγούδι:

Τ’ Αγιθοδώρου το βουνό κανείς δεν τ’ ανεβαίνει

Και μια κόρη τ’ ανέβαινε πλέκοντας το γαϊτάνι.

Πλέκοντας, γορδελώνοντας και λιανοτραγουδώντας.

Τώρα, τί σχέση έχει η κόρη με το βουνό; Καταρχήν, έτσι όπως είναι διατυπωμένο, πλέκοντας το γαϊτάνι και τραγουδώντας, έχει χαρακτήρα μάγισσας ή χαρακτήρα θεότητας που έχει ξεπέσει σ’ αυτή την ιδιότητα, διότι ενώ το βουνό είναι άγιο, και ενώ το βουνό είναι άβατο, αυτή το ανεβαίνει. Έχει δικαίωμα. Δηλαδή είναι μορφή –στο δημοτικό τραγούδι, έφτασε μέχρι εδώ– ιερή, ιερατική. Και όταν λέμε «πλέκοντας το γαϊτάνι», αναφερόμαστε κατευθείαν στις φεγγαρικές θεότητες. Όπως φεγγαρική θεότητα ήτανε η Πηνελόπη του Οδυσσέως και η Ελένη της Σπάρτης. Αρχαιότερα, προ του Ομήρου, ήτανε φεγγαρικές θεότητες, θέαινες δηλαδή, οι οποίες κατέληξαν και έγιναν ήρωες του Ομήρου. Και η Πηνελόπη έπλεκε και ξέπλεκε, ύφαινε και ξύφαινε, που είναι ιδιότητα του Θεού του φεγγαριού, όχι μόνο στη Μεσόγειο την αρχαία, αλλά σ’ όλο τον κόσμο. Διότι με το φεγγάρι συνδέεται το θηλυκό στοιχείο. Όχι μόνο διότι το θηλυκό στοιχείο κομίζει μια σκοτεινή πλευρά της υπάρξεως, αλλά και διότι συνδέεται με τη βιολογική, το φεγγάρι, λειτουργία της γυναίκας, δεδομένου ότι η λέξη «μήνας» είναι από το «η μήνη» που θα πει «το φεγγάρι». Και προτού μετρήσουν τις ημέρες με τον κύκλο του ηλίου, τον χρόνο, τις μετράγανε με τους κύκλους του φεγγαριού. Ήτανε φεγγαρικά έτη, παλιά, δεν ήτανε ηλιακά. Έτσι, από τη μια μεριά έχουμε μια είσδυση οντολογική στο δημοτικό τραγούδι του ιερού βουνού, το οποίο είναι αυτό που λέγεται axis mundi, ο άξων του κόσμου. Και προσέξτε, σ’ αυτά που σας είπα πριν σχετικά με το βουνό, λέει: «πόχ’ ανταρούλα στην κορυφή και καταχνιά στον πάτο». Δηλαδή είναι ξεκομμένο από τη γη. Είναι το βάθος, το βάθος της υπάρξεως. Η κορυφή του έχει καταχνιά και χάνεται στον ουρανό, και οι πρόποδές του έχουν επίσης καταχνιά και χάνονται στο βάθος της γης. Συνδέει ουρανό, γη και κάτω γη. Είναι ο άξονας του κόσμου. Το λέει το δημοτικό τραγούδι. Δεν λέω τίποτε παραπάνω εγώ. Αλλά αυτή είναι η πανάρχαια παράδοση. Και τί γίνεται; Συνδέεται και με το θηλυκό στοιχείο.

Έτσι, μέσα στο τραγούδι αυτό έχουμε δυο οντολογικές αρχές, οι οποίες είναι πράγματι υπαρκτές. Είναι το θηλυκό στοιχείο και είναι το ιερό βουνό. Το μυθικό βουνό το οποίο ως βουνό έχει το βάθος του όντος, και ως μυθικό στοιχείο θηλυκό έχει το βάθος του ανθρώπινου όντος, το βάθος της ανθρώπινης ψυχής. Σας είπα για την Ελένη και για την Πηνελόπη. Επειδή τόσο σ’ αυτό το δημοτικό ποίημα, όσο και στα επόμενα συμπλέκεται το μυθικό βουνό και το μυθικό θηλυκό στοιχείο, θα σας κάνω μια υπόμνηση. Τα μεγαλύτερα έργα της ανθρωπότητας, όπως είναι η Παλαιά Διαθήκη, τα δύο Ομηρικά και η Κόλαση του Δάντη, έχουν ως πρωτενεργό στοιχείο, ως κατάληξη της οντολογίας, της ανθρώπινης δράσης, το θηλυκό στοιχείο. Βλέπετε, ότι συνεπεία της Εύας εξορίστηκε ο Αδάμ από τον Παράδεισο και βγάζει το ψωμί του με τον ιδρώτα του προσώπου του, δηλαδή κάνει ιστορία. Δηλαδή η δράση η ιστορική του ανθρώπου έχει δεσμό με το βαθύ διαταρακτικό θηλυκό στοιχείο που υπάρχει μέσα στον άντρα, μέσα στον άνθρωπο –δεν θα κάνουμε διακρίσεις περαιτέρω, διότι δεν είναι το θέμα μας- το οποίο ή λείπει και το επιδιώκει ο άντρας ή τον γοητεύει και τον καταστρέφει. Είδε ο Όμηρος ότι όλη αυτή η χλαλοή η ιστορική κάτω από τις επάλξεις του Ιλίου δεν μπορεί να γίνει παρά για ένα βαθύτερο λόγο. Αυτός ο βαθύτερος λόγος δεν είναι παρά η απώλεια του έσχατα γοητευτικού στοιχείου, που είναι το θηλυκό στοιχείο στον άνθρωπο. Και προσδιόρισε, έδωσε οντολογικό κύρος σ’ αυτό που γινότανε και είπε ότι ο αγώνας γινότανε για την ομορφιά της ωραίας Ελένης. Διότι οι άντρες είχανε χάσει, τους είχαν αρπάξει, την ωραία Ελένη. Δηλαδή, υπάρχει στη ζωή την ιστορική η κίνηση για την επίτευξη μιας έσχατης ευτυχίας, που την υπόσχεται η anima, το θηλυκό στοιχείο που εγκατοικεί οντολογικά ριζωμένο μέσα στην ψυχή του ανθρώπου.

Το ίδιο και η Οδύσσεια. Η Οδύσσεια είναι μια περιπέτεια αναμέσον γυναικών, ώσπου να φτάσει στην έσχατη γυναίκα, την Πηνελόπη που τον περιμένει. Πέρασε την Καλυψώ, πέρασε την Κίρκη, πέρασε τη γοητεία των Σειρήνων, πέρασε την Ναυσικά και έφτασε στην Πηνελόπη.

Το ίδιο γίνεται και με τον Δάντη, όπου η τελική κατάληξη, η απόληξη της οδοιπορίας, της παθητικής αυτής οδοιπορίας μέσα στο βουνό του κόσμου, ήτανε η κορύφωση στον Παράδεισο όπου τον περίμενε η Βεατρίκη.

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι τα μεγάλα πνεύματα συνδέουν την ιστορική δράση του ανθρώπου με την επιδίωξη αυτού του παραδεισιακού στοιχείου που μέσα του αγγέλλεται ως θηλυκή ευδαιμονία, ως θηλυκή σαγήνη, η οποία όμως, καθώς είναι στα έσχατα βάθη, είναι πέραν του καλού και του κακού και οδηγεί είτε στον Παράδεισο είτε στην καταστροφή.

Και μια κόρη, λοιπόν, ανέβαινε, πλέκοντας το γαϊτάνι,

πλέκοντας, γορδελώνοντας και λιανοτραγουδώντας.

Ούτε καλά τ’ ανέβηκε, ούτε στη μέση πάει.

Κι ακούει τον άνεμο που αχά και αγέρα που μαλώνει.

Το ότι το κοσμικό βουνό το αναταράσσουν αέρηδες και ακούγεται ένας βαθύς μουσικός ήχος είναι πανάρχαια πίστη, και υπάρχει και εδώ. Και λέει αυτή, ως καταγωγής θεϊκής που είναι, η κόρη, από την παράδοση:

– Πάψτε βουνά τον άνεμο και κάμποι τον αγέρα

Τι βάνω στιά (φωτιά) στη ρίζα σας και καίγω τις κορφές σας.

Και κάψω μια μελαχροινή, μιας χήρας θυγατέρα.

Oπού ’ναι δώδεκα χρονών και ήλιος δεν την είδε.

Στα σκοτεινά την χτένιζε, στ’ άφεγγα τηνε λούζει,

και στ’ άστρι, στον αυγερινό, τσή κάνει τα σγουρά της.

Αυτό το μοτίβο είναι γνωστό. Λέει, να μη βάλει φωτιά και κάψει και την κοπέλα αυτή. Αυτή την κοπέλα, τη λούζανε και τη χτενίζανε στα άφεγγα. Δηλαδή και πάλι, αφ’ ενός η κοπέλα, η anima,  η ψυχή η γοητευτική, είναι στο ιερό βουνό, και αφ’ ετέρου είναι στην πίσω πλευρά της ψυχής, τη νυκτερινή. Εκεί που λέει, και στο τραγούδι του νεκρού αδελφού, πως η μάνα περιποιείται έτσι την κόρη της, είναι η anima, είναι το βαθύ εκείνο νυκτερινό στοιχείο θηλυκής σαγήνης που υπάρχει, είπαμε, εγκατεσπαρμένο στον άνθρωπο και που έσυρε τον Αδάμ στην Ιστορία με τον τρόπο αυτό που έσυρε τους άλλους προς την Τροία, με τον τρόπο που ξέρουμε, ή τράβηξε τον Οδυσσέα προς την Ιθάκη, με τον τρόπο που ξέρουμε, ή ανέβασε τον Δάντη στην κορυφή του κοσμικού βουνού της Θείας Κωμωδίας με τον τρόπο που ξέρουμε.

Σαράντα δυο αρχοντόπουλα αυτήνε αγαπούσα.

Και όλοι εκαλεστήκανε μια μέρα για να πάνε.

Κι η κόρη, ως ήτον φρόνιμη, φρόνιμα απολογήθη.

– Μέσα στο περιβόλι μου έχω ένα λιθαράκι

Κι όποιος τ’ ασκώσει από τ’ εσάς, γυναίκα του με πάρει.

Εδώ είναι η διά αγωνίσματος κατάκτηση του θηλυκού στοιχείου. Αυτό είναι πανάρχαιο και υπάρχει, όπως ξέρετε, και στον Οδυσσεϊκό μύθο, όπου ακόμα και ο Οδυσσέας, ο άντρας της, για να την πάρει την Πηνελόπη έπρεπε και αυτός να αγωνισθεί. Πίσω απ’ αυτό υπάρχει ιστορικά η μητριαρχική ισχύς του θηλυκού στοιχείου, το οποίο τους άντρες πάντοτε τους χρησιμοποιεί ως δικά του όργανα. Αλλά το ίδιο αγώνισμα πάλι για το θηλυκό στοιχείο γίνεται και έξω από τα τείχη της Τροίας.

Κανείς δεν αποκρίθηκε, τση χήρας ο Γιαννάκης

Μ’ ένα του χέρι τ’ άσκωσε, στην πλάτη του το βάνει.

Στο ότι υπάρχουνε εδώ και μνήμες από το ακριτικό έπος σαφέστατες δεν θα αναφερθώ, διότι τ’ Άγιου-Θοδώρου το βουνό, πέραν αυτών που είπαμε, είναι και ο Άγιος Θεόδωρος, βασικός Άγιος των ακριτικών επών, και ο Γιαννάκης επίσης στα δημοτικά τραγούδια είναι παραλλαγή του Βασιλείου Ακρίτα Διγενή, και μάλιστα, τόσο ισχυρός όσο φαίνεται και εδώ πέρα.

Αυτή ήτανε η πρώτη προσέγγιση προς τις δυο οντολογικές αρχές: της θηλυκής σαγήνης, της anima, όπως λέει η ψυχολογία, που υπάρχει στο βάθος σαν οντολογικό ερέθισμα για να κινηθεί ο άνθρωπος και να κάνει ιστορία, και, από την άλλη μεριά, το ιερό βουνό, το οποίο είναι η βαθειά πηγή του όντος, από το οποίο προερχόμαστε, από το οποίο προέρχεται ο κόσμος.

Και πάμε στο δεύτερο τραγούδι:[10]

Ο Μαγεμένος

Τί θέλεις μαύρη στο χορό κι άσκημη στο τραγούδι;

Εγώ η μαύρη, η άσχημη πολλούς ανθούς μαραίνω.

Πολλούς ανθούς, πολλούς σγουρούς, πολλούς μαλαματένιους

Κι αυτόν τση χήρας τον υγιό δεν ημπορώ μαράνω.

Γιατί έχει βότανα πολλά και μάγια δεν τον πιάνου.

Παρά τση λίμνης το θεριό να τόνε καταλύσει.

Έχουμε λοιπόν την κοπέλα, το θηλυκό στοιχείο, στη συνηθισμένη του ιστορική επιφανειακή μορφή. Είναι μαύρη κι άσκημη και δεν τραγουδάει καλά. Το σύνηθες. Αυτή όμως, και μ’ αυτά που έχει, σαν θηλυκό στοιχείο που είναι, έλκει το αρσενικό. Όμως, έναν, της χήρας τον γιό, δεν μπορεί να τον έλξει. Οπότε για να τον τραβήξει, το θηλυκό στοιχείο κάνει μια αναγωγή οντολογική προς τα πίσω, προς τις πηγές του, για να έρθει πια, όχι ως κοινή κοπέλα –λίγο άσκημη, λίγο που δεν μπορεί καλά να τραγουδήσει– αλλά να έρθει πλέον ως οντολογικό στοιχείο σαγηνεύματος του ανδρός.

Όπως θα δούμε παρακάτω, στο δημοτικό τραγούδι προεξέχοντα πρόσωπα είναι ο γιος της χήρας, της χήρας η θυγατέρα και η παπαδοπούλα. Διότι η χήρα δεν έχει άλλο στον κόσμο στήριγμα, και έχει όλη τη μέριμνα και τη φροντίδα και την αγάπη για τα παιδιά αυτά. Αυτός, λοιπόν, της χήρας ο γιός, είναι και πραματευτής.

Υπάρχει και ένα άλλο δημοτικό τραγούδι όπου το στοιχείο το θηλυκό, το μυστικό, το σαγηνευτικό, το μαγικό, επιτίθεται κατά του πραματευτή, τον γοητεύει, τον βάζει μέσα σε μια σπηλιά, είναι βουνού φυσικά, δεν είναι κάμπου, και εκεί πέρα τον εξοντώνει. Θυμάστε αυτό το έφερε στα καθ’ ημάς ο Γρυπάρης.

Δηλαδή ό πραματευτής είναι ο Οδυσσέας. Έχει γυρίσει πολλά άστεα και έχει δει πολλών γνώμες και για αυτό είναι και πιο ευεπίφορος, οπότε το θηλυκό στοιχείο αφήνει την ιστορική του επιφάνεια και πηγαίνει στην οντολογική του.

Εβρόντηξεν ο ουρανός κι άνοιξαν τα Επουράνια.

Και το θεριό τ’ αγροίκησεν από τη λίμνη μέσα.

Ως θεριό πια. Διότι όσο προχωρούμε προς το οντολογικό βάθος, χάνει το στοιχείο αυτό και την ιδιότητα την καθημερινή. Και γίνεται μάγισσα, και γίνεται θεριό, και γίνεται μια σαγήνη ιδέας θλιπτικής, η. οποία κάνει εν τέλει το οντολογικό της έργο. Λοιπόν, λέει:

Γυναίκεια πάει και ντύνεται, γυναίκεια πάει κι αλλάζει.

Γυναίκεια πάει στην εκκλησιά και το σταυρό του κάνει

(το θεριό, το οντολογικό στοιχείο του θηλυκού)

Γυναίκεια εχαιρέτισε κατά την ώραν όπου ήτο

Γυναίκεια παίρνει ανιφορά απ’ του Παππά το χέρι

Γυναίκεια εβγήκε κι έκατσε όξω στο πεζοδρόμι.

Προσέξτε. Ο δημοτικός ποιητής λέει πέντε φορές «γυναίκεια» και αρχίζει απ’ το «γυναίκεια» για να δείξει όλο το σαγήνεμα της γοητευτικής αυτής παρουσίας πλέον τώρα. «Γυναίκεια». Ενώ πριν ήταν μαύρη και άχαρη και άσκημη, τώρα πλέον εκτελεί τα έργα αυτά –το να πάει στον παππά, το να καλημερίσει, το να βγει έξω– κατά τρόπο γυναικείο, δηλαδή εκείνο που ξέρουνε οι γυναίκες, εκείνο το θρόισμα, εκείνον τον λεπτό ψίθυρο, όπου ανοίγει ρωγμή στην ύπαρξη του άλλου και πηγαίνει, τον σφάζει κατάβαθα και του διανοίγει την ψυχή και εκεί μέσα ρίχνει τη σαγήνη και τον διαλύει.

Διαβαίνου οι νιαίς τον χαιρετούν, διαβαίνου οι νιοι του λένε,

Μα διάβηκε κι ο νιούτσικος που ’τανε στολισμένος:

–Γεια σου χαρά σου λυγερή, γεια σου χαρά σου κόρη!

–Καλώς τον τον πραματευτή, καλώς τον τον λεβέντη.

–Πες μου, να ζήσεις λυγερή, πούθε γονοκρατιέσαι.

(ερώτηση καθαρά ομηρική)

Κι από το χέρι τον κρατεί και το βουνό του δείχνει.

–Θωρείς εκείνο το βουνό, το δώθε και το κείθε;

Στην αποκείθε τη μεριά, εκεί είναι η κατοικιά μου.

 Είδατε αμέσως πως καταλήγει επί το αυτό. Οι δύο οντολογικές αρχές ενώνονται. Και προσέξτε. Δεν λέει μόνο το βουνό, αλλά λέει στην από κείθε τη μεριά, στην π ί σ ω μεριά του βουνού.

Μέσα στη μυθολογία της Ανατολής, από τα αρχαιότατα χρόνια, το μυθικό βουνό ήτανε άγνωστο από την πίσω τη μεριά. Ήτανε παντελώς άγνωστο και αόρατο. Κι αυτό δείχνει ότι εν τέλει, τη ρίζα της υπάρξεως δεν πρόκειται ποτέ να τη μάθουμε. Μπορεί να φτάσουμε, να ατενίσουμε το οντολογικό βουνό, την πηγή του όντος, αλλά την πίσω μεριά της δεν θα την ξέρουμε ποτέ. Γι’ αυτό και η πίσω μεριά που υπάρχει μέσα στην ψυχή είναι παντελώς άγνωστη. Ο άνθρωπος επιπλέει και ως ψυχή, αλλά και ο κόσμος επιπλέει και ως ον επάνω στο άγνωστο. Στην από πίσω τη μεριά, στην από κείθε τη μεριά, δηλαδή αυτή η βαθειά οντολογική αρχή του θηλυκού ερεθισμού, εξικνείται από την πίσω μεριά του βουνού της εγκοσμιότητας. «Εκεί είναι η κατοικία μου».

Και ’κεί πιλιό παρεξωθιό είν’ όμορφος λιμιώνας

Μέσα στη λίμνη μου ’πεσε διαμάντι δαχτυλίδι

Κι όποιος βρεθεί να μου το βρει άνδρα να τόνε πάρω.

– Εγώ, κόρη, να σου το βρω, εγώ να σου το βγάλω.

Επιάκαν το στρατί στρατί τ’ ώριο το μονοπάτι,

Πρώτη βουτιάν οπ’ έδωσε έβγαλε αντρίκιο χέρι,

(ήτανε μέσα κι άλλος νεκρός)

Δεύτερη, που εδευτέρωσε έβγαλε ανδρός κεφάλι

(κι άλλος)

Την τρίτην, όπου ετρίτωσε, τότες ο νιος εχάθη.

Αυτό λοιπόν το οντολογικό στοιχείο το θηλυκό, το οποίο σαγηνεύει και έλκει, οδηγεί άλλοτε προς τον παράδεισο και άλλοτε προς την καταστροφή. Αυτή η καταστροφή, αυτή η ροπή καταστροφής, είναι εγγενής του όντος, είναι εγγενής της ζωής – η ζωή επιδιώκει την πλήρωσή της ενίοτε στην καταστροφή. Επιδιώκει την πλήρωσή της στον παράδεισο, να γίνει ευδαίμων, αλλά την επιδιώκει την πλήρωσή της και μέσα στην καταστροφή.

Αυτά τα πράγματα που υπάρχουν στο δημοτικό τραγούδι και που ξεκινάνε από χιλιάδες χρόνια πριν, μόλις εσχάτως η ψυχολογία η αναλυτική μπόρεσε να τα ανακαλύψει. Και το πρώτο σαγηνευτικό στοιχείο, το οποίο διαβοείτο από τους μεγάλους ποιητές, από την Παλαιά Διαθήκη, τον Όμηρο, τον Δάντη, έφτασε ο Φρόιντ κάπως να το ψυχανεμισθεί και έπεσε έξω, και μόνο ο Γιούνγκ έφτασε στο να πει ότι στα κατάβαθα του όντος του ανθρώπινου υπάρχει αυτή η anima, η οποία είναι και η δημιουργός του πολιτισμού –στην επιφάνεια την ιστορική– όπως μας το ’δειξαν οι αρχαίοι ποιητές.

Είπαμε, εξαιτίας της άνιμα (anima) ο Αδάμ όργωνε τη γη. Εξαιτίας της anima της Ελένης οι άλλοι κάναν πόλεμο, δηλαδή κάναν ιστορία. Και εξαιτίας της anima της Πηνελόπης, ο Οδυσσέας έκανε το οδυσσειακό ταξίδι, μέσα από χώρες και από θάλασσες για να φτάσει εκεί. Λοιπόν ήδη είναι πλήρως διατυπωμένο και μαρτυρημένο στο ελληνικό δημοτικό τραγούδι. Το ζούσε ο ελληνικός λαός και το έφερε παρακαταθήκη από το ιστορικό του, το αρχέγονο ιστορικό του, βάθος.

Η Αναστασιά

Τώρα προχωρούμε σε ένα τρίτο δημοτικό τραγούδι, του αυτού τύπου, αλλά σε ένα άλλο επίπεδο. Διότι φυσικά όλα αυτά συμβαίνουν μέσα στο όνειρο του ανθρώπου. Δηλαδή μέσα στα βάθη τα ανήκεστα της ψυχής, και επειδή έχουν οντολογικά ριζώματα, μένουν εις τους αιώνας των αιώνων. Και στο δημοτικό τραγούδι. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι τέτοια έργα τέχνης, όπως το δημοτικό τραγούδι, η ποίηση η δική μας, η λογία, δηλαδή των ποιητών που κάθονται και γράφουν στα γραφεία, ποτέ δεν τα φτάσανε. Όποιοι ήτανε στο προηγούμενο μάθημα είδανε και εκεί μια τραγωδία την οποία δεν μπόρεσε να συλλάβει κανένας από τους σύγχρονους ποιητές, και βλέπουμε και εδώ πέρα ριζώματα, έσχατα οντολογικά, να υπάρχουνε στο δημοτικό τραγούδι, είτε ως τρίμματα από καταβυθισμένους πολιτισμούς, είτε όμως και ρητά πλέον ως αετώματα, τα οποία βρίσκονται πεταμένα στους αγρούς της ύπαιθρης ελληνικής χώρας, να υπάρχουν στο δημοτικό τραγούδι και να μην τα έχουν υποψιασθεί οι Έλληνες δημιουργοί.

Τώρα πάμε σ’ ένα τελευταίο τραγούδι, το οποίο έχει, πιάνει, στα ίδια ριζώματα. Αυτό το τραγούδι λέγεται Η Αναστασιά. Τραγουδιέται καταρχήν στην Αρκαδία. Υπάρχουν παραλλαγές. Η παραλλαγή αυτή είναι από ένα χωριό έξω από την Τρίπολη, την Βλαχέρνα.

Βλέπεις εκείνο το βουνό, που άλλο ψηλό δεν είναι;

Πόχει αντάρα στην κορφή και καταχνιά στον πάτο;…

Βλέπετε; Το όρος το μυθικό. Όλης της Ανατολικής Μεσογείου, όλων των χιλιετιών από τούς Σουμερίους κι εδώθε.

Εκεί ’ναι πύργος γυάλινος με κρουσταλλένια τζάμια.

Σας θυμίζω ότι το μυθικό όρος της ιρανικής μυθολογίας είναι μαργαριταρένιο. Εδώ είναι κρυστάλλινο.

Μέσα κοιμάται μια ξανθιά, μιας χήρας θυγατέρα.

Έχουμε λοιπόν το μυθικό βουνό και επάνω κοιμάται μια ξανθιά. Και πάλι οι δυο οντολογικές ρίζες. Οι έσχατες. Το μυθικό βουνό και η μυθική ροπή που δημιουργεί την ιστορία. Η οποία οδηγεί στην καταστροφή και οδηγεί στη δημιουργία. Στον παράδεισο και στην κόλαση. Εδώ όμως κοιμάται μια ξανθιά σ’ αυτό τον γυάλινο πύργο στην κορυφή του μυθικού βουνού.

–Και πώς να την ξυπνήσουμε, και πώς να της το πούμε;

–Ξύπνα καϋμένη Αναστασιά, ξύπνα καϋμένη, ξύπνα.

Ξύπνα ν’ ανάψεις τη φωτιά, να σβήσεις το λυχνάρι.

Ξύπνα, μας πήρε η χαραυγή, πήρε το μεσημέρι,

Πάν τα πουλάκια στις βοσκές κι οι λυγερές στη βρύση.[11]

Όλο το εγκόσμιο τοπίο στην οντολογική του διάσταση. Είναι το βουνό, το ιερό βουνό, το οντολογικό, το μυθικό βουνό, το οποίο κορυφώνεται και διαυγάζεται – του έχει φύγει όλη η ύλη, η επί μέρους ύλη της εγκοσμιότητας, και έχει γίνει πύργος κρυστάλλινος, και εκεί κοιμάται μια ξανθιά. Ενώ κάτω ήδη ξημέρωσε, κι αρχίζουν τα πουλιά και πάνε στη βοσκή τους και αρχίζουν οι λυγερές και πηγαίνουν στη βρύση. Η ημέρα του Θεού.

Η διάσταση είναι σαφής και δεν είναι πεθαμένη η κόρη. Διότι στο δημοτικό τραγούδι, ο θάνατος είναι στον κάτω κόσμο, είναι κάτω από τη γη. Εδώ η κόρη κοιμάται και είναι στην κορυφή της εγκοσμιότητας. Και ο ύπνος είναι ο οντολογικός ύπνος, ο οποίος μαρτυρεί στους ανθρώπους που κάτω έχουν ξυπνήσει και πάνε στις βοσκές, ότι η μεγάλη ημέρα, η ημέρα της αναστάσεως των ψυχών, η ημέρα της μεταμορφώσεως του κόσμου, αναμένεται, δεδομένου ότι ακόμα η anima, η μεγάλη ψυχή του κόσμου, κοιμάται στην κορυφή του ιερού βουνού. Τελούμε εν αναμονή, λοιπόν, της μεγάλης ημέρας του Θεού.

Το δημοτικό τραγούδι ως περιεχόμενο της συνειδήσεως του Νέου Ελληνισμού (μέρος Α΄)


[1] Passow, 131

[2] Μανούσος Β., 45· Passow 335.

[3] Μανούσος Β., 45· Passow 335.

[4] Μανούσος Β., 81.

[5] Passow, 462.

[6] Ησαΐας, 2.2.

[7] Πρόκειται για τον κ. Χεκμάτ Μ. Μολασαλεχί, καθηγητή Φιλοσοφίας στην Τεχεράνη.

[8] Μανούσος, Β, 69.

[9] Δημοτικό τραγούδι στην Τραπεζούντα του Πόντου, Passow, σ. 381.

[10] Τ Α. Μανούσου, σ. 114 του Ε΄ τόμου.

[11] Την παραλλαγή της Βλαχέρνας κατέγραψε ο Χρήστος Μαλεβίτσης από τον εκλεκτό φίλο του. Γυμνασιάρχη, Βασίλη Κουτσούγερα, ο οποίος την άκουσε από τον παππού του που του τραγουδούσε. Βλ. και Ε. Πετρόπουλου. Β76. Ιατρίδη.

* Κύκλος πέντε εισηγήσεων για το δημοτικό τραγούδι στο Ίδρυμα Γουλανδρή-Χορν, το 1985, που περιλαμβάνονται στον δωδέκατο τόμο των Απάντων του Χ. Μαλεβίτση (εκδόσεις Αρμός, 2010). Εδώ δημοσιεύουμε την πρώτη, με τίτλο «Η συλλογή των δημοτικών τραγουδιών».

Ετικέττες:

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek