Αρχική » cineρήξη: Μαγνητικά πεδία & Αγέλη προβάτων

cineρήξη: Μαγνητικά πεδία & Αγέλη προβάτων

από Κωνσταντίνος Μπλάθρας

του Κωνσταντίνου Μπλάθρα

Μπορεί μια ταινία με δύο μόνο πρόσωπα, που τριγυρνούν με ένα παλιό αυτοκίνητο, να κρατήσει τον θεατή μία ώρα και είκοσι λεπτά προσηλωμένο; Ο Γιώργος Γούσης δεν είναι ο πρώτος που έδειξε ότι γίνεται. Είναι πάντως ο πιο μινιμαλιστής απ’ όλους, κι απ’ τον Τζάρμους και από τον Τσιώλη, με τους οποίους τον παραβάλλει η κριτική. Δύο άνθρωποι, λοιπόν, η Έλενα και ο Αντώνης –έχουν οι ήρωες τα ίδια ονόματα με τους πρωταγωνιστές–, το σαραβαλάκι της Έλενας που το φωνάζει Ζορζ. Κι ένα σιδερένιο κουτί με τα λείψανα της θείας του Αντώνη τριγυρνούν σ’ ένα νησί. Γιατί όμως;
Ο πλάνης βίος έχει τη γοητεία του και σχεδόν όλοι έχουν κάποτε μπει στη φάση του, ιδιαίτερα όταν αποζητούν μιαν αλλαγή, να ξεφύγουν από ό,τι τους πνίγει ή όταν –κάποιοι πιο φιλοσοφημένοι αυτοί– δουν κάποτε πως η ζωή κι ο κόσμος είναι κι αυτά μια πλάνη. Ή μια περιπλάνηση ή ένας δρόμος που οδηγεί κάπου αλλού. Πού; Όχι, η ταινία του Γούση δεν είναι φιλοσοφικό δοκίμιο. Είναι, όμως, ένα παράθυρο ανοιχτό στην ποίηση. Η Έλενα, για να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, φεύγει από την πόλη με το παλιό της αυτοκίνητο. Σταματά σε ένα βενζινάδικο για καύσιμα. Ρωτάει για τη θάλασσα. Η θάλασσα τη βγάζει σε λιμάνι, όπου μπαίνει σε ένα πορθμείο. Δεν είναι καλοκαίρι. Για πού; Δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ότι η Έλενα κοιτάζει γύρω της. Έτσι βλέπει τον Αντώνη, έναν μουσάτο, που το αυτοκίνητό του χαλάει και μόλις που καταφέρνει να το αποβιβάσει σπρώχνοντάς το. Η Έλενα προθυμοποιείται να βοηθήσει, να τον πάει παρακάτω. Αυτό το παρακάτω τους βγάζει σε ένα εστιατόριο για φαγητό –ξένοι κι οι δύο στο νησί– και σ’ ένα ξενοδοχείο. Όχι, δεν είναι αυτό που νομίζετε… Οι άνθρωποι δεν συνδέονται μόνο με τα υπογάστριά τους, όπως κάποιοι ψωροπερήφανοι διαφημιστές γκαρίζουν. Έχουν και καρδιά. Που μπορεί να χτυπάει με μυριάδες τρόπους. Τόσους όσοι και οι άνθρωποι.
Ο Αντώνης, φερ’ ειπείν, για να μείνω στο έργο, κουβαλάει ένα κουτί τσίγκινο, από αυτά που βάζουν τα οστά μετά την εκταφή. Στο κουτί αναπαύεται η θεία του, που ο Αντώνης δεν την καλογνώριζε, αλλά κάπως κάπου την καταλάβαινε. Και της είχε υποσχεθεί να τη θάψει στο χωριό της. Η Έλενα, από την άλλη, όπως μαθαίνουμε από τα τηλεφωνήματά της, έχει ένα σύζυγο κι έναν μικρό γιο, που τους αγαπά. Μα, φεύγει μακριά τους προσώρας, για να βρει τον εαυτό της. Είναι χορεύτρια με καριέρα. Αγαπάει τον χορό και χορεύει από μικρή. Πάντα χόρευε, αλλά… Είναι ο χορός όλη της η ζωή; Αυτό που θέλει πραγματικά να κάνει; Η Έλενα βρίσκει έναν ακροατή στο τραγούδι της –γιατί τραγουδάει κιόλας–, βοηθώντας τον Αντώνη με το αυτοκίνητο. Θα βρει στο τέλος έναν τρόπο να ζει. Κι ο Αντώνης, κουβαλώντας το κουτί με τη νεκρή του θεία, θα φτάσει κι αυτός σε μια διαφορετική, λοξή ματιά στη ζωή του. Δεν σας λέω άλλα για την υπόθεση, που έχει τη δική της γοητεία και είναι το όχημα –το σαραβαλάκι–της αναζήτησης και της ταινίας.
Είχαμε καιρό να δούμε μια τόσο καθαρή ματιά στο ελληνικό σινεμά. Και ως προς τους ήρωες και ως προς την ιστορία τους και ως προς την κινηματογραφική της γραφή. Ο Αντώνης Τσιτσιόπουλος, που κάνει τον Αντώνη, είναι ήρωας του Τσιώλη. Είχε ανεβάσει πριν μερικά χρόνια τη θεατρική «Πόρτα» του σκηνοθέτη. Η Έλενα Τοπαλίδου, πάλι, είναι χορεύτρια επαγγελματίας, με τον άντρα της και τον μικρό της γιο, όπως στην ταινία. Μη βιαστείτε να πείτε ότι παίζουν τον εαυτό τους. Αυτό στο σινεμά έτσι κι αλλιώς ισχύει. Συνδιαμορφώνουν τους διαλόγους και την υπόθεση με τον σκηνοθέτη, αντλώντας από τη δική τους ζωή. Από την αλήθεια τους, δηλαδή. Ο Γιώργος Γούσης, από την πλευρά του, έρχεται από τα κόμικς. Που δεν είναι, στην περίπτωσή του, απλώς χάρτινα. Και οι τρεις τους συνδιαμορφώνουν το έργο δίνοντάς του σάρκα και οστά. Δεν πήγαν, βέβαια, σε κάποιο νησί χαζεύοντας σαν τουρίστες. Βρήκαν την άλλη, την πραγματική τους εικόνα. Και όσοι συναντούν καθ’ οδόν, όπως ο τέλεια παιγμένος χαρακτήρας του φύλακα στο νεκροταφείο του χωριού, δίνουν στο εγχείρημά τους την πνοή ντοκουμέντου και ποιητικής φαντασίας ταυτόχρονα. Πάνω σ’ αυτό τον καμβά της αλήθειας των τριών συνδημιουργών, με την ίδια καθαρότητα ματιάς και αισθήματος ο διευθυντής φωτογραφίας Γιώργος Κουτσαλιάρης, με μια εξίσου ποιητική φωτογραφία, καταφέρνει να μεταπλάσει το ελληνικό τοπίο σε τόπο εξωτικό. Η μουσική του Λευτέρη Βολάνη και το μοντάζ του Δημήτρη Πολύζου έρχονται ως επιστέγασμα αυτής της χειρονομίας. Το δε φινάλε είναι όλα τα λεφτά.
Και οι θεατές, ιδιαίτερα οι νεώτεροι, ανταποκρίνονται θετικά σ’ αυτήν τους την αλήθεια, αφού η ταινία –με πέντε βραβεία Ίρις (καλύτερης ταινίας, σεναρίου, α΄ γυναικείου ρόλου, μουσικής και πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη) – στέκει καλά στα θερινά, που με καλές ταινίες δοκιμάζουν την επανάκαμψή τους στην καλοκαιρινή αναψυχή.

Αγέλη προβάτων

Η Αγέλη προβάτων του Δημήτρη Κανελλόπουλου έχει μερικά πολύ δυνατά ατού. Το ίδιο το θέμα της, πρώτα-πρώτα: Ένας τοπικός τοκογλύφος, ο Στέλιος, εκβιάζει όσους έχει δανείσει να του πληρώσουν τα διπλά. Αυτοί είναι τα πρόβατα. Έπειτα έχει ένα σενάριο με ενδιαφέρουσες ανατροπές. Και κυρίως έχει δυνατούς πρωταγωνιστές – Δημήτρης Λάλος, Άρης Σερβετάλης και Λευτέρης Πολυχρόνης που σηκώνουν το κύριο βάρος. Με αυτά τα στοιχεία υπέρ του καταφέρνει να φτιάξει μια αξιοπρόσεκτη περιπέτεια στην ελληνική επαρχία, όπου τα κυνηγημένα πρόβατα γίνονται αίφνης λύκοι. Τα πρόβατα γίνονται αγέλη…
Ο Στέλιος (Γιώργος Βαλαής), όπως είπαμε, είναι τοκογλύφος. Ο Θανάσης (Λάλος) έχει ένα φυτώριο και του χρωστάει ένα μεγάλο ποσό, που αδυνατεί να πληρώσει. Το ίδιο και ο Αποστόλης (Σερβετάλης), που έχει μίνι μάρκετ και ο Βαγγέλης (Δημήτρης Λιόλιος), που έχει ένα καφέ, και πάει λέγοντας. Ο Θανάσης, σαν το βαρβάτο κριάρι της ομάδας των χρεωστών, πείθει τους υπόλοιπους να αναλάβουν δράση κατά του Στέλιου «όλοι μαζί». Ο Στέλιος, όμως, έχει εξαποστείλει τους μπράβους του, τον Παραδείση (Πολυχρόνης) και τον Σωτήρη (Γιάννης Βασιλώττος) να εκφοβίσουν τον ήδη φοβισμένο Αποστόλη και τον «ατρόμητο» Θανάση, που τους διώχνει κακήν κακώς. Κάπου εκεί οι ρόλοι αντιστρέφονται: τα πρόβατα –σε αγέλη πλέον– κυνηγούν τους λύκους, που καταλήγουν αυτοί να έχουν τη συνήθη μοίρα των προβάτων. Στο ανδρικό κυνηγητό μπλέκονται –στο φόντο της υπόθεσης– και οι γυναίκες. Κυρίως η Γεωργία (Βιβή Πέτση), γυναίκα του Αποστόλη, που για χάρη της θα δοθεί η τελική μάχη, αυτή τη φορά μεταξύ της αγέλης των προβάτων, και η έξοδος του έργου.
Αυτό που καταφέρνει η ταινία είναι να στήσει μια κινηματογραφικών προδιαγραφών περιπέτεια –κάποιοι την είπαν γουέστερν–, χωρίς να προδίδει το θέμα της και την πραγματικότητα. Η φανερή, αλλά κυρίως η υπόκωφη και καλά κρυμμένη στους καθημερινούς ανθρώπους βία –πρώτος διδάξας επ’ αυτού ο Οικονομίδης, αλλά εδώ τελειώνει οποιαδήποτε σύγκριση– βρίσκει αιματηρή διέξοδο, πατώντας πάνω σε διαψεύσεις, απωθημένα, ακυρωμένους έρωτες και ποιος ξέρει πόσα άλλα. Η ελληνική επαρχία αποδεικνύεται το τέλειο σκηνικό για όλα αυτά, αν και τέτοια συμβαίνουν παντού. Το αποδεικνύει η σχεδόν καθημερινή πλέον ιστορία βίας που δονεί τα δελτία ειδήσεων. Ωστόσο, πέρα από γραφικότητες, είναι αλήθεια ότι ο Κανελλόπουλος, που έχει γράψει και το σενάριο, καταφέρνει να ζωντανέψει τους ήρωές του, στην πρώτη του αυτή μεγάλου μήκους ταινία. Για να μη λέω πολλά, είναι μια ενδιαφέρουσα ματιά πάνω στην επαρχία, το αντριλίκι, τα ζόρια, ορατά παντού, εδώ δοσμένα μέσα από τη μυθοπλασία, που καταφέρνει να τα αναδείξει πέρα από τις ευκολίες του «καλού» και του «κακού». Η αλληλεγγύη, παραδείγματος χάριν, που μπορεί να γίνει φονικός βραχίονας.
Η ταινία με τα βραβεία του β΄ ανδρικού ρόλου (Σερβετάλης) και το βραβείο κοινού στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης ανοίγει επίσης στα θερινά σινεμά με καλές συστάσεις. Η φωτογραφία είναι του Στέλιου Πίσσα. Και αν η ταινία ήταν λιγάκι πιο σφιχτή σε διάρκεια, νομίζω, και πιο αυστηρή στο ντεκουπάζ της (στην επιλογή και την αλλαγή των πλάνων της), θα πετύχαινε εντονότερα αισθήματα στον θεατή της.
Είναι πάντως παρήγορο και αξιοπαρατήρητο ότι οι ελληνικές ταινίες, παρά την κρίση, φουντώνουν. Κι είναι πάντα κρίσιμη μια μυθοπλαστική ματιά στα πράγματά μας, που προσπαθεί μάλιστα –αυτό ισχύει και για τις δύο ταινίες που παρουσιάζουμε σήμερα– να βγάλει το ελληνικό σινεμά από μια ιδεολογική εσωστρέφεια που του στερεί την καθαρότητα της ματιάς και οπωσδήποτε το κάνει ελλειμματικό, εν τέλει, ως προς την αλήθεια. Κι αλήθεια στο σινεμά, όπως και στην τέχνη γενικότερα, είναι να μπορείς ν’ αναγνωρίζεις σ’ αυτά που βλέπεις ή ακούς τον εαυτό σου.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ