Αρχική » Οδυσσέας Ελύτης: Πόλεμος, Κατοχή, Αντίσταση (Α΄ μέρος)

Οδυσσέας Ελύτης: Πόλεμος, Κατοχή, Αντίσταση (Α΄ μέρος)

από Σπύρος Κουτρούλης

Ο Οδυσσέας Ελύτης στο κέντρο της φωτογραφίας

του Σπύρου Κουτρούλη από τον νέο Λόγιο Ερμή τ. 21

Το παράδειγμα του πολίτη-οπλίτη, του στρατευμένου στοχαστή που υπερασπίζεται την πατρίδα στην πρώτη γραμμή, το οποίο στον αρχαίο ελληνικό κόσμο ενσαρκώθηκε από τον Σωκράτη, τον Αισχύλο και τον Σοφοκλή, ξαναζεί στη ζωή και το έργο του Οδυσσέα Ελύτη. Η ένοπλη υπεράσπιση της πατρίδας υπήρξε ένα γεγονός που καθόρισε το έργο του Αισχύλου. Στην τραγωδία του «Πέρσες» διακρίνουμε το πώς η βιωμένη και διόλου θεωρητική συμμετοχή στον πόλεμο μεταπλάσσεται σε πνευματικό έργο, σε τραγωδία όπου ο εχθρός δεν ζωγραφίζεται μόνο με σκοτεινά και ζοφερά χρώματα, αλλά αναδεικνύονται τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά του, ώστε το συμπέρασμά του έρχεται με τρόπο λογικό: Η Ύβρις είναι αυτή που οδήγησε τους Πέρσες στην καταστροφή.

Ο Οδυσσέας Ελύτης είναι μια αντίστοιχη περίπτωση. Κατ’ αρχάς, έζησε τον πόλεμο από την πρώτη γραμμή και όχι από την ασφάλεια ενός Γραφείου. Οι εμπειρίες του, οδυνηρές, καθόρισαν τον χαρακτήρα που έλαβε ο ίδιος, το έργο του αλλά και έδωσαν το ύφος της προσωπικής του φιλοσοφίας. Περιέχονται στο «Χρονικό μιας Δεκαετίας» (Ανοιχτά Χαρτιά, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1987), στο Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας (εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1990), στο Άξιον Εστί (εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1989), αλλά και σε μεμονωμένα ποιήματα, όπως «Γιώργος Σαραντάρης», που περιέχονται σε μεταγενέστερες συλλογές όπως Τα ετεροθαλή.

Κατ’ αρχάς, το «Χρονικό μιας δεκαετίας» αποτελεί μια μορφή καταγραφής του ίδιου και της γενιάς του στα χρόνια πριν τον πόλεμο, στον πόλεμο του ’40, στην Κατοχή και στα χρόνια που ακολούθησαν. Στις αρχές του 1937, βρίσκεται στην Κέρκυρα, στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών. Ύστερα από οκτώ μήνες επιστρέφει στην Αθήνα και τοποθετείται στο 1ο Σύνταγμα Πεζικού. Στη συνέχεια, θα ακολουθήσει ο πόλεμος και η πορεία στο μέτωπο. Ο Ελύτης, όπως και ο Τσαρούχης, θα δοκιμαστεί σκληρά. Πόλεμος σημαίνει θάνατος, αλλά και κακουχίες πρωτοφανείς. Ο Ελύτης θα βαδίσει μέσα στην Αλβανία, δεν θα τραυματιστεί, αλλά θα αρρωστήσει από τύφο και θα γλιτώσει σαν από θαύμα. Γράφει λοιπόν:

Μου έτυχε, χωρίς διόλου να ’μαι θαρραλέος, να βρεθώ δυο ή τρεις φορές πιο κοντά στο θάνατο παρά στη ζωή. Στον πόλεμο φυσικά. Λοιπόν, ήταν κάτι εντελώς αντίθετο απ’ αυτό που περίμενα. Εγώ που τα ’χανα στην Αθήνα με το παραμικρό και που ένας απλός πονόδοντος μ’ έκανε να στέλνω στο διάβολο όλα μου τα προβλήματα, εδώ αισθανόμουνα μια διαύγεια καταπληκτική, μια δύναμη ικανή, θα έλεγα, να κυριαρχεί τα πράγματα και προς τα εμπρός και προς πίσω, χωρίς να παρεμβάλλεται τίποτε ανάμεσά τους, μια ηρεμία ουράνια, όπου μπροστά της η ταραχή του κόσμου, εκείνη κατησχυμένη και όχι εγώ, σταματούσε. Καμιά φορά συλλογίζομαι πως ίσως γι’ αυτό σώθηκα.

Είχα, θυμάμαι, βρεθεί σε αρκετή απόσταση κι από το πλησιέστερο όρυγμα κι από την παραμικρότερη ανωμαλία εδάφους όπου θα υπήρχε τρόπος να προφυλαχθώ, τη στιγμή που όλες μαζί συγκεντρωμένες οι πυροβολαρχίες των Ιταλών, προετοιμάζοντας την επίθεση που ακολούθησε, άρχισαν, μπορεί να πει κανείς, με συχνότητα βολών πολυβόλου, να εξαποστέλλουν τις οβίδες τους στις γραμμές μας. Μέσα σε λίγα λεπτά ο τόπος ολόκληρος ντουμάνιασε από τους καπνούς και τη βρώμα της μπαρούτης. Στήλες από πυκνό χώμα υψώνονταν στον αέρα και ξαναπέφτανε, με πέτρες και ξύλα, βροχή πάνω στη ράχη μου. Κι αυτό το κακό ήξερα ότι θα κρατήσει –όπως και κράτησε– τουλάχιστον δυο ώρες. Να μετακινηθώ δεν υπήρχε περίπτωση. Έμενα μόνος, καθηλωμένος στο έδαφος, γραπωμένος απ’ το χώμα, ένα σώμα μαζί του, κι άκουγα τις κοντές αναπνοές μου, ένα είδος λαχάνιασμα που βέβαια κι αυτό δεν το είχε προκαλέσει κανένα τρέξιμο αλλά η αντίδρασή μου στον αιφνιδιασμό[1]

Μέσα σε αυτό το ζοφερό σκηνικό, ο Ελύτης σκέπτεται την ανάγκη να ολοκληρώσει το δοκίμιό του για τον Α. Κάλβο, αλλά και τις δυνατότητες που έχει η ποίηση του Κ. Καβάφη. Πώς το εξηγεί; Στην ποίηση έβρισκε τη λυτρωτική διέξοδο, αλλά και, αν κάτι καθιστούσε μακροπρόθεσμα την Ελλάδα άτρωτη σε κάθε δυσκολία, αυτό ήταν τα πνευματικά της κατορθώματα:

Κάτι τέτοιο εξηγεί, νομίζω, καλύτερα την παράδοξη αντίδρασή μου στον κίνδυνο. Ζητούσα μια παρηγοριά πέραν από τα όπλα ή την ατομική τύχη του καθενός μας. Και την έβρισκα σε μια δύναμη άλλη, που ξέρει να γίνεται φως μέσα στο σκοτάδι, συνείδηση μέσα στον παραλογισμό, διάρκεια μέσα στην αθλιότητα των μισερών ανθρώπινων έργων. Πρόκειται για ένα αίσθημα εμπιστοσύνης που σου γεννά για τη ζωή η δυνατότητα της Τέχνης να την αναπλάθει σ’ ένα ανώτερο επίπεδο, να σε πείθει ότι όλα είναι, από ένα σημείο και πέρα, εφικτά[2].

Πιο μεγάλη δοκιμασία για τον Ελύτη υπήρξε ο τύφος:

Το ένιωσα αυτό, πολύ περισσότερο κι από τη σκηνή στο μέτωπο που διηγήθηκα πριν, δυο μήνες αργότερα, όταν βρέθηκα στο κρεβάτι ενός νοσοκομείου των Ιωαννίνων, με όλες τις ενδείξεις τις επιστημονικές ότι δεν πρόκειται να ξανασηκωθώ. Πριν από τ’ αντιβιοτικά, ο τύφος δεν είχε άλλη σωτηρία από την αντοχή του οργανισμού σου. Έπρεπε να υπομένεις, ακίνητος υποχρεωτικά, με πάγο στην κοιλιά και μερικά κουταλάκια γάλα ή πορτοκαλόζουμο για τροφή, όλες τις ατέλειωτες μέρες που βαστούσε ο πυρετός, σαράντα ακατέβατα. Κι ο Θεός βοηθός. Έτυχε να περάσω τη μεγάλη κρίση τις ημέρες ακριβώς που άρχισε η επίθεση των Γερμανών. Δεν ήταν και τόσο ρόδινα τα πράγματα. Το κρεβάτι μου βρισκότανε πλάι στο παράθυρο και κάθε φορά, θυμάμαι, που σήμαινε συναγερμός όλοι οι άλλοι άρρωστοι (το νοσοκομείο ήταν παθολογικό και δεν είχε τραυματίες) μαζί με τις νοσοκόμες και τους γιατρούς τρεχοκοπούσανε στα καταφύγια[3].

Σπαρακτικά γράφει για έναν ποιητή και φιλόσοφο, τον Γ. Σαραντάρη, που δεν γύρισε από το μέτωπο. Έναν εύθραυστο διανοούμενο που κακώς στάλθηκε στην πρώτη γραμμή:

Ήταν σχεδόν μια δολοφονία. Διπλωματούχος ιταλικού πανεπιστημίου –ο μόνος ίσως σε ολόκληρο το στράτευμα–, θα μπορούσε να ’ναι περιζήτητος σε οποιαδήποτε από τις Υπηρεσίες που είχαν αναλάβει την αντικατασκοπεία, ή την ανάκριση των αιχμαλώτων. Αλλά όχι. Έπρεπε να φορτωθεί το γυλιό και τον οπλισμό των τριάντα οκάδων, για να χαθεί παραπαντώντας μες στα χιονισμένα φαράγγια ένας ακόμη ποιητής, ένας ακόμη αθώος στο δρόμο του μαρτυρίου. Φαίνεται ότι πέρασε φρικτές ώρες. Τα χοντρά μυωπικά του γυαλιά, που χωρίς αυτά δεν μπορούσε να κάνει βήμα, τα ’χασε στην παραζάλη. Φώναζε «βοήθεια» στους άλλους φαντάρους, αυτός ο Χριστιανός φώναζε «αδέρφια»⸱ και τ’ «αδέρφια» τον κοροϊδεύανε, τα πιο αδίσταχτα βαλθήκανε κιόλας να του κλέβουνε κουβέρτες, μάλλινα, οτιδήποτε χρήσιμο μπορούσε ο δόλιος να κουβαλεί. Απόμεινε σαν το κατατρεγμένο πουλί μέσα στην παγωνιά. Χωρίς να βαρυγκομήσει. Χωρίς να ξεστομίσει έναν πικρό λόγο. Περήφανος, μ’ ένα σώμα ελάχιστο και μια μεγάλη ψυχή, που τον κράτησε όσο που να τραγουδήσει ακόμη λίγο: –Εγώ που οδοιπόρησα με τους ποιμένες της Πρεμετής– κι ύστερα ν’ ανέβει «στους τόπους που αγγέλλουν τον ουρανό και συνομιλούν με τον ήλιο». Έτσι πέθανε ένας Έλληνας ποιητής, όταν οι συνάδελφοί του στη Δύση βλαστημούσανε το Θεό κι εμπιστεύονταν στη μαριχουάνα. Έπρεπε να το διαφυλάξουμε αυτό, να το κάνουμε σύμβολό μας και κουράγιο μας, τώρα που άρχιζαν άλλα δεινά, η πείνα, η κλούβα, οι εκτελέσεις στον τοίχο[4].

Πράγματι, τις επόμενες ημέρες της Κατοχής που θα ακολουθήσουν θα πολλαπλασιαστούν τα κακά μαντάτα:

Και μέρες όπου τα παρατούσαμε πάλι όλα, εξουθενωμένοι, για να ακούσουμε την τρομερή είδηση: Εκτελέσανε τον Μιχαήλ Ακύλα! Ξεκάνανε στη μέση του δρόμου τον Κίτσο Μαλτέζο! Δολοφονήσανε τον Καρλ Φρισλάντερ![5]

Η γενιά του ζει οδυνηρές καταστάσεις:

Ο Τσαρούχης είχε –όπως κι εγώ– δοκιμαστεί σκληρά στην Αλβανία⸱ ο Αντρέας Καραντώνης γύριζε από πόρτα σε πόρτα και πουλούσε χαρουπόμελο για να ζήσει⸱ ο Βαλαωρίτης θα ακολουθούσε τα μυστικά καραβάνια προς τη Μέση Ανατολή⸱ κι ένας από τους νέους ποιητές, ο Λόης, θ’ ανέβαινε σε λίγο στην αγχόνη[6].

Όμως, στον άδικα χαμένο ποιητή Γιώργο Σαραντάρη, αυτή την ευαίσθητη μορφή με τον πρόωρα ώριμα φιλοσοφικό λόγο, ο Ελύτης θα επανέλθει μερικές δεκαετίες αργότερα, στη συλλογή Τα ετεροθαλή, που κυκλοφόρησε το 1974, με το ποίημα «Γιώργος Σαραντάρης», το οποίο όμως γράφτηκε νωρίτερα, το 1953:

 Θ’ ανάψω δάφνες να φλομώσει ο ουρανός / Μήπως μυριστείς πατρίδα και γυρίσεις / Μέσ’ απ’ τα δέντρα που σε γνώριζαν και που γι’ αυτό / Τη στιγμή του θανάτου σου άξαφνα τινάζουνε άνθος / Εμάς τους γύφτους άσε μας / Τους «οικούντας εν τοις κοίλοις» / Τι δε νογάμε από γιορτή / Και τα πουλιά δε βάνουμε προσάναμμα / Μα στον ύπνο μας καθώς μας είχες μυήσει / Δώθε από τη φθορά πλέκουμε με τους κισσούς / Μακριά σου πιο κι απ’ το Α του Κενταύρου / «Ως έν τινι φρουρά εσμέν» / Μαργωμένοι μες στο χρόνο / Κι από τραγούδι αμάθητοι / Μόνος εσύ ο αιρετικός της ύλης αλλ’ / Ομόθρησκος των αετών το ύστερο άλμα / Τόλμησες. Κι οι ποιμένες σ’ είδανε της Πρεμετής / Μες στης άλλης χαράς το φως να οδοιπορείς πιο νέος / Τι κι αν ο κόσμος μάταιος / Έχεις μιλήσει ελληνικά / Ως «εις τον έπειτα χρόνον» / Κι από την ομιλία σου ακόμη / Βγαίνουν θυμίαμα οι θαλασσινοί κρίνοι / Και κάποιες θρυλικές κοπέλες κατά σε / Μυστικά στρέφουνε τον καθρέφτη του ήλιου[7].

Εν μέσω Κατοχής, το 1943, ο Ελύτης θα κυκλοφορήσει τη συλλογή Ήλιος ο πρώτος, με προμετωπίδα του Γιάννη Τσαρούχη. Πρόκειται για συνθέσεις που δεν τις έχει καθορίσει η εμπειρία του πολέμου και της Κατοχής. Περιέχει στίχους που θα επαναληφθούν έκτοτε αρκετές φορές από πολλά στόματα. Γράφει:

Είπα στον έρωτα την υγεία του ρόδου την αχτίδα / Που μονάχη ολόισια βρίσκει την καρδιά / Την Ελλάδα που με σιγουριά πατάει στη θάλασσα / Την Ελλάδα που με ταξιδεύει πάντοτε / Σε γυμνά χιονόδοξα βουνά. / Δίνω το χέρι στη δικαιοσύνη / Διάφανη κρήνη κορυφαία πηγή / Ο ουρανός μου είναι βαθύς κι ανάλλαχτος / Ό,τι αγαπώ γεννιέται αδιάκοπα / Ό,τι αγαπώ βρίσκεται στην αρχή του πάντα[8].

Άλλοι στίχοι θα τραγουδηθούν, όπως:

Κάτω στης μαργαρίτας το αλωνάκι / Στήσαν χορό τρελό τα μελισσόπουλα / Ιδρώνει ο ήλιος τρέμει το νερό / Φωτιάς σουσάμια σιγοπέφτουνε / Στάχυα ψηλά λυγίζουνε τον μελαψό ουρανό…[9]

Μπροστά στις οδύνες που πρόκειται να ζήσει η γενιά του, γράφει:

Κι αν είναι αυτό που μας μεθάει μαγνήτης το γνωρίζουμε / Κι αν είναι αυτό που μας πονάει κακό το ’χουμε νιώσει / Εμείς τη λέμε τη ζωή πηγαίνουμε μπροστά / Και χαιρετούμε τα πουλιά της που μισεύουνε / Είμαστε από καλή γενιά[10].

Το 1945 κυκλοφορεί το Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας, ένα έργο εμβληματικό της εποχής αυτής. Τα επεισόδια του πολέμου που έλαβε μέρος ο Ελύτης αποτέλεσαν το υλικό του. Από αυτά θα πάρει εικόνες και συναισθήματα. Σε δεκατέσσερα κεφάλαια, με λυρικό αλλά και συμβολικό τρόπο, αναφέρεται σε έναν ανθυπολοχαγό που έπεσε πάνω στη μάχη αλλά φυσικά αντιπροσωπεύει κι όλους αυτούς που άφησαν την τελευταία τους πνοή στα βουνά της Αλβανίας. Ο κριτικός Αλέξανδρος Αργυρίου συμπεραίνει ότι γράφτηκε, ή τουλάχιστον ξεκίνησε να γράφεται, τον Ιούλιο του 1942. Γράφει:

Τώρα κείτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη / Μ’ ένα σταματημένο αγέρα στα ήσυχα μαλλιά / Μ’ ένα κλαδάκι λησμονιάς στ’ αριστερό του αυτί / Μοιάζει μπαξές που του ’φυγαν άξαφνα τα πουλιά / Μοιάζει τραγούδι που το φίμωσαν μέσα στη σκοτεινιά / Μοιάζει ρολόι αγγέλου που εσταμάτησε…[11] 

Και συνεχίζει:

Ήταν ωραίο παιδί. Την πρώτη μέρα που γεννήθηκε / Σκύψανε τα βουνά της Θράκης να φανεί / Στους ώμους της στεριάς το στάρι που αναγάλλιαζε / Σκύψανε τα βουνά της Θράκης και το φτύσανε / Μια στο κεφάλι, μια στον κόρφο, μια μέσα στο κλάμα του / Βγήκαν Ρωμιοί με μπράτσα φοβερά / Και το σήκωσαν στου βοριά τα σπάργανα…[12]

Ενώ στον εισβολέα θα αναφερθεί με τις ακόλουθες φράσεις, που επαναλαμβάνονται σε αρκετά σημεία της σύνθεσης:

Κείνοι που έπραξαν το κακό / τους πήρε μαύρο σύγνεφο / Μα κείνος που τ’ αντίκρυσε στους δρόμους τ’ ουρανού / Ανεβαίνει τώρα μονάχος και ολόλαμπρος!…[13]

Ο θάνατος του ανθυπολοχαγού είναι φυγή στην αιωνιότητα αλλά και ύστατη δικαίωση:

Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο / Αύριο, αύριο λένε: το Πάσχα τ’ ουρανού!…[14]

Η θυσία της πρόσκαιρης ύπαρξης για τη λευτεριά την αθανατίζει. Ο ποιητής περιγράφει την άνοδό της στον χώρο της αιωνιότητας, που έχει γήινα χαρακτηριστικά:

Τώρα χτυπάει πιο γρήγορα τ’ όνειρο μες στο αίμα / Του κόσμου η πιο σωστή στιγμή σημαίνει: Ελευθερία / Έλληνες μες στα σκοτεινά δείχνουν το δρόμο: / ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ / Για σένα θα δακρύσει από χαρά ο ήλιος / Στεριές ιριδοχτυπημένες πέφτουν στα νερά / Καράβια μ’ ανοιχτά πανιά πλέουν μες στους λειμώνες / Τα πιο αθώα κορίτσια / Τρέχουν γυμνά στα μάτια των αντρών / Κι η σεμνότη φωνάζει πίσω από το φράχτη / Παιδιά! Δεν είναι άλλη γη ωραιότερη… / Του κόσμου η πιο σωστή στιγμή σημαίνει! / Με βήμα πρωϊνό στη χλόη που μεγαλώνει / Ολοένα εκείνος ανεβαίνει / Τώρα λάμπουνε γύρω του οι πόθοι που ήταν μια φορά / Χαμένοι μες στης αμαρτίας τη μοναξιά / Γειτόνοι της καρδιάς του οι πόθοι φλέγονται / Πουλιά τον χαιρετούν, του φαίνονται αδερφάκια του / Άνθρωποι τον φωνάζουν, του φαίνονται συντρόφοι του / «Πουλιά, καλά πουλιά μου, εδώ η ζωή αρχίζει!» / Αγιάζι ουράνιας ομορφιάς γυαλίζει στα μαλλιά του / Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο / Αύριο, αύριο, αύριο: το Πάσχα του Θεού![15]

Ο Βάσος Βαρίκας έγραψε πως με το Άσμα ηρωϊκό και πένθιμο… «εγκαταλείπεται η υπερρεαλιστική τεχνική και το ποίημα πειθαρχεί πια, και ως σύνθεση αλλά και στα επιμέρους στοιχεία του, σ’ έναν έλλογο ρυθμό – εξωτερικό και εσωτερικό»[16]. Βεβαίως, συμπεραίνει πως εδώ «δεν φαίνεται να πραγματοποιείται –τουλάχιστον σε ικανοποιητικό βαθμό– η εμφανής πρόθεση του ποιητή να ανανεώσει την πατριωτική ποίηση. Το ποίημα μας προσελκύει όχι τόσο ως σύνολο όσο με ορισμένα επιμέρους αποσπάσματά του, όπου συναντούμε τη λυρική ευφορία και την ευγλωττία – τα κύρια χαρακτηριστικά της ποίησης του Ελύτη»[17]. Ο Αλέξανδρος Αργυρίου θα γράψει:

Έχομε να κάνομε με ένα εθνικοαπελευθερωτικό ποίημα, σε μία μόνο έστω, αν θέλετε, εστία του, ενώ το μεγαλύτερο μέρος του παραμένει ένας ύμνος στη ζωή[18].

Όμως πριν το Άξιον Εστί ο Ελύτης θα γράψει την Αλβανιάδα, ένα έργο το οποίο δεν περιλαμβάνεται στις μεταγενέστερες συλλογές του, αλλά θα δημοσιευθεί το 1962 στο φοιτητικό περιοδικό της Αριστεράς Πανσπουδαστική. Εδώ, επισημαίνει ο Α. Αργυρίου:

Ο εχθρός κατανομάζεται με σαφήνεια και μέσα στο ιδεολογικό του πλαίσιο (στον φασιστικό του φανφαρονισμό). Και επίσης καταδικάζεται. Οι δύο αντίθετοι κόσμοι μάς δίνονται από την αρχή με τα χαρακτηριστικά τους γνωρίσματα[19].

Γι’ αυτό ο ποιητής το έδωσε να δημοσιευτεί «σε φοιτητικό έντυπο μιας μόλις διαγραφόμενης αναθεωρητικής αριστεράς, η οποία φιλοξενούσε, εκτός από Ρίτσο και Σεφέρη – για τον οποίο δεν είχε τολμήσει να μιλήσει ούτε η Επιθεώρηση Τέχνης, φοβούμενη τους Δαναούς»[20].

Η κριτική στάθηκε προβληματισμένη έναντι του Άσματος ηρωϊκού και πένθιμου… όσο και της Αλβανιάδας. Βρήκε σε αυτά αρκετά ψεγάδια αλλά και τις κρυμμένες δυνατότητες του ποιητή. Ο Θεόφιλος Φραγκόπουλος γράφει γι’ αυτά τα δύο:

Παρά την αγωνιώδη του προσπάθεια για ειλικρίνεια, δεν ικανοποιούν ούτε τον ίδιο τον ποιητή, που νιώθει να εμπλέκεται μέσα σε ένα ακατάλληλο συλλαβάριο, μια ποιητική οικοσκευή ή έναν τρόπο έκφρασης που δεν μπορεί να λειτουργήσει σωστά σε τούτο το κλίμα, γιατί είχε πλαστεί πάνω σε άλλους, ολότελα διαφορετικούς άξονες αναφοράς[21].

Θα περιμένουμε κάμποσα χρόνια ακόμη μέχρι ο Ελύτης να δημοσιεύσει, το 1959, το έργο της ποιητικής του ωριμότητας Άξιον Εστί, οπότε και θα κερδίσει τη θερμή αναγνώριση της κριτικής. Για τον Θ. Φραγκόπουλο:

Είναι ένα εγχείρημα ευρύπνοης σύνθεσης, και η σημασία του, σε όλο το πλάτος της σύγχρονης γραμματολογίας μας, παραμένει δυναστική, προσδιοριστική. Πρόκειται για μιαν απόπειρα ιστορικής καταξίωσης, μέσα στον τομέα της τέχνης, ολόκληρου του ελληνισμού, με τις μεγαλοσύνες και τα χάη του, από το χώρο της μυθολογικής μεταμόσχευσης στο χώρο του ποιητικού θρύλου. Έχουμε το αρχιτεκτονικό σχέδιο, σοφό, προσεγμένο (ακόμα και στις τεχνικές του λεπτομέρειες: η κατασκευαστική δομή του «Άξιον εστί» είναι άριστη!), για μια νεοελληνική μυθολογία. Έργο της πιο νεοπαγούς, τρελής τόλμης, μυθοποιεί το κλαδωτό και συννεφιαστό σχήμα της ανήσυχης και αμφιθυμικής πορείας σε πολλά σημεία πορείας του βασανισμένου έθνους μας μέσα στις πέντε τελευταίες δεκαετίες τούτου του αιώνα[22].

Εκτός από την ερμηνεία του Τ. Λιγνάδη, που θα την ονομάζαμε κλασσική, ο Βάσος Βαρίκας, εύστοχα, αλλά και με μια κάποια κριτική διάθεση, επισημαίνει για το Άξιον Εστί:

Η Ελλάδα στο ποίημα αυτό υψώνεται σε λατρευτικό είδωλο. Τρία είναι τα μέρη στα οποία χωρίζεται: Η Γένεσις, τα Πάθη και το Δοξαστικόν. Τα μέρη αυτά συμβολίζουν την αρχή του ελληνικού θαύματος, τη δοκιμασία που υπέστη και την ηρωϊκή αντίσταση και την αποθέωση του λαού, ο οποίος και πραγματοποίησε το θαύμα. Ως προς τις προθέσεις του –όχι όμως και ως προς τα επιτεύγματά του– το ποίημα μπορεί να παραλληλιστεί με τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» του Διονυσίου Σολωμού. Ακολουθώντας σε σημαντικό βαθμό την τεχνική της βυζαντινής υμνογραφίας, ο Ελύτης αντικαθιστά τη μορφή της Παναγίας με την προσωποποίηση της ελληνικής φυλής. Με άμεσες αναφορές στο πρόσφατο ιστορικό παρελθόν και με έμμεσες αναφορές στη μακραίωνα ελληνική ιστορία, φιλοδοξεί να δημιουργήσει το έπος της φυλής. Αλλά και για το συνθετικό τούτο ποίημα ισχύουν όσα ήδη είπαμε για τον «Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας». Ο ποιητής ίσως αστόχησε στη βασική του επιδίωξη, να δημιουργήσει ένα πατριωτικό έπος. Εντούτοις, πλούτισε το έργο του με πολλές στροφές και αποσπάσματα που διακρίνονται για την εξαιρετική λυρική τους ευφορία[23].


[1] Ο. Ελύτης, «Το χρονικό μιας δεκαετίας», στα Ανοιχτά χαρτιά, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1987, σσ. 408-409.

[2] Ό.π., σ. 410.

[3] Ό.π., σσ. 410-411.

[4] Ό.π., σσ. 392-393.

[5] Ό.π., σ. 397.

[6] Ό.π., σ. 405.

[7] Ο. Ελύτης, Ποίηση, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 2003, σσ. 336-337.

[8] Ό.π., σσ. 78-79.

[9] Ό.π., σ. 81.

[10] Ό.π., σ. 89.

[11] Ό.π., σ. 105.

[12] Ό.π., σ. 107.

[13] Ό.π., σ. 113.

[14] Ό.π., σ. 113.

[15] Ό.π., σσ. 114-115.

[16] Βάσος Βαρίκας, «Το έργο του Οδυσσέα Ελύτη από τους “Προσανατολισμούς” μέχρι το “Άξιον εστί”», περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 23-24, Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 1993, σ. 28.

[17] Ό.π., σσ. 28-29.

[18] Αλέξης Αργυρίου, Η ποίηση του Ελύτη πριν από το «Άξιον Εστί», Εντευκτήριο, τεύχος 23-24, Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 1993, σσ. 18-19.

[19] Ό.π., σ. 21.

[20] Ό.π., σ. 21.

[21] Θεόφιλος Φραγκόπουλος, «Μια άποψη για τον Ελύτη», περιοδικό Νέα Εστία, 1-15/4/1997, τεύχος 1674-1675, σ. 37.

[22] Ό.π., σ. 38.

[23] Βάσος Βαρίκας, «Το έργο του Οδυσσέα Ελύτη… », ό.π., σ. 29.

ΣΧΕΤΙΚΑ

1 ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ