Αρχική » 40 χρόνια από την 18η Οκτωβρίου 1981: Το Πασόκ & ο Ανδρέας ως σύμβολο της Μεταπολίτευσης

40 χρόνια από την 18η Οκτωβρίου 1981: Το Πασόκ & ο Ανδρέας ως σύμβολο της Μεταπολίτευσης

από Γιώργος Καραμπελιάς

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΑΡΑΜΠΕΛΙΑ από την ιστοσελίδα anixneuseis.gr

(Απο το βιβλίο του Γιώργου Καραμπελιά:1821-2021: Ρέκβιεμ ή Αναγέννηση)

Η άνοδος του ΠΑΣΟΚ*

Κατά την πρώτη μεταπολιτευτική περίοδο, το ΠΑΣΟΚ εμφανίστηκε ως επικεφαλής μιας ισχυρής κοινωνικής συμμαχίας των «μικρομεσαίων», δηλαδή των λαϊκών, εργατικών και αγροτικών τάξεων, καθώς κι ενός μεγάλου μέρους των κατώτερων μεσαίων βιοτεχνικών και εμπορικών στρωμάτων. (Το  ΠΑΣΟΚ, το 1981, θα αποσπάσει το 48% των ψήφων και το 1985 το 45,8%).

Αυτή η κοινωνική συμμαχία ζητούσε «ισονομία», δηλαδή ενίσχυση του υποτυπώδους κοινωνικού κράτους και των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων, ενίσχυση των εισοδημάτων καθώς και πρόσβαση στον κρατικό μηχανισμό. Και πράγματι, το κράτος, σε όλη τη μετεμφυλιακή αλλά ακόμα και κατά την πρώτη μεταπολιτευτική περίοδο, αποτελούσε φέουδο των νικητών του εμφυλίου.

Μάλιστα, με την έλευση του ΠΑΣΟΚ, η άρση των αποκλεισμών θα συνοδευτεί από τη συνακόλουθη διόγκωση του κρατικού μηχανισμού ο οποίος, από 300.000 άτομα στα 1980, και 7-8% του ενεργού πληθυσμού, θα περάσει στις  600.000 δέκα χρόνια αργότερα, για να ξεπεράσει το εκατομμύριο στη δεκαετία του 2000 και το 23% του ενεργού πληθυσμού.

Θα μπορούσαμε μάλιστα να υποστηρίξουμε βάσιμα πως μόνο κατά την πρώτη μεταπολιτευτική περίοδο, μέχρι το 1989, θα κλείσει οριστικά το χάσμα ανάμεσα στις προσφυγικές και μικρασιατικές μάζες, συνδεδεμένες με τον βενιζελισμό και την Αριστερά, και το «παλαιοελλαδίτικο» κατεστημένο του στρατού και του κρατικού μηχανισμού. Ίσως δε η στρατιωτική Χούντα να αποτέλεσε την τελευταία έκφραση της εμφυλιοπολεμικής και «παλαιοελλαδίτικης» βασιλικής παράταξης. [Άλλωστε και η ηγετική ομάδα των συνταγματαρχών της στρατιωτικής δικτατορίας καταγόταν από την «παλαιά Ελλάδα». Ο Παπαδόπουλος, ο Ρουφογάλης, ο Λαδάς από την Πελοπόννησο, ο Μακαρέζος από τη Στερεά Ελλάδα και ο Ιωαννίδης από την Αθήνα.] Μέσα στη χοάνη της μεταπολίτευσης, με την αστικοποίηση και την ανάμειξη πληθυσμών από όλες τις γωνιές της παλιάς και νέας Ελλάδας, καθώς και με την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης και τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ, θα λάβει τέλος εν τοις πράγμασι, 60 ή 70 χρόνια μετά το 1920, ο παλαιός διχασμός αν όχι ακόμα και ο εμφύλιος.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου ως σύμβολο της Μεταπολίτευσης

Ο Ανδρέας Παπανδρέου, στη διάρκεια των τελευταίων χρόνων της δικτατορίας και τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης, πραγματοποίησε ένα εντυπωσιακό ιδεολογικό και πολιτικό άλμα, από τον κεϋνσιανό καθηγητή οικονομετρίας των αμερικανικών πανεπιστημίων, στη δεκαετία του 1950, στον νεομαρξιστή, αντιιμπεριαλιστή ηγέτη του 1970. Πράγματι, αυτή η ιδεολογική
διαδρομή –σπάνια για έναν διανοούμενο προερχόμενο από τις ελίτ του αμερικανικού και ελληνικού κατεστημένου (στην Αμερική, συνδεδεμένος με την ηγεσία του Δημοκρατικού Κόμματος και στην Ελλάδα, γιος και «διάδοχος» ενός προβεβλημένου πολιτικού ηγέτη)– είναι όντως εντυπωσιακή και καταδεικνύει την ευστροφία και τη θεωρητική του τόλμη.

Τωόντι, ο Ανδρέας Παπανδρέου κατανόησε, ιδιαίτερα μετά τη δικτατορία, πως το παλιό πολιτικό σύστημα, με την ιδεολογική και θεσμική αρματωσιά του, συνδεδεμένη με το μετεμφυλιακό κράτος, δεν ανταποκρινόταν πλέον στις συνθήκες του πολιτικού ριζοσπαστισμού που πυροδότησε η δικτατορία και η κατάρρευσή της μέσα από μια εθνική ήττα. Προέβη λοιπόν σε μια πρωτότυπη και τελεσφόρα ιδεολογική και πολιτική σύνθεση. Αρχικώς, χαρακτήρισε την Ελλάδα μια χώρα εξαρτημένη, με μία μεγαλοαστική τάξη μεταπρατικού χαρακτήρα· έτσι, συνέδεσε το αίτημα για ανανέωση των πολιτικών και κοινωνικών θεσμών προς την κατεύθυνση ενός δημοκρατικού κοινωνικού κράτους με εκείνο της απόρριψης της ξένης εξάρτησης. Δηλαδή, το δίδυμο των πασοκικών συνθημάτων της δεκαετίας του 1970: «σοσιαλισμός» και «η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες».

Ταυτόχρονα, προέβη και σε μία ιδιότυπη αλλά προσαρμοσμένη στην ελληνική πραγματικότητα κοινωνική και ταξική ανάλυση. Εγκαταλείποντας τον εργατίστικο λόγο της Αριστεράς, εντόπισε την ελληνική ιδιαιτερότητα, δηλαδή το ιδιαίτερο βάρος της μικροϊδιοκτησίας και των μικροαστικών στρωμάτων, προτείνοντας μια «συμμαχία αγροτών, εργατών και μικρομεσαίων», τους οποίους αποκαλούσε «μη προνομιούχους Έλληνες». Όπως προαναφέραμε, καθ’ όλη τη μεταπολεμική περίοδο μέχρι το 1981, στην Ελλάδα, η καπιταλιστική συγκέντρωση συνέχισε να συμβαδίζει με τη διατήρηση και αναπαραγωγή των μικροϊδιοκτητικών στρωμάτων του αστικού τομέα. Μόνο η αγροτιά προσφέρει τα απαραίτητα εργατικά χέρια – κυρίως στον τομέα της οικοδομής, καθώς η βιομηχανική επέκταση στηρίζεται μάλλον σε άνοδο της παραγωγικότητας παρά σε αύξηση της απασχόλησης. Έτσι, ανάμεσα στο 1958 και το 1973, η συνολική απασχόληση στη βιομηχανία-βιοτεχνία αυξήθηκε μόνο κατά 36% παρά τον τετραπλασιασμό της παραγωγής. Μάλιστα, οι αυτοαπασχολούμενοι εκτός του αγροτικού τομέα της οικονομίας είχαν αυξηθεί με ταχύτερους ρυθμούς από τους μισθωτούς της βιομηχανίας: από 311.557, το 1951, έφθασαν τις 435.816 το 1971, και τις 575.620 το 1981, δηλαδή, μέσα σε τριάντα χρόνια αυξήθηκαν κατά 85%.

Έτσι, ο Παπανδρέου υπερακόντισε την παραδοσιακή Αριστερά, τακτική που είχε εγκαινιάσει ήδη από το 1965, συνδυάζοντας τη συστημική του ιδιότητα (προβεβλημένο στέλεχος ενός αστικού κόμματος όπως η Ένωση Κέντρου) με την επαναστατική ταυτότητα (ως ηγέτης της ριζοσπαστικής αντιστασιακής οργάνωσης, ΠΑΚ), για να επιτύχει με το ΠΑΣΟΚ μια πρωτότυπη και πλειοψηφική σύνθεση.

Όμως, αυτή η επιτυχία του, δηλαδή η επιτυχία μιας πολιτικής που έρχεται «από τα πάνω» για να ενσωματώσει το κύμα που ερχόταν «από τα κάτω» (κατόρθωσε να ενσωματώσει και τις εαμογενείς μάζες), υπήρξε ταυτόχρονα και η γενεσιουργός αιτία των αδυναμιών και των αστοχιών του εγχειρήματός του.

Διότι η εφαρμογή ενός τέτοιου ριζοσπαστικού προγράμματος θα απαιτούσε την ύπαρξη ενός πολιτικού κινήματος με υψηλό χαρακτήρα ανιδιοτέλειας, εργατικότητας και συνοχής, και εν τέλει μια άλλη πραγματικότητα του ίδιου του λαϊκού σώματος. Αντ’ αυτού, ο Ανδρέας Παπανδρέου διέθετε ένα κόμμα συγκροτημένο από ένα μείγμα πολιτευτών παλαιάς κοπής, από την Ένωση Κέντρου, και μια νεόκοπη ομάδα υποστηρικτών χωρίς μεγάλο βάθος παιδείας, αγωνιστικότητας και δραστηριοποίησης.

Επιπλέον, η λογική της στήριξης στους «μη προνομιούχους» Έλληνες, μεταβάλλοντας ένα σημαντικό μέρος τους σε νομενκλατούρα του κράτους, θα διογκώσει τους κρατικούς μηχανισμούς συρρικνώνοντας ταυτόχρονα τις παραγωγικές δομές της χώρας· τελικώς, δε, θα δημιουργήσει ένα σπάταλο και αρκετά αναποτελεσματικό κοινωνικό κράτος στηριζόμενος στον εξωτερικό δανεισμό.

Εν κατακλείδι, η εύστοχη κοινωνική ανάλυση έδωσε τη δυνατότητα στον Ανδρέα Παπανδρέου και το ΠΑΣΟΚ να ηγεμονεύσουν ιδεολογικά και πολιτικά σε όλη την περίοδο της μεταπολίτευσης αλλά, ταυτόχρονα, συνέβαλαν καθοριστικά στη διαμόρφωση του ιδιαίτερου στυλ της διάστασης μεταξύ λόγων και έργων που σφραγίζει τη μεταπολιτευτική περίοδο. Από τις θεωρίες για αυτόκεντρη ανάπτυξη οδηγηθήκαμε στην κατάρρευση των παραγωγικών δομών, την περαιτέρω παρασιτοποίηση της ελληνικής οικονομίας και τη μεταβολή των Ελλήνων «σε γκαρσόνια της Ευρώπης», εξέλιξη την οποία κατήγγελλε σύμφωνα με την εύστοχη διατύπωσή του… ο ίδιος ο Ανδρέας Παπανδρέου.

Το μοντέλο ΠΑΣΟΚ εισήλθε σε κρίση ήδη από το 1985 μπροστά στα αδιέξοδα ενός κοινωνικού κράτους και τη συνακόλουθη διόγκωση του κρατικού μηχανισμού που δεν στηριζόταν στην αναδιανομή του πλούτου αλλά κατ’ εξοχήν στον δανεισμό και μάλιστα σε συνθήκες ιδιαίτερα χαμηλής ανάπτυξης (που επιβραδύνθηκε κατά την περίοδο 1981-89 σε λιγότερο από 1% ετησίως). Ο ίδιος ο Ανδρέας Παπανδρέου, με υπουργό Οικονομικών τον Κωνσταντίνο Σημίτη, θα επιβάλει μια πρώτη πολιτική λιτότητας και θα οδηγηθεί σε
σύγκρουση με τα συνδικάτα η οποία είχε ως συνέπεια μια, έστω πρόσκαιρη, διάσπαση του ΠΑΣΟΚ, ενώ οι υψηλές αυξήσεις του κατώτατου μισθού της περιόδου 1982-1983 θα εξανεμιστούν από τον πληθωρισμό.

Αναδεικνύονται ήδη οι βαθύτατες παθογένειες του ελληνικού σοσιαλιστικού πειράματος, που διογκώνει το κράτος, χωρίς ταυτόχρονα να το μεταβάλλει σε επιτελικό όργανο για μια αυτόκεντρη οικονομική ανάπτυξη. Το ΠΑΣΟΚ δεν αλλάζει την υφή του κράτους, από πελατειακό σε αναπτυξιακό, απλώς το διογκώνει, με αποτέλεσμα ο εξισωτισμός, αντί να ωθεί την ελληνική κοινωνία προς μια δικαιότερη αναδιανομή, καταλήγει σε ένα σπάταλο πελατειακό κράτος. Συνέπεια αυτού ήταν η γενίκευση της διαφθοράς, στην οποία ενεπλάκησαν ευρύτατα κοινωνικά στρώματα μικρομεσαίων – και όπως έχει προσφυώς ειπωθεί, έστω και καθ’ υπερβολήν, «η μόνη κοινωνικοποίηση την οποία έφερε επιτυχώς εις πέρας το ΠΑΣΟΚ ήταν η κοινωνικοποίηση της διαφθοράς».

Συναφώς, κατά τη δεκαετία του 1980, οι δημόσιες δαπάνες θα εκτιναχθούν από το 29% στο 49%, του ΑΕΠ, το δημόσιο χρέος θα τριπλασιαστεί από το 28%, το 1980, στο 89% το 1990. Τέλος, τα έσοδα του κράτους θα φθάσουν μόλις το 31% του ΑΕΠ, το 1990, και τα έξοδα το 45,2%, το έλλειμμα προσέγγισε το 14,2%, ανάλογο με εκείνο του 2009, και το δημόσιο χρέος ανέβηκε στο 71,7% έναντι του 22,5% το 1980.

Τελικώς, σε αντίθεση με τον Ελευθέριο Βενιζέλο, ο οποίος πραγματοποιούσε τις κοινωνικές μεταρρυθμίσεις στηριζόμενος στην ενίσχυση της εσωτερικής παραγωγικής δυνατότητας της χώρας, και τον οποίο προέβαλλε ως πρότυπο ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο ίδιος θα προχωρήσει στη δημιουργία κοινωνικού κράτους με υπερβολικό δανεισμό και υπέρμετρη διόγκωση του κράτους.

Ως συνέπεια αυτών των εξελίξεων, η ελληνική οικονομία αρχίζει να εξαρτάται όλο και πιο παρασιτικά από την Ευρώπη, σε έναν φαύλο κύκλο που θα διογκωθεί μέχρι καταστροφής στη δεκαετία του 2000: διαρκής αύξηση των εισαγωγών βιομηχανικών αλλά και αγροτικών προϊόντων από τις ευρωπαϊκές χώρες, εξαιτίας και της κατάργησης των δασμών· αποβιομηχάνιση, μια και η ελληνική βιομηχανία δεν κατόρθωσε να αναβαθμιστεί τεχνολογικά ώστε να μπορεί να αντιμετωπίσει τον ευρωπαϊκό ανταγωνισμό, αυξανόμενο έλλειμμα· αυξανόμενες εισροές πόρων και εξάρτηση από την ΕΟΚ/ΕΕ.

* Το παρόν αποτελεί απόσπασμα από το βιβλίο του Γιώργου Καραμπελιά 1821-2021: Ρέκβιεμ ή Αναγέννηση;, που κυκλοφορεί από τις Εναλλακτικές Εκδόσεις (σσ. 325-329).

*Το βιβλίο παρουσιάζεται στην Αθήνα μεθαύριο Τετάρτη 20 Οκτωβρίου 2021 στην αίθουσα του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός» (πλ. Καρύτση 8).

Θα μιλήσουν:

Βασίλης Κωνσταντινόπουλος, Πρόεδρος Φ. Σ. «Παρνασσός»

Σταύρος Λυγερός, Δημοσιογράφος

Μελέτης Μελετόπουλος, Δρ. Ιστορίας

Άγγελος Συρίγος, Υφυπουργός Παιδείας

και ο συγγραφέας του βιβλίου Γιώργος Καραμπελιάς

συντονιστής: Λάμπρος Καλαρρύτης, Δημοσιογράφος

ΣΧΕΤΙΚΑ

2 ΣΧΟΛΙΑ

ΑΠ 18 Οκτωβρίου 2021 - 10:37

Τωοντι

ΑΠΑΝΤΗΣΗ
Αθανάσιος Αθανασόπουλος 19 Οκτωβρίου 2021 - 00:02

Χαίρετε κύριε Καραμπελιά.
Είναι γεγονός, ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου πραγματοποίησε ένα εντυπωσιακό ιδεολογικό και πολιτικό άλμα, από τον κεϋνσιανό καθηγητή οικονομετρίας των αμερικανικών πανεπιστημίων, στη δεκαετία του 1950, στον νεομαρξιστή, αντιιμπεριαλιστή ηγέτη του 1970; Διότι εξ όσων γνωρίζω, νέος ήταν αριστερών πεποιθήσεων και μάλιστα προ του πολέμου ήταν μέλος τροτσιστών. Οπότε, μήπως ήταν λογική συνέχεια να επιστρέψει στον σοσιαλισμό, παρότι διανοούμενος προερχόμενος από τις ελίτ του αμερικανικού και ελληνικού κατεστημένου;
Ευχαριστώ για τον χρόνο σας.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Αρέσει σε %d bloggers: