Αρχική » Γυναικοκτονίες: σε αναζήτηση άμεσων παρεμβάσεων και παιδαγωγικών προτάσεων

Γυναικοκτονίες: σε αναζήτηση άμεσων παρεμβάσεων και παιδαγωγικών προτάσεων

από Τάσος Χατζηαναστασίου

Του Τάσου Χατζηαναστασίου

Οὕτως ὀφείλουσιν οἱ ἄνδρες ἀγαπᾶν τὰς ἑαυτῶν γυναῖκας, ὡς τὰ ἑαυτῶν σώματα· ὁ ἀγαπῶν τὴν ἑαυτοῦ γυναῖκα ἑαυτὸν ἀγαπᾷ· (Από την ιερολογία του γάμου).

Δεν υποφέρεται πραγματικά να πληθαίνουν διαρκώς οι ειδήσεις για δολοφονίες γυναικών. Ανάλογη είναι και η αύξηση του αριθμού των καταγγελιών για κακοποίηση. Είναι γεγονός ότι στην εποχή μας, στο συγκεκριμένο πολιτισμικό περιβάλλον, του σύγχρονου δυτικού κόσμου, υπάρχει τόσο κοινωνικά όσο και θεσμικά μεγαλύτερη ευαισθησία απ’ ό,τι παλιότερα που η ενδοοικογενειακή βία ήταν απλώς κάτι συνηθισμένο και σπανίως έβγαινε έξω από τους τοίχους του σπιτιού. Ακριβώς όμως επειδή, υποτίθεται ότι έχουμε κάνει κάποια σημαντικά βήματα σε ό,τι αφορά την ισότητα των φύλων, θα πρέπει να υπάρξει η μέγιστη δυνατή κινητοποίηση ώστε το φαινόμενο να εξαλειφθεί.

Αν ρίξει κανείς μια ματιά στις δολοφονίες γυναικών από τις αρχές του 2021, θα διαπιστώσει ότι οι περισσότερες διαπράττονται σ’ ένα στερημένο κοινωνικά και μορφωτικά περιβάλλον, που καθίσταται συχνά ακόμη πιο λούμπεν εξαιτίας της χρήσης ουσιών⸱ κυρίως όμως,  αυτά συμβαίνουν σ’ ένα πολιτισμικό περιβάλλον στο οποίο η υπόθεση της γυναικείας χειραφέτησης αγνοείται, περιφρονείται και καταπατείται συστηματικά. Λόγοι «τιμής» προστίθενται σε αυτήν την πολιτισμική προσέγγιση με βάση την οποία η ελεύθερη επιλογή συντρόφου από τη γυναίκα δεν είναι ανεκτή. Οι ψυχολόγοι θα επεσήμαναν επίσης την ανασφάλεια του δράστη που φτάνει στον φόνο προκειμένου να αποτρέψει ή να εκδικηθεί την απώλεια του προσώπου που ισχυρίζεται ότι …αγαπά: «τη σκότωσα γιατί την αγαπούσα», για να παραφράσουμε το δημοφιλές άσμα, «γιατί με απατούσε», «γιατί δεν άντεχα τον χωρισμό» ακούγονται συχνά ως «δικαιολογίες» των δραστών. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι υπάρχει ένα συγκεκριμένο προφίλ γυναικοκτόνου: «χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, προέλευση από ένα περιβάλλον που υποτιμά τις γυναίκες ή/και καλλιεργεί ένα στρεβλό αντρικό πρότυπο με βάση το οποίο αντριλίκι σημαίνει επιβολή δια της βίας, χαμηλή αυτοεκτίμηση, αυξημένη ανασφάλεια». Οι παραπάνω λόγοι ίσως εξηγούν το γιατί η επαρχία της Κρήτης μάλλον κατέχει από γεωγραφική άποψη τα θλιβερά πρωτεία ενώ υψηλό αναλογικά είναι και το ποσοστό γυναικοκτονιών που έχει διαπραχθεί από ξένους και μετανάστες.

Υπάρχουν όμως και οι εξαιρέσεις, όπως ήταν η δολοφονία της Καρολάιν Κράουτς στα Γλυκά Νερά από έναν άντρα που θα τον χαρακτηρίζαμε «επιτυχημένο», μορφωμένο, «κάποιου επιπέδου». Αυτός βέβαια, ακριβώς λόγω αυτής του της αίσθησης «υπεροχής», θεώρησε ότι είχε διαπράξει το «τέλειο έγκλημα», αλλά, η Ελληνική Αστυνομία έκανε σωστά τη δουλειά της και τον υποχρέωσε να ομολογήσει. Η περίπτωση του «αντιφασίστα» (με βάση το προφίλ του στα δίκτυα) δολοφόνου της νεαρής συντρόφου του στη Φολέγανδρο γιατί «χάλασε η φάση», ανήκει επίσης στις εξαιρέσεις. Αυτή θα έλεγα ότι εμπίπτει σε μία διαφορετικού τύπου στρέβλωση: της εκτροπής μιας εσφαλμένης αντίληψης περί «επαναστατικής βίας» στη σύντροφο που του «πήγε κόντρα» σε ένα ανόητο ζήτημα. Πρόκειται για φασιστική αντίληψη και πρακτική που κατά τα άλλα φορά τη λεοντή του αντιφασισμού, της ίδιας λογικής που οδήγησε και στο έγκλημα της «Μαρφίν».

Λέγεται ότι οι γυναίκες αντιδρούν παθητικά στην εις βάρος τους κακοποιητική συμπεριφορά η οποία αυξάνεται σε συχνότητα και ένταση ως τη μοιραία, «κακή» πάντα, στιγμή. Πολύ συχνά ανήκουν, πράγματι, στο ίδιο αξιακό και πολιτισμικό περιβάλλον που υποτιμά τις γυναίκες. Αυτό, όμως, δεν ισχύει στον βαθμό που νομίζουμε: από τη μελέτη των τελευταίων, τουλάχιστον, περιπτώσεων: τουλάχιστον 4 στις 10 γυναίκες είχαν καταγγείλει ότι κακοποιούνταν ή/και ότι απειλούνταν η ζωή τους. Τραγικότερη όλων η περίπτωση της Αλβανίδας εργαζόμενης Ελεονώρας που δολοφονήθηκε στη Ζάκυνθο στις 31 Ιουλίου 2022⸱ μισή ώρα πριν δολοφονηθεί, είχε ζητήσει τη βοήθεια της Αστυνομίας. Συμπεριλαμβάνουμε επομένως και την αστυνομική/κρατική αδράνεια ή/και ανεπάρκεια στους λόγους της αύξησης των γυναικοκτονιών. Παραμένει, βεβαίως, κι ένα μεγάλο ποσοστό γυναικών που δεν αντιδρά στην κακοποιητική συμπεριφορά.

Έχοντας όλα τα παραπάνω υπόψη, απαιτείται πρώτα πρώτα η ενίσχυση της προσωπικότητας των κοριτσιών που μεγαλώνουμε ως οικογένεια και διαπαιδαγωγούμε ως πολιτεία. Μία κοπέλα με αυτοσεβασμό δύσκολα θα δεθεί συναισθηματικά με άτομο χειριστικό και βίαιο, αλλά κι αν ακόμη κάνει μία εσφαλμένη επιλογή, θα βρει τη δύναμη να ανακτήσει την αυτεξουσιότητά της. Είναι απολύτως αρνητική, αν όχι και καταστροφική, για τη συγκρότηση της προσωπικότητας ενός παιδιού η λογική της ατιμωρησίας, της έλλειψης ορίων, της ανοχής σε συμπεριφορές που βλάπτουν, μειώνουν, πληγώνουν άλλους ανθρώπους, σωματικά αλλά και ψυχικά. Τέτοιες αντιλήψεις γιατί «παιδιά είναι» που κυριαρχούν σε πολλές οικογένειες και στο εκπαιδευτικό σύστημα, όπου μάλιστα εμφανίζονται και ως «προοδευτικές», «παιδαγωγικά σύγχρονες» κτλ, αμφισβητούνται πλέον έντονα. Ο σεβασμός του άλλου θα πρέπει να είναι αδιαπραγμάτευτος. Η αυτοπεποίθηση και ασφάλεια των νέων γυναικών αυξάνεται και με την καλλιέργεια της αντίληψης ότι αυτό αφορά πρώτιστα τις ίδιες κι ότι εάν ζουν σε περιοχή αυξημένης παραβατικότητας, αυτό μπορεί να περιλαμβάνει επίσης την εκπαίδευση στην αυτοάμυνα.

Η ενίσχυση όμως της προσωπικότητας αφορά εξίσου – αν όχι περισσότερο – και τους γιους και τους μαθητές μας. Ειδικά τα παιδιά από ένα φτωχότερο και πιο στερημένο κοινωνικό περιβάλλον έλκονται από την ιδέα της δύναμης. Ρόλος του σχολείου και του ευρύτερου περιβάλλοντος είναι, επομένως, να τους μάθει να ξεχωρίζουν τη δύναμη από τη βαναυσότητα. Αν θαυμάζουν τους μυώδεις άντρες με τη θηριώδη όψη των γυμναστηρίων και της τραπ μουσικής, αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό⸱ το να επιχειρήσει να τους πείσει κανείς με «κατήχηση», ότι αυτά είναι ευτελή ή αρνητικά πρότυπα, μάλλον θα έχει το αντίθετο αποτέλεσμα γιατί ο δικός μας λόγος για τα παιδιά αντιμετωπίζεται συχνά ως «εξουσιαστικός». Σημασία έχει να δουν ότι η δύναμη έχει μεγαλύτερη αξία όταν τίθεται στην υπηρεσία του πιο αδύναμου κι ότι αυτό σημαίνει μαγκιά και παλικαριά: να νιώθει ο άλλος ασφάλεια κι όχι φόβο κοντά σου, να επιβάλλεσαι επειδή θα προστατεύσεις και δε θα επιβληθείς στον αδύναμο. Κι αυτό είναι η ανώτερη μορφή δύναμης, η δύναμη ψυχής και είναι αυτή, τελικά που ασκεί γοητεία στα κορίτσια και όχι η καφρίλα, κάτι που τα ίδια θα το επιβεβαιώσουν. Ένα από τα ισχυρότερα διαχρονικά πρότυπα της ελληνικής παράδοσης είναι αυτό του ήρωα προμάχου, του υπερασπιστή των αδυνάτων και της πόλεως, της κοινότητας και όχι του δυνατού ηλίθιου που επιδεικνύει τα μούσκουλά του και πλακώνεται για ψύλλου πήδημα σ’ έναν «πόλεμο όλων εναντίον όλων» άνευ λόγου και αιτίας όπως στα βιντεοπαιχνίδια. Αν θαυμάζουν επομένως τη δύναμη, ας τη θαυμάζουν όταν τίθεται στην υπηρεσία του καλού. Εξίσου σημαντική όμως με τη δύναμη, ως αντρική αξία και πρότυπο είναι και η έννοια της ελευθερίας.

Στις περισσότερες περιπτώσεις, η γυναίκα δολοφονείται εξαιτίας της αδυναμίας του άντρα να αναγνωρίσει στη γυναίκα την ελευθερία της επιλογής συντρόφου, την αυτοδιάθεση του σώματός της. Μ’ αυτόν όμως τον τρόπο φανερώνεται και η δική του ανασφάλεια, η δική του μειωμένη αυτοεκτίμηση και ανελευθερία. Ο άνθρωπος που σκοτώνει το πρόσωπο με το οποίο είναι, μ’ έναν αρρωστημένο τρόπο, ψυχικά συνδεδεμένος είναι δέσμιος, όχι του πάθους του, αλλά της αδυναμίας τού να ζήσει ελεύθερος ενώ ο εγωισμός του δεν του επιτρέπει να αφήσει τη γυναίκα να ζήσει εκείνη όπως επιθυμεί η ίδια. Δεν αγαπά, επομένως, τη σύντροφό του και δεν αγαπά κατ’ επέκταση τον εαυτό του. Η ενίσχυση με κάθε τρόπο της αυτοεκτίμησης των παιδιών κι όχι του εγωκεντρισμού και του ναρκισσισμού τους, όπως μας προτρέπουν οι κυρίαρχες αντιλήψεις, είναι εξαιρετικά σημαντική. Το δε πρότυπο της ελευθερίας βρίσκεται πολύ ψηλά στην κλίμακα αξιών των εφήβων αλλά κι αυτήν την αντιλαμβάνονται μ’ έναν στρεβλό τρόπο εξαιτίας των ατομιστικών καταναλωτικών προτύπων: ότι ελευθερία είναι να κάνεις και ν’ αποκτάς ό,τι θέλεις. Είναι σημαντικό, ωστόσο, μέσα από συγκεκριμένα παραδείγματα, να αντιλαμβάνονται τα παιδιά ότι πραγματικά ελεύθερος είναι αυτός που αγωνίζεται και κατορθώνει να υπερνικήσει τα πάθη του κι όχι αυτός που οι επιλογές του καθορίζονται από αυτά. Διαφορετικά, θα πρέπει να αποδεχθούμε την «ελευθερία» του τοξικοεξαρτημένου, του βιαστή, του κακούργου, του σαδιστή, του κάθε λογής άρρωστου ψυχικά, όπως εξάλλου και την απαλλαγμένη από οποιονδήποτε έλεγχο διακίνηση αγαθών, ανθρώπων και κεφαλαίων όπως συμβαίνει στον σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό, τα όρια του οποίου επίσης δοκιμάζονται σήμερα. Ο σεβασμός των επιλογών των γυναικών, της ελευθερίας τους, της αυτοδιάθεσης του σώματός τους αποτελεί επίσης κριτήριο της ελευθερίας και της δύναμης των αντρών να ελέγχουν κάθε ροπή, τάση, επιθυμία μπορεί, εφόσον εκδηλωθεί, να προκαλέσει πόνο και βλάβη στον συνάνθρωπο και ειδικά στη σύντροφο.

Στο ίδιο πλαίσιο, η καταπολέμηση του σεξισμού δεν επιτυγχάνεται με θεσμικές παρεμβάσεις και αλλαγές, όπως αυτές στον τρόπο αναγραφής των γενών έγγραφα του σχολείου με τα εκνευριστικά «των μαθητών/τριών», «του καθηγητή/της καθηγήτριας» ειδικά όταν είναι συχνά στον λόγο. Πόσο μάλλον με «κατήχηση» για τον σεξισμό και τη βία στους στίχους της τραπ. Και σ’ αυτό το ζήτημα η παρέμβαση αφορά το επίπεδο των προτύπων και των αξιών και ισχύουν όσα είπαμε για τον αυτοσεβασμό και την τήρηση κανόνων που επιτρέπουν στα μέλη μιας κοινότητας, εν προκειμένω της σχολικής, να λειτουργεί αρμονικά και δημοκρατικά. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν πρέπει να ενισχυθεί το θεσμικό πλαίσιο και ιδιαίτερα το πειθαρχικό. Στους τελευταίους σχολικούς αγώνες κοριτσιών που έλαβε μέρος το σχολείο μου, οι χυδαίες σεξιστικές επιθέσεις σε βάρος των γυναικών συνοδών και των κοριτσιών στους εκτός έδρας αγώνες τους, δεν έγιναν καν αντικείμενο συζήτησης. Αν αυτής της μορφής η λεκτική βία σε σχολικό περιβάλλον σε έναν θεσμό πρώτιστα παιδαγωγικό και δευτερευόντως αθλητικό γίνεται ανεκτή, πώς περιμένουμε ότι θα συμπεριφερθούν τα ίδια παιδιά σε γυναίκες και κορίτσια στην πραγματική ζωή; Τι να τα κάνουμε τα σεμινάρια κατά του σεξισμού όταν οι θεσμοί που υποτίθεται διαπαιδαγωγούν αφήνουν τον χυδαιότερο σεξισμό, τον γηπεδικό, ατιμώρητο; Η μηδενική ανοχή σε τέτοια φαινόμενα θα πρέπει και  να θεσμοθετηθεί και να ισχύει.

Με δεδομένο ότι στα λαϊκά στρώματα στα οποία μας ενδιαφέρει η καλλιέργεια υγιών συνειδήσεων, η Πίστη και η λαϊκή θρησκευτικότητα γενικότερα, εξακολουθούν να ασκούν ισχυρή επιρροή, είναι σημαντικό να προβάλλεται ο σαφώς υπέρ της γυναίκας λόγος του Ευαγγελίου και της ιερολογίας του Γάμου. Αντί για παιδιά που «δεν έχουν τον θεό τους», θέλουμε παιδιά που έχοντας σαφή επίγνωση του καλού και του κακού ενθαρρύνονται να πράττουν το καλό συνειδητά. Ας μην υποτιμάμε και ας μην περιφρονούμε τον φόβο του Θεού που λειτουργούσε για αιώνες ως δύναμη αποτροπής από το κακό, ειδικά στα λαϊκότερα στρώματα. Η πρόταση αυτή βέβαια σκοντάφτει στην προκατάληψη και στην περιφρόνηση της θρησκευτικής συνείδησης από τη δυτικοτραφή εγχώρια διανόηση είτε αυτή εκφράζει τον εργαλειακό ορθολογισμό, είτε τον υλικό ατομιστικό ωφελιμισμό είτε έναν ξεπερασμένο αντικληρικαλισμό⸱ προκατάληψη που, όμως, στηρίζεται στην υπαρκτή σκοταδιστική πλευρά της Εκκλησίας. Ωστόσο, είναι πραγματικά κρίμα να διαθέτουμε μία παράδοση που αποτελεί το αντίπαλον δέος του σύγχρονου δυναμοκεντρικού υποκειμένου, δηλαδή του άκρατου ατομιστή που βρίσκεται σ’ ένα διαρκή ανταγωνισμό για εξουσία και δύναμη, και να μην την αξιοποιούμε. Το αγαπητικό υποκείμενο της θεολογίας του Προσώπου, το πρόσωπο που στηρίζει τις σχέσεις του στην αγάπη, αυτό που εκφράζει υπέροχα και το «δε γεννήθηκα για να μισώ αλλά για ν’ αγαπώ» της Αντιγόνης του Σοφοκλή (μαζί με το δύσκολο ν’ αποδοθεί «συν» της σχέσης: «Οὒτοι συνέχθειν, ἀλλά συμφιλεῖν ἔφυν»), προσφέρει μια διαχρονικά στέρεη απάντηση στα συναισθηματικά αδιέξοδα και τη σύγχυση των εφήβων για το περιεχόμενο και τον σκοπό των σχέσεών τους. Μ’ έναν σύγχρονο τρόπο, το πρότυπο του Χριστού που ενθάρρυνε, συγχωρούσε και αποδεχόταν τις «αμαρτωλές» γυναίκες και κάνει λόγο για «τὴν εἰς ἀλλήλους ἀγάπην» ανάμεσα στο ζευγάρι, μπορεί να αποτελέσει τη διέξοδο ανάμεσα και ενάντια στον ευσεβισμό με τις ενοχικές εμμονές και τη σεξουαλική καταπίεση των προτεσταντικής αντίληψης των «θεουσών», αλλά και τη μισογυνική χυδαιότητα των υπολειμμάτων πατριαρχίας και του σύγχρονου καταναλωτικού σεξισμού.

Σε περίπτωση που το οικογενειακό περιβάλλον είναι κακοποητικό, η γειτονιά, το ευρύτερο συγγενικό και φιλικό περιβάλλον και το σχολείο θα πρέπει να αντιληφθούν ότι η ενεργοποίησή τους μπορεί να αποβεί σωτήρια. Αυτό προϋποθέτει υψηλό βαθμό κοινωνικής ευθύνης, που επίσης οφείλει να καλλιεργηθεί στο σπίτι και στο σχολείο. Την ίδια θετική δράση μπορεί να έχουν και τα λεγόμενα κοινωνικά κινήματα. Οι ιδεοληψίες, ωστόσο, που κυριαρχούν σε αυτού του τύπου τις συλλογικότητες δεν τους επιτρέπουν να παίξουν έναν αποτελεσματικό ρόλο. Για πολλά χρόνια, για παράδειγμα, γινόταν συζήτηση στο πλαίσιο των φεμινιστικών ομάδων για το εάν θα πρέπει να καταγγέλλεται η κόλαση που βιώνουν οι γυναίκες σε περιοχές του κέντρου της Αθήνας από τις σεξιστικές επιθέσεις, λεκτικές και σωματικές, των μεταναστών ενώ για το ότι στους χώρους του «ασύλου» του ΑΠΘ ήταν αδύνατο να περάσει κοπέλα μόνη της χωρίς να την παρενοχλήσουν σεξουαλικά, δεν υπήρξε ποτέ κάποια κινηματική παρέμβαση. Αντίστοιχα ανεύθυνα εγκληματική σε βάρος της αυτοδιάθεσης του σώματος της γυναίκας είναι και η στάση μιας ακραίας αντίληψης της κουλτούρας της «μη βίας»: «προτιμώ η κόρη μου να βιαστεί, παρά να χτυπήσει τον επίδοξο βιαστή της» ήταν μία ανατριχιαστική τοποθέτηση της οποίας ο γράφων υπήρξε αυτήκοος μάρτυρας κατά τη σύνταξη των προγραμματικών θέσεων «εναλλακτικού» πολιτικού οργανισμού τη δεκαετία του ’90. Η νόμιμη άμυνα κι αυτοάμυνα θα πρέπει να αποτελεί κοινή αξία τόσο σε ζητήματα εθνικής κυριαρχίας και ανεξαρτησίας όσο και σε ζητήματα αυτοδιάθεσης του σώματος. Οι δε κινήσεις υπεράσπισης ποικίλων δικαιωμάτων είναι καιρός να πάψουν να εθελοτυφλούν και να ανέχονται την κακοποίηση γυναικών όταν αυτή προέρχεται από μετανάστες, η κουλτούρα των οποίων υποτιμά το άλλο φύλο, όπως συμβαίνει με το ισλάμ.

Όμως, η ασφάλεια και η ακεραιότητα μιας γυναίκας δεν μπορεί να επαφίεται στην καλή διάθεση του περιβάλλοντος και στον «από μηχανής θεό» ή στην επιλεκτική ευαισθησία των κάθε λογής κινημάτων. Στην Ισλανδία, έχει θεσμοθετηθεί το «κουμπί πανικού» στο κινητό τηλέφωνο που φέρνει την αστυνομία αμέσως στον χώρο του στίγματος της συσκευής. Εκεί κάθε καταγγελία λαμβάνεται πολύ σοβαρά υπόψη και η καταγγέλλουσα τίθεται αμέσως υπό προστασία, με συχνή αστυνομική παρουσία και άλλα μέτρα φύλαξης. Σε μία σειρά από χώρες της Ε.Ε. προβλέπεται η αυτεπάγγελτη δίωξη του καταγγελλόμενου χωρίς να απαιτείται υποβολή μήνυσης ενώ το νομοθετικό πλαίσιο δεν επιτρέπει στον άντρα που επιδεικνύει κακοποιητική συμπεριφορά να έχει την οποιαδήποτε επαφή με το θύμα ενώ οι ποινές για τη γυναικοκτονία με τη λογική της αποτροπής είναι αυστηρότατες. Τέτοιο πλαίσιο απέκτησε πρόσφατα και η Κύπρος.

Συμπερασματικά, για την αντιμετώπιση του φαινομένου της κακοποίησης γυναικών και κατ’ επέκταση των γυναικοκτονιών, απαιτούνται παρεμβάσεις που αφορούν τόσο τους εμπλεκόμενους φορείς, την αστυνομία και τη δικαιοσύνη, όσο και την ενδυνάμωση των κοριτσιών και την καλλιέργεια υγιών προτύπων στα αγόρια, ειδικά σε ό,τι αφορά την έννοια της δύναμης και της σχέσης τους με τα κορίτσια, μια σχέσης στηριγμένης στον σεβασμό, την ελευθερία, την ισότητα, την αποδοχή, «την ὁμόνοιαν ψυχῶν καὶ σωμάτων». Έως τότε, όμως, ώσπου να αποδώσει καρπούς μία παιδαγωγική που διαπλάθει δυνατούς χαρακτήρες, απαιτείται να κάνουν πολιτεία και κοινωνία, αυτό που πρέπει: να παρεμβαίνουν σε κάθε σχετική καταγγελία ή ένδειξη κακοποίησης έγκαιρα και αποτελεσματικά.

Τάσος Χατζηαναστασίου

ΣΧΕΤΙΚΑ

1 ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ