Αρχική » 1909-1922: Διχασμός ή σύγκρουση δύο στρατηγικών για τον ελληνισμό;

1909-1922: Διχασμός ή σύγκρουση δύο στρατηγικών για τον ελληνισμό;

από Γιώργος Ρακκάς

Βιβλιοπαρουσίαση: Γιώργος Καραμπελιάς 1909-1922, Επανάσταση και Αντεπανάσταση στην Ελλάδα, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2022.

Του Γιώργου Ρακκά

Tο βιβλίο του Γιώργου Καραμπελιά 1909-1922, Επανάσταση και Αντεπανάσταση στην Ελλάδα (Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2022) συνεισφέρει σε νέες οπτικές στην ιστορική έρευνα, την συλλογική αυτογνωσία, καθώς και στη δημόσια συζήτηση που γίνεται για τα 100 χρόνια από τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Κατ’ αρχάς, καλύπτει με την προσέγγισή του το ιδεολογικό χάσμα των επίσημων εορτασμών. Υιοθετώντας την διαλεκτική περί «καταστροφών και θριάμβων», την οποία αρέσκεται να επαναλαμβάνει συχνά και ο ίδιος ο Πρωθυπουργός, οι επίσημοι εορτασμοί προσανατολίζονται περισσότερο στο τρίπτυχο «Καταστροφή-Προσφυγιά/Ανασυγκρότηση», και επιμένουν στην επαύριον του 1922. Ιδίως στον εμπλουτισμό της ελλαδικής κοινωνίας με τους ανθρώπους και τον πολιτισμό του Ελληνισμού από τον Πόντο και τη Μικρασία.

Έτσι όμως, παραμένουν ανέγγιχτα τα ιστορικά αίτια της Καταστροφής, ενώ, η αδήριτη πραγματικότητα ότι ιδρυτικό γεγονός της σύγχρονης Τουρκίας στέκει η ‘γενοκτονική μηχανική’ της περιόδου 1912-1922 και πάλι παραμερίζεται (γιατί άραγε;).

Ο συγγραφέας οδηγείται στην ερμηνεία του 1922, από το 1909. Αντιμετωπίζει αυτά τα χρόνια ως μια ενιαία περίοδο. Εκείνο δε που την ενοποιεί είναι ότι στην διάρκειά τους εξελίσσεται μια επανάσταση, που δεν είναι άλλη από την απόπειρα ολοκλήρωσης της Μεγάλης ιδέας, αρχικώς με την απελευθέρωση της Μακεδονίας και της Ηπείρου, στη συνέχεια, με το πέρασμα στην άλλη πλευρά του Αιγαίου για την τελευταία πράξη, την χειραφέτηση του Ελληνισμού στον Πόντο και την Μικρά Ασία.

Η Μικρασιατική εκστρατεία, επομένως, που μέχρι και σήμερα η Αριστερά καταγγέλλει ως ‘ιμπεριαλιστική’, και διάφορες άλλες δυνάμεις αξιολογούν ως «τυχοδιωκτική» κρίνοντας ότι αποτελούσε ένα εγχείρημα έξω από τις υλικές δυνατότητες και τα μεγέθη του ελληνικού κράτους, υπήρξε καρπός μιας κινητοποίησης ολάκερου του ελληνισμού: Της συμμαχίας, όπως υποστηρίζει ο συγγραφέας, των δυνάμεων του ευρύτερου ελληνισμού, με τις αντιολιγαρχικές δυνάμεις που δρούσαν μέσα στην κρατική επικράτεια.

Ξεκινάει με την επανάσταση του 1909, προχωράει με αποφασιστικότητα στην εσωτερική ανάταξη και στις νίκες των Βαλκανικών πολέμων, για να προσκρούσει από το 1915 και έπειτα στην ανάδυση και την αντίδραση του μικροελλαδισμού. Πυρήνας της αντιβενιζελικής παρατάξεως, οι ελίτ που διαμορφώθηκαν μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, στήριζαν την ισχύ τους στον κρατικό του υδροκεφαλισμό και την παρασιτική υφή του, και γι’ αυτό συνέδεαν τα συμφέροντά τους με την «μικρή, πλην τίμια Ελλάδα».

Η αντίθεση ελληνισμού και μικροελλαδισμού αποτελεί και το ‘αρχιμήδειο σημείο’ του συγγραφέα, που του επιτρέπει να διαπιστώσει και τα βαθύτερα αίτια του Διχασμού. Ξεφεύγει έτσι από την επιφανειακή οπτική που προσεγγίζει την αντίθεση βενιζελικών και αντιβενιζελικών σε ιστορικό κενό, δίχως να την εντάσσει στη μεγαλύτερη διάρκεια, και να βλέπει την προϊστορία της στην ευρύτερη διαμάχη μεταξύ των δύο στρατηγικών –της Μεγάλης Ιδέας από την μία, της «Ελλάδας της Μελούνας» από την άλλη.

Η μεγάλη πλειοψηφία των σημερινών ιστορικών, εξάλλου, είτε κατασκευάζουν ‘αφηγήσεις’ συγκεντρώνοντας αποσπασματικά ιστορικά τεκμήρια σέ ένα δικό τους κολάζ, είτε πέφτουν θύμα της υπερεξειδίκευσής τους: παίρνουν ως σημείο αφετηρίας τους κάποιες ορισμένες ψηφίδες της μεγάλης ιστορικής εικόνας, και από αυτές προσπαθούν να καταστρώσουν ερμηνευτικά σχήματα για το όλον.

Ο Καραμπελιάς, αντίθετα, παραμένει ως προς αυτό κλασικός. Πραγματεύεται διεξοδικά τις ιστορικές πηγές, και χτίζει μεθοδικά μια σφαιρική ιστορική προσέγγιση:

Οι μεγάλες γεωπολιτικές ανατροπές (Α΄ παγκόσμιος πόλεμος) είναι το γενικό πλαίσιο, μέσα του εξελίσσεται το εγχείρημα πραγμάτωσης της Μεγάλης Ιδέας, και επηρεάζεται αποφασιστικά από αυτό (γι’ αυτό εξ άλλου καθοριστική σημασία είχε η έκταση που πήρε η ανάμειξη του γερμανικού παράγοντα στις εγχώριες εξελίξεις, ώστε να αποτρέψει την συμμετοχή της Ελλάδας στην εκστρατεία της Καλλίπολης).

Το αναπτυξιακό και θεσμικό ‘άλμα προς τα μπρος’ που πραγματοποίησε η Ελλάδα, που πίεζε για την αναδιαμόρφωση της εγχώριας κοινωνικής πραγματικότητας.

Τέλος, οι σχέσεις των πολιτικών και κοινωνικών ρευμάτων που συγκροτήθηκαν υπό την επίδραση των κοσμοϊστορικών γεγονότων και της εθνικής προσπάθειας, με το πνεύμα και τον πολιτισμό –τον κόσμο των ιδεών.

Ολική ιστορία, απέναντι στην μεταμοντέρνα και κατακερματισμένη. Δίχως μάλιστα η ερμηνευτική προσέγγιση να κλείνεται σε δογματισμούς και θεωρητικά σχήματα που έρχονται να θέσουν την ίδια την ιστορική πραγματικότητα στην κλίνη του Προκρούστη. Μπορεί η ματιά του συγγραφέα να είναι σφαιρική, ωστόσο δεν παύει να φιλοτεχνεί την μεγάλη εικόνα της συγκεκριμένης περιόδου.

Στη βάση του σχήματος περί μικροελλαδισμού/ελληνισμού, διατυπώνεται μια οριστική απάντηση στην παλιά διαμάχη της εγχώριας κοινωνιολογίας, ιστορίας και πολιτικής επιστήμης σε σχέση με το τι ήταν η Ελλάδα του 19ου αιώνα (και άρα μέχρι τον 20ο).

Ήταν ‘περιφέρεια’ στο διεθνές σύστημα, ολότελα υπανάπτυκτη οικονομικά, κοινωνικά και άρα πολιτιστικά σε σχέση με την Δύση; Στην άποψη αυτή συνηγόρησαν κατά το παρελθόν φωνές ακραία ευρωκεντρικές, που έβλεπαν πάντοτε στην Ελλάδα μια εκσυγχρονιστική αποτυχία· την αναπαρήγαγαν όμως κι από το άλλο άκρο του φάσματος. Αντιδυτικοί, που κατήγγειλαν πάνω στην ίδια βάση την ακραία αποικιοποίηση της χώρας. Κάποιοι από αυτούς, μάλιστα, αντέστρεφαν την εικόνα της καθυστέρησης σ’ έναν ρομαντισμό – Ψωροκώσταινα μεν, που έχει όμως κρατήσει αμόλυντη την ιδιοσυστασία της.

Από την άλλη στέκει η άποψη ενός success story, που κυκλοφορεί ευρέως τα τελευταία χρόνια. Ένα κράτος που ιδρύθηκε κακήν κακώς, και στήθηκε στα πόδια του από την γαλαντομία των συμμάχων, κατάφερε όμως μέσα από σκολιούς δρόμους να μετεξελιχθεί στο πιο σύγχρονο κράτος της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.

Η διαλεκτική των ‘καταστροφών και των θριάμβων’ καταλήγει να αφήνει πίσω της την αίσθηση ότι «καλώς έγιναν καμωμένα τα όσα έγιναν». Εξ άλλου στο τέλος κατισχύουν πάντοτε οι «θρίαμβοι». Άρα, θα μπορούσε να συμπεράνει κανείς, «ζούμε στον καλύτερο ελληνισμό που θα μπορούσε να υπάρξει».

Έχουμε να κάνουμε εδώ με μια οπτική υποτίμησης των ίδιων των μεγεθών μας. Ιστορικά, η λειτουργία του Ελληνισμού μέχρι το… 1922, ήταν πολύ ευρύτερη και κρισιμότερη για το ίδιο το διεθνές σύστημα σε έναν εκτεταμένο ιστορικό χώρο. Αν απέτυχε να κατασταλάξει σ’ ένα μεγαλύτερο, ισχυρότερο κράτος, τούτο οφείλεται ακριβώς στην Καταστροφή του 1922. Ο δε ‘θρίαμβος’ της αποκατάστασης, ήταν αναδίπλωση του Ελληνισμού στα όρια του ελλαδικού κράτους και πύκνωση των ποιοτήτων του ευρύτερου ελληνισμού μέσα στον ελλαδικό χώρο.

Ο Καραμπελιάς μέσα από το σχήμα της αντιπαράθεσης του μικροελλαδισμού με τον ελληνισμό φωτίζει την ‘κβαντική’ θέση του Ελληνισμού στο διεθνές σύστημα: ως ελλαδικό κράτος, στην περιφέρεια, με καχεκτική κοινωνική και οικονομική δυναμική και το κράτος να διατηρεί το γενικό πρόσταγμα του συλλογικού βίου, διαμορφώνοντας ένα παρασιτικό μοντέλο. Την ίδια στιγμή, ο ελληνισμός διαδραματίζει πρωτοποριακό ρόλο στην έλευση και την ανάπτυξη του καπιταλισμού, στον κοινωνικό εκσυγχρονισμό, και την πνευματική ανανέωση σε μια τεράστια περιοχή –από την Οδησσό μέχρι την Αλεξάνδρεια.

Η απόπειρα πραγμάτωσης της Μεγάλης Ιδέας, λοιπόν, αποτέλεσε εγχείρημα εκείνου του μείζονος ελληνισμού. Άρα το τραγικό τέλος της Μικρασιατικής Εκστρατείας δεν εγγράφεται στο μάταιο της πραγματοποίησής της, που δεν επρόκειτο με τίποτα να επιτύχει λόγω της ελλαδικής καχεξίας.

Επειδή ακριβώς έχει ήδη αναλύσει την διφυή υπόσταση του ελληνισμού –καχεκτικός εντός της ελλαδικής επικράτειας, δυναμικός σ’ έναν ευρύτερο ιστορικό χώρο– ο συγγραφέας είναι σε θέση να κατανοήσει αυτή την πραγματικότητα. Άρα να παραμερίσει τους ‘ντετερμινισμούς’ και τις θεωρίες περί αναπόφευκτου, που εξ άλλου επιμένουν να φέρουν μέσα τους επιχειρήματα που άλλοτε αποτέλεσαν θέσεις της μικροελλαδικής παράταξης, και να δει τον Διχασμό με καθαρότερη ματιά, ως σύγκρουση δύο στρατηγικών, ένα σταυροδρόμι για την μορφή που θα πάρει η Ελλάδα την επαύριον του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου.

Η συνειδητοποίηση του ευρύτερου ρόλου που διαδραμάτιζε ο ελληνισμός μας βοηθάει να κατανοήσουμε πως ακόμα και σήμερα δεν είναι δυνατόν η Ελλάδα να λογίζεται ως «μικρό αλλά προοδευμένο κράτος της νοτιοανατολικής Ευρώπης». Μικρό, εξ άλλου, σε ό,τι αφορά στα μεγέθη είναι και το κράτος του Ισραήλ. Μπορεί οι Νεότουρκοι να κατάφεραν να εξαλείψουν τους Έλληνες του Πόντου και της Μικρασίας, ωστόσο, η Τουρκία δεν θα μπορέσει ποτέ να διαγράψει τις ιστορικές διαστάσεις του ελληνισμού που εξακολουθούν να επιβιώνουν, και αποδίδουν ιδιαίτερο κύρος και ρόλο στη χώρα μας παρά τα μικρά της μεγέθη.

Τέλος, το βιβλίο 1909-1922, Επανάσταση και Αντεπανάσταση στην Ελλάδα, καλύπτει ένα ακόμα κενό που υπάρχει στην ιστοριογραφία, αλλά και κατ’ επέκτασιν στην πολιτική: Την αδυναμία σύζευξης εκσυγχρονισμού και Μεγάλης Ιδέας, που στην πραγματικότητα αποτέλεσαν κεντρικές πτυχές μιας ενιαίας διαδικασίας, μιας ενιαίας πολιτικής παράταξης, και ενός ενιαίου αιτήματος.

Ο φιλελευθερισμός και η σοσιαλδημοκρατία, πιο ξεκάθαρα τα ιστοριογραφικά ρεύματα που αναφέρονται σε αυτούς τους ιδεολογικούς χώρους, πίσω από αυτά, και οι πολιτικές τους φωνές, αρνούνται την σύνδεση Μεγάλης Ιδέας και εκσυγχρονισμού, αν και θεωρούν εαυτόν συγγενή ή ακόμα και κληρονόμο της βενιζελικής παράταξης. Παρ’ όλα αυτά, επιμένουν ότι η Μεγάλη Ιδέα ανήκει σ’ έναν αντιδραστικό, ρομαντικό εθνικισμό, έτσι την αντιμετωπίζουν μέχρι τη στιγμή της Εθνικής Εταιρείας, ενώ όταν μιλούν για το Βενιζέλο εστιάζουν αποκλειστικά στον εσωτερικό εκσυγχρονισμό που υλοποίησε.

Όμως ο εκσυγχρονισμός αποτέλεσε μονάχα «ορθολογικότητα ως προς τα μέσα»· ο σκοπός παρέμενε η Μεγάλη Ιδέα· εξ άλλου εκείνη έδωσε την δυνατότητα να πετύχει ο εκσυγχρονισμόςγιατί μόνο υπό την επίδρασή της μπορούσαν να κινητοποιηθούν τόσο πλατιές κοινωνικές συμμαχίες ώστε να γίνει εφικτό το αναπτυξιακό και θεσμικό άλμα της χώρας. Η συμβολή του Βενιζέλου σε αυτή τη διαδικασία, είναι ότι συνέβαλε στον εξορθολογισμό της Μεγάλης Ιδέας, την μετέβαλε από ιδέα σε συγκεκριμένο σχέδιο και στρατηγική, πετυχαίνοντας έτσι να συνδυάσει το αίτημα της ολοκλήρωσης της Επανάστασης του 1821 με το απαιτούμενο εσωτερικό άλμα της χώρας.

Υπ’ αυτό το πρίσμα, μια από τις σημαντικές συνεισφορές του βιβλίου είναι ότι δεν προσπερνάει εύκολα τον Διχασμό φορτώνοντάς τον στην ‘κακοδαιμονία της φυλής’, ή προβαίνοντας σε εξισορροπητικούς συμψηφισμούς. Αντίθετα τον διαλευκαίνει. Η τραγωδία του διχασμού, επομένως, δεν είναι ό,τι «συνέβη». Θα συνέβαινε ούτως ή άλλως, γιατί το ‘άλμα προς τη Μεγάλη Ιδέα’ προϋπέθετε μια κοσμογονία που απειλούσε όσους κέρδιζαν από τις παθογένειες ενός μικρού κράτους, και μιας καχεκτικής κοινωνίας και οικονομίας. Η τραγωδία ήταν ότι δεν ολοκληρώθηκε νωρίτερα, με την κατίσχυση των δυνάμεων που ήθελαν να βάλουν ταχύτερα σε κίνηση το σχέδιο αυτό.

Όπως είδαμε, ο επίσημος λόγος για τα 100 χρόνια από το 1922 βρίθει αποσιωπητικών και επιμένει να στέκεται στις πιο ανώδυνες πλευρές της μνήμης.

Υπό τις καταιγιστικές, καθημερινές απειλές σύσσωμης της τουρκικής ηγεσίας, κυβέρνησης και αντιπολίτευσης «να ολοκληρώσει το 1922», όπως εύστοχα λέει ο συγγραφέας, η επίσημη οπτική για την Μικρασιατική Καταστροφή θα έπρεπε να είναι διαφορετική: Να δούμε την περιπέτειά της σαν αλληγορία για την σημερινή κατάσταση των πραγμάτων.

Δεν είναι μόνον η τουρκική επιθετικότητα στις αναλογίες μεταξύ του τότε και του τώρα· είναι και οι ανάγκες της Ελλάδας να διαγράψει ένα εσωτερικό άλμα και να αναβαθμίσει τον διεθνή της ρόλο, προκειμένου να αντιμετωπίσει τον επεκτατισμό των γειτόνων· και απέναντι σε αυτό το αίτημα –ζωής ή θανάτου– βρίσκεται και πάλι παρών ο μικροελλαδισμός.

Το βιβλίο 1909-1922, Επανάσταση και Αντεπανάσταση στην Ελλάδα τιμά την επέτειο των 100 χρόνων από την Μικρασιατική Καταστροφή, με έναν ουσιαστικό τρόπο. Επιχειρεί να τακτοποιήσει τον συλλογικό μας ψυχισμό για το 1922, που ακόμα και 100 χρόνια μετά την Καταστροφή, παραμένει ένα κουβάρι. Πώς; Διερευνώντας τους μηχανισμούς της συντριβής, δείχνοντάς γιατί οδηγηθήκαμε εκεί. Η διαδικασία αυτή, που ισοδυναμεί την αποδοχή και την επούλωση ενός τραύματος, δημιουργεί και ορίζοντες για το μέλλον. Γιατί αν ξεπεράσουμε το σοκ του 1922, μπορούμε να δούμε με διαφορετικό μάτι την Ελλάδα μέσα στον κόσμο, επιτέλους πια όχι ως ‘κακομοίρα’, αλλά ως ενεργώς παρούσα στη διαμόρφωση του ιστορικού γίγνεσθαι της εποχής μας.

.
.

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ