του Σάββα Μαστραππά, από το Άρδην τ. 66, Αύγουστος-Οκτώβριος 2007

Το κυπριακό δράμα απασχολεί πάνω από έναν αιώνα την ελληνική και διεθνή ζωή. Ως ιστορική αφετηρία του σύγχρονου κυπριακού προβλήματος καταγράφεται η έμπρακτη διεκδικητική κινητοποίηση του κυπριακού λαού, προς το τέλος του 19ου αιώνα, ο οποίος απαιτεί την εθνική του αποκατάσταση. Ως εκ τούτου, βιβλία και αναλύσεις για το Κυπριακό, από τη στιγμή που αποτελεί ένα ανοικτό πρόβλημα, γράφονται και θα γράφονται και στο μέλλον. Η οπτική γωνία όμως από την οποία παρουσιάζει, αναλύει και ερμηνεύει τα γεγονότα στο νέο του βιβλίο, Κύπρος 1954-1974, Από το Έπος στην Τραγωδία, (Μάιος 2007, σελίδες 616, εκδόσεις Ιωλκός) ο ιστορικός και λογοτέχνης Κώστας Χατζηαντωνίου, βοηθάει ώστε να μπουν στη σειρά, να αποκατασταθούν αλήθειες και να δοθούν απαντήσεις που «εκκρεμούσαν» στις συνειδήσεις πολλών απλών γνήσιων Ελλήνων πατριωτών επί δεκαετίες.

Το βιβλίο αποτελεί ένα εντυπωσιακό διάγραμμα των απανωτών λαθών και παλινδρομήσεων των ελλαδικών κυρίως πολιτικών ηγεσιών, που οδήγησαν, από το μαξιμαλιστικό μεν αλλά λογικό αίτημα της «Ένωσης» της Μεγαλονήσου με την Ελλάδα, στην αδιέξοδη και οδυνηρή για τον ελληνισμό κατάσταση της κατοχής του 37% περίπου της έκτασης της Κύπρου από τις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις.

Το βιβλίο επικεντρώνεται στη δραματική εικοσαετία από την πρώτη ελληνική προσφυγή στα Ηνωμένα Έθνη έως το διπλό έγκλημα του 1974. Παρακολουθεί τη διεθνή εμπλοκή που προκλήθηκε από την αντίδραση της καταρρέουσας αγγλικής αυτοκρατορίας και από την αναθέρμανση του τουρκικού εθνοφυλετισμού, με πρόσχημα την ύπαρξη στη νήσο μιας τουρκικής μειονότητας της τάξεως του 18% (συνέπεια κατάκτησης τριών αιώνων) και υπογραμμίζει τη δραματική μετατόπιση από την αυτοδιάθεση σε μια δεσμευμένη ανεξαρτησία. Περιγράφει την πολυσχιδή υπονόμευση της Κυπριακής Δημοκρατίας και καταλήγει στο προδοτικό πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή, που οδήγησαν στη διχοτόμηση της νήσου.
Με αδιάσειστα και ιστορικώς αποδεδειγμένα στοιχεία, ο συγγραφέας παρουσιάζει και αναλύει αριστουργηματικά πώς, από το μεγαλείο του κυπριακού αγώνα των μέσων της δεκαετίας του 1950, φτάσαμε, μέσω διαρκών υποχωρητικών «ελιγμών», στην επιβολή των τουρκοαμερικάνικων σχεδίων – και κατ’ ουσία στην αποδοχή τους από Έλληνες και Ελληνοκύπριους στα μέσα της δεκαετίας του 1970.

Ο ερευνητής Κ. Χατζηαντωνίου, αξιοποιώντας όλα τα νέα ιστορικά στοιχεία και δεδομένα από τα αμερικανικά και βρετανικά –κυρίως– καθώς και τα ελληνικά και κυπριακά αρχεία, όπως επίσης και την αποκαλυπτική αμερικανοβρετανική βιβλιογραφία, εμπλουτίζει τη γνώση και συνεισφέρει τα μέγιστα στην αυτογνωσία μας.

Η Κύπρος δεν διχοτομήθηκε εξαιτίας κάποιου εθνοτικού μίσους. Η Κύπρος θυσιάστηκε στις ψυχροπολεμικές στρατηγικές σκοπιμότητες της Βρετανίας και των ΗΠΑ, που δεν ήθελαν να δυσαρεστήσουν τη σύμμαχό τους Τουρκία. Τα ξένα κέντρα συνωμότησαν επί δεκαετίες, πρωτοστατούντος του Χένρι Κίσινγκερ και της CIA κατά της Κύπρου.
Τι έπραξαν όμως οι ελλαδικές ηγεσίες την περίοδο αυτή; Οι ελλαδικές κυβερνήσεις (των αποστατών και κυρίως της δικτατορίας), για να αποκρύψουν τον ενδοτισμό τους, κατασκεύασαν τον μύθο του «ανθενωτικού» Μακαρίου.

Το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974 δεν ήταν ένα παρορμητικό σφάλμα της χούντας που εκμεταλλεύτηκε η Τουρκία. Η επίμονη πολιτική των ΗΠΑ για διχοτόμηση της Κύπρου και η ανίατη προσήλωση του μικροελλαδισμού (με την κοινοβουλευτική ή την αυταρχική του εκδοχή) στην αναπαραγωγή της εξουσίας του μέσω της θυσίας των εθνικών δικαίων (πριν 85 χρόνια στη Μικρά Ασία, πριν 33 χρόνια στην Κύπρο) αποτελούν τους ηθικούς αυτουργούς της καταστροφής της Κύπρου. Φυσικοί αυτουργοί υπήρξαν ένας στρατός που απώλεσε το αίσθημα τιμής και καθήκοντος, ένας στρατός που είχε καταντήσει αστυνομία και έμελλε τις επόμενες δεκαετίες να εξελιχθεί σε αποδιοργανωμένη δημόσια υπηρεσία. Αλλά δεν είναι λιγότερο ένοχο κι ένα πολιτικό σύστημα που γεννήθηκε τότε και βύθισε το έθνος στην ηθική αποτελμάτωση.

Μετά τα πυρά της χούντας λοιπόν, ακολούθησε η χαριστική βολή που εκτελέστηκε διά των συνειδητών παραλείψεων της μεταπολιτευτικής κυβέρνησης και κατ’ εξοχήν του υπουργού Άμυνας, Ε. Αβέρωφ, που, συνεργαζόμενος άψογα με την «Τρίτη Χούντα» (Γκιζίκης, Μπονάνος, Γαλατσάνος, Αραπάκης, Παπανικολάου), επέβαλε ατιμωτική αδράνεια. Τόσο ο Δ. Ιωαννίδης, στην πρώτη φάση, όσο και ο Κ. Καραμανλής, στη δεύτερη φάση της εισβολής των Τούρκων, δεν τόλμησαν να πράξουν το πατριωτικό τους καθήκον.

Η τραγωδία της Κύπρου θα ρίχνει τη σκιά της για πάντα πάνω στον εθνικό βίο, αφού το άγος του 1974 δεν αποπλύθηκε ποτέ. Η χρονική απόσταση που μας χωρίζει από τα γεγονότα μάς δίνει δυστυχώς τη δυνατότητα να μπορούμε σήμερα να πούμε την αλήθεια. Το «σχέδιο Κίσινγκερ», έστω με μια καθυστέρηση 30 ετών, πέτυχε: Ανέτρεψε τον Μακάριο, ανέτρεψε τη χούντα, αποσόβησε τον ελληνοτουρκικό πόλεμο και ουσιαστικά «έλυσε» το Κυπριακό. Η αποδοχή από την Ελλάδα της διζωνικής – δικοινοτικής ομοσπονδίας με ασθενή κεντρική κυβέρνηση και τουρκοκυπριακό κράτος σχεδόν στο 30% του εδάφους (η λύση που υποδείκνυε από το 1974 ο Κίσινγκερ) αυτό ακριβώς σημαίνει. Ο σύγχρονος ελληνισμός αποδέχτηκε τη νομιμοποίηση της εισβολής του 1974. Σήμερα, είναι βέβαιο ότι η Τουρκία δεν συμβιβάζεται με την ιδέα της ελληνικής παρουσίας στα νότια παράλιά της. Δεν θέλει ένα ελληνικό κράτος, έστω και αν αυτό θα αποτελείται μόνον από το 60% του κυπριακού εδάφους. Γι’ αυτό και επιθυμεί πλέον τη συνομοσπονδία και όχι τη διχοτόμηση. Η διχοτόμηση ήταν τουρκική επιδίωξη πριν το 1974, όταν φοβόταν την ένωση όλης της Κύπρου με την Ελλάδα. Σήμερα, όμως, αυτό που επιζητούν είναι η παράλυση της λειτουργίας και η κατάργηση της Κυπριακής Δημοκρατίας και αυτό επιδιώχθηκε με το περιβόητο σχέδιο Ανάν.

Τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, αυτά που διαβάζουμε για το Κυπριακό ήταν αποσπασματικές και τις περισσότερες φορές υποκειμενικές αναφορές ανθρώπων που εμπλέκονταν άμεσα με τα γεγονότα του 1974. Απομνημονεύματα και εκτιμήσεις των πρωταγωνιστών, χρωματισμένες αναλύσεις οπαδών του ενός ή του άλλου «στρατοπέδου», που προσπαθούσαν να αποδώσουν ευθύνες στους «άλλους», να αποδείξουν ότι αυτοί και η παράταξή τους είχαν δίκιο ή έστω να δικαιολογήσουν τη στάση τους.

Το αποτέλεσμα αυτών των ατέρμονων αντεγκλήσεων και επαναλήψεων συνέβαλε ώστε να συντηρηθούν μέσα στις μάζες οι μύθοι και τα στερεότυπα που επέβαλαν έντεχνα οι μηχανισμοί της Χούντας αλλά πολύ περισσότερο οι μεταπολιτευτικές καραμανλικές κυβερνήσεις περί του «ανθενωτικού παπά», «των επαιτών Κυπρίων», που απομυζούσαν οικονομικά τον ισχνό ελληνικό προϋπολογισμό των πρώτων μετά την εισβολή χρόνων, και βέβαια, το μεγαλύτερο ψεύδος όλων, που ακόμα συντηρείται χωρίς αιδώ, «ότι το Πολυτεχνείο και όχι η Κύπρος έριξαν τη χούντα».

Εγκλωβισμένο μέσα σ’ αυτά τα στερεότυπα, το συλλογικό υποσυνείδητο του μέσου Έλληνα, αφού βίωσε συλλογικά την ατιμωτική, χωρίς αντίδραση, στρατιωτική ήττα του 1974, πήρε μια αμυντική απόσταση από το θέμα της Κύπρου. «Η Κύπρος έχει δικό της κράτος, ας τα βγάλει πέρα μόνη της». Έτσι, επιβλήθηκε εκ των άνω ένας διχασμός του ελλαδικού και του κυπριακού ελληνισμού.

Στο βιβλίο αποδεικνύεται ότι οι διχαστικοί μύθοι – στερεότυπα είχαν σκοπό να προλάβουν ν’ απορροφήσουν οποιαδήποτε πατριωτική αντίδραση που θα έθετε σε κίνδυνο το μεταπολιτευτικό συγκρότημα εξουσίας.
Με επιστημονική μεθοδολογία, βλέποντας υπό υγιή εθνική οπτική γωνία, ο Κ. Χ. διανύει αυτά τα 20 ταραγμένα χρόνια παρατηρώντας και φωτίζοντας το πρόβλημα, μέσα από τα αρχεία, τα διπλωματικά φόρουμ, τους διπλωματικούς ελιγμούς, αλλά και μέσα από τα κρησφύγετα των αγωνιστών της ΕΟΚΑ μέχρι τα πεδία των μαχών, όπου οι εθνοφρουροί, η ΕΛΔΥΚ και οι μοίρες καταδρομών έδιναν προδομένοι, με τον απαρχαιωμένο οπλισμό τους, μια προαποφασισμένα χαμένη μάχη, πληρώνοντας πολλοί με το αίμα τους.
Το βιβλίο πρέπει να διαβαστεί από όλους τους Έλληνες (Ελλαδίτες και Κυπρίους) που αγαπάνε την πατρίδα τους, όχι για να αποδώσουν μόνον ευθύνες στους προδότες αυτοί ούτως ή άλλως έχουν καταγραφεί απαξιωτικά στον μαυροπίνακα αλλά διότι η ανάγνωσή του θα βοηθήσει να ετοιμαστούμε για τα δύσκολα χρόνια που έρχονται και κατά τα οποία, δυστυχώς, θα βιώσουμε την έξαρση του τουρκικού επεκτατισμού.

Ας δώσουμε όμως τον τελευταίο λόγο στον συγγραφέα που γράφει στον πρόλογο: «Τι μένει λοιπόν μετά από τόσα χρόνια; Να μην ξεχνάμε! Να μην ξεχνάμε ότι το δέντρο της Ελευθερίας και της ελλαδικής δημοκρατίας “ανδρώθηκε” επί του αίματος και των οιμωγών της Κύπρου. Η θυσία της είναι το προπατορικό αμάρτημα της μεταπολίτευσης, ενοχή που θα παραμένει ανεξιλέωτη όσο τα κάστρα της Κερύνειας και του Αγίου Ιλαρίωνα παραμένουν κατεχόμενα. Αρνούμαστε τη λήθη που θα είναι η τελική νίκη των θυτών. Γιατί το μάθημα που θέλουν –εκβιάζοντας– να το επιβάλουν σε όλο τον κόσμο είναι αυτό: Να υποτάσσεσαι και να ξεχνάς. Αυτό θέλουν να είναι το μάθημα για τα επόμενα θύματα. Μπορεί τα χρόνια να περνούν, τα πρόσωπα να “σπάνε” και η κατοχή να συνεχίζεται. Μα η αλήθεια μένει. Αρκεί μια μέρα, εκεί, στη μοναξιά της Πύλης Αμμοχώστου, στον Άγιο Κασσιανό, στην οδό Αξιοθέας, στην Παναγιά τη Χρυσαλινιώτισσα, να νιώσεις την Ελληνικότητα που είναι εμπειρία ζωής και όχι ιδεολογικό σχήμα. Να σκέφτεσαι με την καρδιά και να αισθάνεσαι με το μυαλό. Και να ελπίζεις. Για ένα ελεύθερο καλοκαίρι στη Μόρφου, στην Κερύνεια [τη ΛΑΠΗΘΟ (προσθέτω εγώ)], στο Βαρώσι. Ή –αν δεν είσαι δυνατός– να μην ελπίζεις. Αλλά να θυμάσαι».

Αθήνα, 20 Ιουλίου 2007

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek