Αρχική » Γιατί οι μιλένιαλς εγκαταλείπουν

Γιατί οι μιλένιαλς εγκαταλείπουν

από Άρδην - Ρήξη

Του Τζόελ Κότκιν |  πρώτη δημοσίευση: ιστοσελίδα UnHerd

Με τον πληθωρισμό στα ύψη, την εμπιστοσύνη στις κυβερνήσεις να πέφτει κατακόρυφα και την παγκόσμια οικονομία να κινείται στα πρόθυρα της κατάρρευσης, θα περίμενε κανείς να δει τις μάζες να βγαίνουν στους δρόμους, ζητώντας την καρατόμηση των ηγεσιών τους. Αλλά αντί για οργή και εξέγερση, βλέπουμε κυρίως απάθεια. Αντί να ριζοσπαστικοποιηθούν, οι άνθρωποι απέχουν.

Η πολιτική αποξένωση βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα. Καθώς τα πρωτοσέλιδα αναγγέλλουν τη μία καταστροφή μετά την άλλη, από την πανδημία μέχρι την ύφεση και την κλιματική «αποκάλυψη», οι άνθρωποι χάνουν την πίστη τους στο μέλλον. Στις ΗΠΑ, η εμπιστοσύνη της κοινής γνώμης στην κυβέρνηση είναι σήμερα χαμηλότερη από ό,τι ήταν μετά το Watergate, και οι Αμερικανοί αποστασιοποιούνται μαζικά από την πολιτική στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και στις καλωδιακές ειδήσεις. Στις δημοκρατίες του πλανήτη, η συμμετοχή των ψηφοφόρων έχει μειωθεί από ένα μέσο όρο κοντά στο 80% κατά την δεκαετία του ’80 σε 60% σήμερα. Περισσότερο από το ήμισυ αυτής της μείωσης αποδίδεται στην αλλαγή γενεών. Στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, οι πολίτες μεταξύ 18 και 29 ετών συνήθως ψηφίζουν με ποσοστό χαμηλότερο από 10 μονάδες, από εκείνο των ατόμων άνω των 30 ετών.

Η χαμηλότερη συμμετοχή, ιδίως των νέων, έχει στρέψει την πολιτική προς τα άκρα. Στη Γαλλία, μόλις το 40% του εκλογικού σώματος ψήφισε κατά τις πρόσφατες εκλογές, κάτι που η Le Monde περιέγραψε ως «πολιτική απο-κοινωνικοποίηση».  Όσοι κάτω των 35 ετών προσήλθαν στις κάλπες, προτίμησαν τον Jean-Luc Mélenchon, τον ηλικιωμένο τροτσκιστή, ή τη Marine Le Pen, εμβληματική φιγούρα της γαλλικής ακροδεξιάς, αντί για τον πρόεδρο Emmanuel Macron, ο οποίος εκφράζει το τεχνοκρατικό κέντρο.

Ένα παρόμοιο μοτίβο διαδραματίζεται στις Ηνωμένες Πολιτείες. Καθώς η απάθεια αυξάνεται, οι νέοι ψηφοφόροι τείνουν να προτιμούν πιο ακραίους ιδεολογικά υποψηφίους, όπως ο Μπέρνι Σάντερς, ο οποίος στις προκριματικές εκλογές του 2016, κέρδισε περισσότερες ψήφους από άτομα κάτω των 30 ετών από ό,τι ο Ντόναλντ Τραμπ και η Χίλαρι Κλίντον μαζί. Αλλά ως επί το πλείστον, οι νέοι Αμερικανοί απορρίπτουν το σύστημα συνολικά. Σύμφωνα με τον πολιτικό επιστήμονα Yascha Mounk, ενώ πάνω από τα δύο τρίτα των ηλικιωμένων Αμερικανών εξακολουθούν να ασπάζονται τη δημοκρατία, μόνο ένας στους τρεις μιλένιαλς το κάνει.

Θα ήταν ένα πράγμα αν οι άνθρωποι απλώς αποσύρονταν από την πολιτική, αλλά όλο και περισσότερο αποσύρονται και από την οικονομία.  Στην Ιαπωνία, ιστορικό προπύργιο της εργασιομανίας, οι αναλυτές άρχισαν να παρατηρούν τη δεκαετία του ’80 την άνοδο των «shinjinrui», ή αλλιώς της «νέας φυλής». Πρόκειται για νέους που απέρριψαν την εργασία για μια «ελεύθερη» ζωή, οι οποίοι συχνά ζούσαν με τους γονείς τους και περνούσαν τον χρόνο τους ταξιδεύοντας, παίζοντας βιντεοπαιχνίδια και εξασκώντας διάφορα χόμπι. Τελευταία, ένα παρόμοιο φαινόμενο έχει εξαπλωθεί και αλλού στην Ασία, συμπεριλαμβανομένης της Κίνας, όπου οι μιλένιαλς έχουν εγκαταλείψει τον μόχθο χάριν της «ξάπλας».

Ακόμα και πριν την πανδημία καταγράφονταν αυξανόμενες ελλείψεις εργατικού δυναμικού στην Ευρώπη, οι οποίες αναμένεται να γίνουν πιο σοβαρές στο μέλλον. Αλλά το πρόβλημα δεν περιορίζεται μόνο στην Ευρώπη. Στις ΗΠΑ, η συμμετοχή του εργατικού δυναμικού μειώθηκε από το ανώτατο επίπεδο του 67,1% το 2000 στο 61% σήμερα, σύμφωνα με τη Fed του Σεντ Λούις. Μια έκθεση του 2021 από το Εμπορικό Επιμελητήριο σημείωσε ότι το 2012 υπήρχαν τέσσερις διαθέσιμοι εργαζόμενοι για κάθε θέση εργασίας. Σήμερα ο αριθμός αυτός είναι μόλις 1,4, το ήμισυ του ιστορικού μέσου όρου.  Η μείωση είναι ιδιαίτερα έντονη στους άνδρες, των οποίων το ποσοστό συμμετοχής έχει μειωθεί κατά 5% από το 1980. Σήμερα, εκτιμάται ότι στην Αμερική το ένα τρίτο των ανδρών παραγωγικής ηλικίας δεν εργάζεται.

Η απάντηση στο γιατί τόσοι πολλοί εγκαταλείπουν την εργασία ξεκινά από τα οικονομικά. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η κοινωνική κινητικότητα έχει μειωθεί κατακόρυφα τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες. Μια μελέτη του 2016 διαπίστωσε ότι από τις αρχές της δεκαετίας του ’80, η πιθανότητα να ανέλθουν οι εργαζόμενοι της μεσαίας τάξης στα ανώτερα σκαλοπάτια της κλίμακας αποδοχών μειώθηκε κατά περίπου 20%. Σύμφωνα με τις προβλέψεις της Deloitte, μέχρι το 2030, οι μιλένιαλς θα είναι με διαφορά η πολυπληθέστερη ενήλικη γενιά, αλλά θα κατέχουν μόνο το 16% του πλούτου της χώρας. Οι της Γενιάς Χ θα κατέχουν το 31%, ενώ οι Μπέιμπι Μπούμερς, οι οποίοι θα εισέρχονται στη δεκαετία των ογδόντα και ενενήντα, θα ελέγχουν το 45%.

Εν μέρει, αυτό είναι αποτέλεσμα της μεταπολιτευτικής απροθυμίας να δεχτούν χαμηλούς μισθούς ή να δεχτούν θέσεις εργασίας στην οικονομία του «διαμοιρασμού», όπου οι απολαβές και τα ωράρια διέπονται από καθεστώς αβεβαιότητας. Ορισμένοι χαμηλόμισθοι εργαζόμενοι διαπίστωσαν επίσης ότι τα κρατικά επιδόματα που διανεμήθηκαν κατά τη διάρκεια της πανδημίας, σε πολλές περιπτώσεις, συνέφεραν περισσότερο από την ίδια την εργασία. Σε χώρες όπως η Ιταλία και η Ισπανία, τα υψηλά επίπεδα δημόσιας πρόνοιας που αποσυνδέονται από την εργασία έχουν επίσης συσχετιστεί με την επιμονή της υψηλής ανεργίας.

Μια πρόσφατη ανάλυση των στοιχείων της Ομοσπονδιακής Τράπεζας δείχνει ότι οι νέοι Αμερικανοί με πτυχίο κολεγίου κερδίζουν σήμερα περίπου όσα κέρδιζαν στην ίδια ηλικία οι παππούδες τους Μπούμερ που δεν είχαν πτυχίο. Πάνω από το 40% των πρόσφατων αποφοίτων κολεγίου έχουν θέσεις εργασίας που δεν απαιτούν καθόλου πτυχίο. Το 2018, οι μισοί από όλους τους αποφοίτους κολεγίων έβγαζαν λιγότερα από 30.000 δολάρια ετησίως και μια άλλη πρόσφατη μελέτη δείχνει ότι οι περισσότεροι υποαπασχολούμενοι απόφοιτοι παραμένουν μόνιμα έτσι.

Στην Ιαπωνία και την Κίνα, επίσης, οι απόφοιτοι κολεγίων αντιμετωπίζουν μειωμένες ευκαιρίες. Και η δυστυχία μεταξύ των νέων αυξάνεται σε όλο τον ανεπτυγμένο κόσμο. Μια μελέτη του 2017 διαπίστωσε ότι οι νέοι στη Γαλλία, τη Βρετανία, την Ισπανία, την Ιταλία και τη Γερμανία ήταν ακόμη πιο απαισιόδοξοι για το μέλλον από τους Αμερικανούς ομολόγους τους.

Αυτή η αυξανόμενη δυσαρέσκεια έχει σοβαρές επιπτώσεις στην πολιτική και οικονομική μας υγεία. Ο καπιταλισμός σίγουρα δεν είναι σε καλή κατάσταση. Μια ισχυρή πλειοψηφία των ανθρώπων σε 28 χώρες σε όλο τον κόσμο πιστεύει ότι ο καπιταλισμός κάνει περισσότερο κακό παρά καλό. Περισσότεροι από τέσσερις στους πέντε ανησυχούν για την απώλεια θέσεων εργασίας. Είναι δύσκολο να πουλήσεις ένα σύστημα που παρέχει τόσο λίγες ευκαιρίες, ιδίως για τους νεοεισερχόμενους και τις μικρές επιχειρήσεις.

Είναι δυνατόν να φανταστεί κανείς μια μελλοντική κοινωνία στην οποία μια μικρή, υπερπαραγωγική διευθυντική ελίτ θα παρέχει τροφή, στέγαση και ευχαρίστηση σε άνεργους και αποθαρρημένους πληβείους. Αυτή η ιδέα έχει ευρεία αποδοχή μεταξύ των Αμερικανών ολιγαρχών της τεχνολογίας. Σύμφωνα με τον Greg Ferenstein, ο οποίος πήρε συνέντευξη από 147 ιδρυτές ψηφιακών εταιρειών, οι περισσότεροι πιστεύουν ότι «ένα ολοένα και μεγαλύτερο μερίδιο του οικονομικού πλούτου θα παράγεται από ένα μικρότερο κομμάτι πολύ ταλαντούχων ή ευφυών ανθρώπων. Όλοι οι υπόλοιποι θα συντηρούνται όλο και περισσότερο από κάποιο συνδυασμό συμμετοχής στην ‘οικονομία του διαμοιρασμού’, μερικής απασχόλησης, και κρατικών επιδομάτων». Αυτή η ιδέα, που συνήθως συνδέεται με την πρόταση για ένα Οικουμενικό Βασικό Εισόδημα (UBI), έχει υποστηριχθεί από πολλούς ολιγάρχες, όπως ο Μαρκ Ζούκερμπεργκ, ο Πιερ Ομιντιάρ, ο Έλον Μασκ και ο Σαμ Άλτμαν.

Αυτή η προοπτική –να χορηγούν οι κυβερνήσεις στους πολίτες τους εγγυημένα αλλά και αποσυνδεδεμένα από την εργασία εισοδήματα για να αυξήσουν την κατανάλωση– φαίνεται να ταιριάζει απόλυτα σε έναν πληθυσμό που δεν έχει κίνητρα και συχνά δεν διαθέτει χρήσιμες δεξιότητες. Αντί να εργάζονται, οι άνθρωποι μπορούν να ζουν σε επιδοτούμενα διαμερίσματα και να περνούν το χρόνο τους ταΐζοντας τις γάτες τους, χάνοντας τον εαυτό τους στο αναδυόμενο ψηφιακό κόσμο, πίνοντας και καπνίζοντας χόρτο καθώς γερνούν χωρίς να κάνουν οικογένεια ποτέ. Ένα πρωτότυπο αυτού του μοντέλου έχει ήδη φανεί στο αμερικανικό πρόγραμμα ανακούφισης του Covid-19 και στο προτεινόμενο σχέδιο Build Back Better του Μπάιντεν, το οποίο θα επέκτεινε τα επιδόματα σε όσους ήταν σε θέση να ενταχθούν στο εργατικό δυναμικό αλλά δεν ενδιαφέρονται να το κάνουν.

Κάποιοι μπορεί να το αποκαλούν σοσιαλισμό, αλλά είναι πιο κοντά στον Θαυμαστό Νέο Κόσμο. Οι μαρξιστές και οι σοσιαλδημοκράτες, ανεξάρτητα από τα ελαττώματά τους, παραδοσιακά επιβράβευαν την εργασία. Δεν οραματίστηκαν μια στάσιμη, ολιγαρχική κοινωνία που θα έμοιαζε με τους τελευταίους αιώνες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ή της Κίνας της δυναστείας Τσινγκ. Όπως υποστηρίζει ο συγγραφέας Aaron Renn, οι κοινωνίες όπου οι μεταβιβάσεις εισοδήματος έχουν γίνει τρόπος ζωής τείνουν να κάνουν κακό στα μέλη τους. Οι φυλές των ιθαγενών της Αμερικής που λαμβάνουν μια μορφή de facto Εγγυημένου Εισοδήματος από τα έσοδα των καζίνο παρουσιάζουν σοκαριστικά επίπεδα κατάχρησης ναρκωτικών, αλκοολισμού και απραξίας.

Στο μέλλον, οι δυσαρεστημένες μάζες θα μπορούσαν να βρεθούν να ζουν περισσότερο σαν φυλακισμένοι παρά σαν πολίτες. Εάν θέλουμε να αποφύγουμε την εξέλιξη αυτή, θα χρειαστεί να βρούμε τρόπους να αντικαταστήσουμε τη δυσαρέσκεια με τις φιλοδοξίες, και να ανανεώσουμε την προσήλωση στην ανθρώπινη πρόοδο. «Η συνήθεια της απελπισίας είναι χειρότερη από την ίδια την απελπισία», έγραφε ο Αλμπέρ Καμύ στην Πανούκλα. Αν δεν επαναπροσδιορίσουμε την ανάπτυξη και τη δημοκρατία, μπορούμε να περιμένουμε ένα μέλλον στασιμότητας και ολοένα αυξανόμενης ανισότητας –ένα μέλλον στο οποίο εμείς, χωρίς τη θέληση και την ικανότητα να δημιουργήσουμε νέο πλούτο, μπορεί να βρεθούμε να πολεμάμε, σαν σκυλιά της μάντρας, για τα συντρίμμια ενός κόσμου που χάνεται.

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Αρέσει σε %d bloggers: