Αρχική » Κώστας Παπαϊωάννου: Πλάτων ο ειδώς

Κώστας Παπαϊωάννου: Πλάτων ο ειδώς

από Κώστας Παπαϊωάννου

Νέος Ερμής ο Λόγιος, τεύχος 5-6, Μάιος-Δεκέμβριος 2012, σελ. 138-158

Πλάτων ο ειδώς: Φιλοσοφία της καταδικασμένης συνείδησης

Το κείμενο αυτό του Παπαϊωάννου γράφτηκε στο Παρίσι και δημοσιεύτηκε το 1947 στο περιοδικό Νέα Εστία, ΚΑ΄ (1947), 1049-1052, 1116-1119, 1171-1173.


Ὁ Αἰσχύλος ὥσπερ μεθύων…

Ἐποίει τὰ δέοντα ἀλλ’ οὐκ εἰδώς γε

1.

Είτε είναι αυθεντική είτε όχι, η φράση αυτή που αποδίδεται στο Σοφοκλή πρέπει να θεωρηθεί σαν μια οριακή στιγμή του κλασσικού πολιτισμού. Ο Αισχύλος… σαν μεθυσμένος… έκανε ό,τι έπρεπε, μόνο που δεν ήταν συνειδητός… Αναμφισβήτητα, για το Σοφοκλή το «ποιεῖν τὰ δέοντα» είναι αυτό που στέκεται ψηλότερα από κάθε τι. Η Μεγάλη Τέχνη μπορεί μόνη της να δικαιώσει τον εαυτό της. Μέσα όμως απ’ αυτό το «ἀλλ’ οὐκ εἰδώς γε» μπορούμε να δούμε το θαμποχάραμα μιας εποχής, που στο βασίλεμά της θ’ ακούσει στους κήπους του Ακαδήμου του Πλάτωνα να καταδικάζει στο όνομα της Συνείδησης την ποίηση και την πολιτική και οτιδήποτε δεν πηγάζει άμεσα από τη Συνείδηση και το όργανό της, τη Φιλοσοφία. Αν στο Θέατρο του Αισχύλου μας υποβάλλει πρώτα απ’ όλα την πανίσχυρη ιδέα της Πρωταρχικής Ενότητας του Ανθρώπου και του Κόσμου, το «ἀλλά», που εισάγει ο Σοφοκλής, μας δείχνει μία λανθάνουσα διάσπαση αυτής της ενότητας και την εμφάνιση, κάτω από τη δειλή μορφή μιας απλής αντίρρησης, ενός νέου στοιχείου, κριτικού και απαιτητικού, ενός στοιχείου αποκλειστικά ανθρώπινου: της Συνείδησης.

«Εἰδώς», «επαΐων», «γιγνώσκων». Όλη η Αθήνα του Περικλή είναι γεμάτη από τις λέξεις αυτές. Για τον Αισχύλο ο Ξέρξης νικήθηκε στη Σαλαμίνα, γιατί η άμετρη «πλεονεξία» του έπρεπε να τιμωρηθή από τη Θεϊκή Δικαιοσύνη, όταν όμως ο Περικλής μιλούσε για το Μεγαλείο της Ηγεμονίας και ο νους του πήγαινε στους άντρες εκείνους που την «πᾶσαν γῆν καὶ θάλασσαν» την ανάγκασαν ν’ ανοίξει δρόμο στην τόλμη τους, δεν σκεφτόταν για τη Δίκη, που τιμωρεί την ύβρη του Ξέρξη, αλλά γεμάτος ανθρώπινη-προμηθεϊκή υπερηφάνεια έλεγε: «τολμῶντες καὶ γιγνώσκοντες ἄνδρες αὐτά ἐκτήσαντο». Πραγματικά, αν η εποχή των Μαραθωνομάχων χαρακτηρίζεται από την ευσεβή παθητικότητα του Λαού, τη συντηρητικότητα του Αρείου Πάγου (του κύριου Κυβερνητικού Οργάνου ως το 462) και το ριζοσπαστικό εμπειρισμό ενός Θεμιστοκλή, η εποχή που ανοίγει επίσημα και τελετουργικά με την κατάργηση του Αρείου Πάγου από τον Εφιάλτη (462) και την ολοκληρωτική επιβολή της Δημοκρατίας, κυριαρχείται από ένα νέο, καθαρά ουμανιστικό και δημοκρατικό στοιχείο, την ελεύθερη Συνείδηση. Στα χρόνια αυτά, για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας, ένας λαός θεμελιώνει την κοινωνική του ζωή πάνω στη Δημοκρατία, πάνω δηλ. στο μόνο ανθρώπινο ορισμό του ανθρώπου. Από τώρα και στο εξής, η οργανωμένη Δύναμη της εξουσίας δεν ανήκει στην αυθαίρετη θέληση ενός ατόμου τύπου Θεμιστοκλή. Η αρχή πάνω στην οποία θεμελιώνεται η Πολιτεία δεν είναι τυφλή Σπαρτιατική πειθαρχία, ούτε η θρησκευτική πίστη, ούτε και η απάνθρωπη διάκριση της καταγωγής ή του πλούτου, αλλά είναι η Συνείδηση, ο Κοινός Νούς, η από τον ορισμό της κοινή σε όλους τους ανθρώπους Νόηση. Είναι η εποχή όπου για πρώτη φορά μια κοινωνία βλέπει τον εαυτό της με «ανθρώπινο», «ιστορικό» μάτι, και παύει να τον βλέπει σαν κάτι ουσιαστικά ανύπαρχτο, σαν ένα «Θεοῦ παίγνιον», σαν ένα οικτρό άθυρμα στα χέρια της Μοίρας ή της τύχης ή στα χέρια της αλόγιστης Δύναμης. Αρκεί να θυμηθούμε το αίσθημα κατωτερότητας, που είχεν ο Ελληνισμός, απέναντι στα πλούτη και στη δύναμη του Μεγάλου Βασιληά, αρκεί να θυμηθούμε τον Ηρόδοτο, αφελή επαρχιώτη, που πάει στη χώρα των θαυμάτων για να μορφωθεί, αρκεί ακόμα να θυμηθούμε το Αισχύλειο Πεπρωμένο που σου πνίγει την ανάσα και τον βαρύ και δυσκίνητο άνθρωπο της αρχαϊκής πλαστικής, για να καταλάβουμε τι κολοσσιαία αλλαγή μας δείχνει η νίκη της Δημοκρατίας στην Αθήνα. Ως τότε ο Νόμος της Πολιτείας, η «Δίκη», ήταν ιερός και απαρασάλευτος, δοσμένος μια για πάντα από τους θεούς στους αρεοπαγίτες, νόμιμους και ανεξέλεγκτους φύλακες και τηρητές του. Τώρα ο νόμος ανθρωποποιείται, είναι ιερός, αξίζει νάναι αντικείμενο θρησκευτικής λατρείας, γιατί συμβολίζει την ανώτατη αρχή και το συνεκτικό δεσμό της δημοκρατούμενης πολιτείας, αλλά πάντως είναι « ν ό μ ο ς », ανθρώπινη σύμβαση, ανθρώπινο κατασκεύασμα σχετικό και μεταβλητό, είναι νόμος που τον θέτει όχι ο θεός αλλά ύστερα από λέφτερη συζήτηση ο ίδιος ο κυρίαρχος Δήμος.

«Ἔδοξεν τῷ δήμῳ», έτσι αρχίζει πάντα κάθε ψήφισμα του Λαού, που μόλις ψηφισθή αποχτάει το κύρος Νόμου. Αυτό το γεγονός ότι κάθε άνθρωπος δημιουργεί ο ίδιος σαν άνθρωπος, και όχι σαν ευνοούμενος του Θεού, το Νόμο της ύπαρξής του: αυτό είναι το μυστικό της Θεϊκής μακαριότητος που αποπνέουν τα αγάλματα του Φειδία και γενικά τα έργα που εκφράζουν την κλασσική εποχή. Ο Kelsen λέει κάπου, ότι η Δημοκρατία είναι το μόνο πραγματικά ανθρώπινο πολιτικό καθεστώς, γιατί είναι το μόνο που στη βάση του θέτει την αρχή ότι στην αστάθεια και στη σχετικότητα των ανθρωπίνων πραγμάτων το μόνο αντίδοτο που υπάρχει είναι η Συνείδηση και η ελευθερία της: αυτή είναι ακριβώς η σκέψη που εμψυχώνει τους ανθρώπους  της κλασσικής περικλεϊκής Δημοκρατίας. Ως τότε, σ’ όλο τον 6ο αιώνα, ο άνθρωπος, που ζούσε μέσα σ’ ένα νόμιμα ταραγμένο και ανειρήνευτο κόσμο, ήταν αδύνατο να βρει μέσα στον εαυτό του μια άξια και δημιουργική μορφή ύπαρξης και γι’ αυτό κατέφυγε στο διονυσιακό μεθύσι, για να ξεχνάει τα βάσανα της ατομικής του ύπαρξης ή παραδίδονταν στη νοσταλγική αυταπάτη της αριστοκρατικής ιδεολογίας, που ο Πίνδαρος είναι ο κυριώτερος φορέας της και που εκφράζει το ιδανικό μιας εποχής ανεπίστρεπτα χαμένης και αντίθετης προς όλα τα γόνιμα στοιχεία της εξελισσόμενης πραγματικότητας. Τώρα όμως, ύστερα από τους περσικούς πολέμους, η νέα αυτοπεποίθηση του ανθρώπου δεν γεννιέται πια από τη στείρα αριστοκρατική ηρωολατρεία, οι άνθρωποι πια δεν είναι εφήμερα όντα, που υπάρχουν και δεν υπάρχουν, «σκιᾶς ὀνείρατα» που ανάμεσά τους ξεχωρίζει ο ήρωας που μόνος χάρη στη «διόδοτον αἴγλαν» έχει αληθινή ύπαρξη και «ἀρετή». Η νέα πίστη του ανθρώπου στην αξία της ανθρώπινης (και όχι της «διόδοτης», της δοσμένης από το Θεό) ζωής γεννιέται τώρα μέσα από το πνεύμα της θριαμβεύουσας Δημοκρατίας και της Ελεύθερης Συνείδησης, μέσα από την πίστη των Αθηναίων πολιτών ότι αυτοί «τολμῶντες» και «γιγνώσκοντες», με μόνο οδηγό την τόλμη και τη Συνείδησή τους, θα γινόντουσαν οι μόνοι άξιοι οικοδόμοι και στυλοβάτες του πεπρωμένου τους. Η ίδια η πολιτική τους πείρα, από την τριβή τους με την εξουσία, τους μάθαινε ότι δεν αρκεί ούτε ο τολμηρός εμπειρισμός ενός Θεμιστοκλή, ούτε η τυφλή πίστη σ’ ένα ασάλευτο νόμο για να στερεωθή η πολιτεία τους, μέσα σ’ ένα κόσμο συνεχώς μεταβαλλόμενο, που ο ορίζοντας του γινόταν από μέρα σε μέρα μεγαλύτερος. Το μόνο σίγουρο στοιχείο που την αποτελεσματικότητά του τη βλέπαν καθημερινά πάνω στην άσκηση της εξουσίας ήταν η λέφτερη Συνείδησή τους, το πάθος-μάθος που έβγαζαν οι ίδιοι και για δικό τους λογαριασμό από την καθημερινή τους τριβή με την εξουσία, τη δύναμη δηλ. που μόνη, κατά το παμπάλαιο αθηναϊκό γνωμικό, «δείχνει» τον άνθρωπο και του δίνει το μέτρο του εαυτού του. Από τώρα πια ο άνθρωπος, «ο ανθρώπινος άνθρωπος», όπως λέει ο Karl Marx, γίνεται το μέτρο των πραγμάτων.

Σε μια τέτοια ιστορική στιγμή ακούστηκε το «ἀλλ’ οὐκ εἰδώς γε» του Σοφοκλή.

Διαβάστε την συνέχεια στην ιστοσελίδα του νέου Ερμή του Λόγιου

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Αρέσει σε %d bloggers: