Απόσπασμα από το βιβλίο του Ιρανού Farhad Khosrokhavar, Ιράν: Οι γυναίκες ενάντια στη θεοκρατία (Εναλλακτικές Εκδόσεις). Δημοσιεύουμε σήμερα αυτό το απόσπασμα και τις επόμενες μέρες κάποια ακόμα για να αντιληφθεί ο αναγνώστης την φύση του καθεστώτος του Ιράν, 46 χρόνια μετά από την ισλαμική επανάσταση του 1979. Παράλληλα θα δημοσιεύσουμε και κάποια αποσπάσματα από του βιβλίο του εβραίου Ισραήλ Σαχάκ, Εβραϊκή Ιστορία – Εβραϊκή Θρησκεία (Εναλλακτικές Εκδόσεις) για να αντιληφθεί ο αναγνώστης και για τις “θρησκευτικές ορθοδοξίες” που έχουν διαμορφώσει το “κοσμικό” κράτος του Ισραήλ.
Στον «Democracy Index» του περιοδικού The Economist για το 2021, το Ιράν κατατάσσεται στην 154η θέση μεταξύ 167 χωρών, μία από τις χαμηλότερες θέσεις σε ό,τι αφορά τη δημοκρατία. Ο βαθμός πλουραλισμού του είναι μηδέν, σε μια κλίμακα του δέκα, η πολιτική συμμετοχή 3,89 στην ίδια κλίμακα και οι πολιτικές ελευθερίες 1,47.
Το ιρανικό κράτος μπορεί να χαρακτηριστεί ως ολοκληρωτικό για τους ακόλουθους λόγους: την προσωπολατρία του ανώτατου ηγέτη, του Ραχμπάρ, ο οποίος τοποθετείται πάνω από το πολιτικό σύστημα, και δεν υπόκειται σε κανέναν θεσμικό έλεγχο, κατ’ εικόνα του Φύρερ (Χίτλερ), του Ντούτσε (Μουσολίνι) ή του Βοζντ, του «μικρού πατέρα των λαών» (Στάλιν)· την οιονεί αγιοποίησή του (αφθονούν οι ιστορίες που τον χαρακτηρίζουν ως εμπνευσμένο από τον σιίτη Μεσσία, τον Ιμάμη της Δευτέρας Παρουσίας)· την παραποίηση της πολιτικής πραγματικότητας με τη χρήση θεωριών συνωμοσίας (κάθε αντίθεση προς αυτόν και προς το καθεστώς είναι μια συνωμοσία που εξυφαίνεται από την Αμερική, σε συνεργασία με το Ισραήλ, και γενικότερα από τη Δύση, και υλοποιείται από υπονομευτές και προδότες εντός και εκτός Ιράν)· την αδιάκοπη χρήση προπαγάνδας από τα επίσημα μέσα ενημέρωσης, χωρίς δυνατότητα αντίλογου· την παραχάραξη του παρελθόντος (η εποχή του Σάχη και του πατέρα του χαρακτηρίζεται ως μαύρη περίοδος για το ισλάμ)· τις πλαστές κατηγορίες εναντίον των πολιτικών αντιπάλων, μεταξύ των οποίων και πολλοί ακτιβιστές για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τα δικαιώματα των γυναικών· τη φυσική εξόντωση ή φυλάκιση πολιτικών αντιπάλων εντός και εκτός της χώρας, όπως η δολοφονία του Νταριούς Φορουχάρ και της συζύγου του Παρβανέχ, στις 21 Νοεμβρίου 1998 στην Τεχεράνη, του Σαπούρ Μπαχτιάρ, στις 6 Αυγούστου 1991 στο Neuilly-sur-Seine, στη Γαλλία, και η κατ’ οίκον κράτηση του Μιρ Χοσεΐν Μουσαβί, υποψηφίου για την προεδρία της Δημοκρατίας το 2009, και του Μεχντί Καρρουμπί, που συνεχίζεται από την ίδια περίοδο, χωρίς καμία νομική καταδίκη· την χωρίς δίκη εκτέλεση από το υπουργείο Εσωτερικών 80 περίπου πολιτικών αντιπάλων και διανοουμένων, μεταξύ 1990 και 1997, γνωστή ως «αλυσιδωτές δολοφονίες» (γκατλ χαγέ ζαντζιρέι), και, έκτοτε, τις δολοφονίες διαδηλωτών σε μαζικές διαδηλώσεις (πάνω από 300 το 2015, πάνω από 1.500 μεταξύ 2018-2020, πάνω από 450 τον Σεπτέμβριο-Νοέμβριο 2022[1])· την απουσία πολιτικών ελευθεριών και τη νοθεία των εκλογών, τουλάχιστον από το 2009, καθώς και την αδυναμία συμμετοχής των πολιτών στην εξουσία εξαιτίας των θεσμικών μηχανισμών καταστολής κάθε νόμιμης αντιπολίτευσης (το Εποπτικό Συμβούλιο, σοουραγέ νεγκαμπάν, αποκλείει την υποψηφιότητα οποιουδήποτε δεν συμμερίζεται το δόγμα της δικτατορικής εξουσίας του Ανώτατου Ηγέτη στις βουλευτικές εκλογές και την προεδρία της Δημοκρατίας).
Η ισλαμική θεοκρατία που εγκαθιδρύθηκε μετά την επανάσταση του 1979 από τον αγιατολάχ Χομεϊνί είναι εναρμονισμένη με την αντίληψή του για την «κυριαρχία του δασκάλου του ισλαμικού νόμου» (Βελαγιάτ φαγκίχ), η οποία καθιερώνει την απόλυτη υπεροχή ενός ισλαμιστή νομικού έναντι όλων των πολιτικών θεσμών, στο όνομα της θρησκευτικής του επάρκειας και της πολιτικής του γνώσης για τον κόσμο. Αυτή η εκδοχή του ισλάμ, σε μεγάλο βαθμό μειοψηφική στον σιιτισμό, κωδικοποιήθηκε στη συνέχεια με τους όρους της «απόλυτης κυριαρχίας του δασκάλου του ισλαμικού νόμου» (βελαγιάτ μοτλαγκέχ φαγκίχ) και επιτάσσει τη συγκέντρωση της εξουσίας στα χέρια του Ανώτατου Ηγέτη (βαλί φαγκίχ) σε όλα τα επίπεδα: στρατιωτικό (είναι ο επικεφαλής του στρατού), πολιτικό (διορίζει τον επικεφαλής του δικαστικού σώματος σε συνεργασία με τους άλλους θεσμούς που βρίσκονται de facto υπό την κηδεμονία του), οικονομικό (κατέχει κολοσσιαία οικονομική εξουσία, μέσω της κυριαρχίας του σε πολλά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα πέρα από κάθε εκτελεστικό, νομοθετικό ή δικαστικό έλεγχο), επιβάλλει τη βούλησή του στην κυβέρνηση και στο κοινοβούλιο μέσω επίσημων και ανεπίσημων μηχανισμών…

Ιράν, οι γυναίκες ενάντια στη θεοκρατία
Εν ολίγοις, πρόκειται για μια απολυταρχική εξουσία που, με την πάροδο του χρόνου, εξελίχθηκε σε μια ολοκληρωτική εξουσία στα χέρια του Ανώτατου Ηγέτη, σε άμεση συνεργασία με τον στρατό των Πασνταράν και το δικαστικό σώμα, υπό την καθοδήγηση μιας μερίδας του κλήρου. Αυτό το είδος εξουσίας το αποκαλώ «ήπιο ολοκληρωτισμό». Διαφέρει από τον «σκληρό ολοκληρωτισμό» (ναζισμός, ιταλικός φασισμός, σταλινικός κομμουνισμός ή ο τύπος εξουσίας της Βόρειας Κορέας) στον βαθμό που η κοινωνία των πολιτών απορρίπτει την απόλυτη ηγεμονία του με πολυάριθμα κινήματα διαμαρτυρίας. Σε αντίθεση με τον ήπιο ολοκληρωτισμό, στον σκληρό ολοκληρωτισμό έχει αφαιρεθεί από την κοινωνία των πολιτών η ικανότητά της για συλλογική δράση, εξαιτίας της ύπαρξης ενός κόμματος που κυριαρχεί στους πολιτικούς θεσμούς. Ο ήπιος ολοκληρωτισμός είναι ασφαλώς εξοπλισμένος με κατασταλτικούς μηχανισμούς, αλλά δεν υποστηρίζεται από ένα κυρίαρχο και παντοδύναμο μοναδικό κόμμα.
Ο εξόχως κατασταλτικός χαρακτήρας της εξουσίας που αποκάλυψαν οι διαδηλώσεις από το 2015 και μετά, και ιδίως το κίνημα του 2022, δεν είχε εκδηλωθεί πλήρως μέχρι το 2009, τη χρονιά που αρκετές εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτές βγήκαν στους δρόμους της Τεχεράνης για να καταγγείλουν τη νοθεία στις προεδρικές εκλογές. Το καθεστώς συνειδητοποίησε ότι υστερούσε σε καταστολή και έκτοτε δημιούργησε νέους κατασταλτικούς μηχανισμούς για να καταπνίγει την ανυπακοή των πόλεων. Η ολοκληρωτική κυριαρχία εδραιώθηκε στη συνέχεια το 2015, όταν αρκετές εκατοντάδες άνθρωποι σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα της βίαιης αντιπαράθεσης του καθεστώτος με τους διαδηλωτές. Έκτοτε, στα κινήματα διαμαρτυρίας που οδήγησαν στο 2022, χιλιάδες θάνατοι, χιλιάδες συλλήψεις, φυλακίσεις και βασανιστήρια σημάδεψαν την ιστορία αυτού του καθεστώτος. Έχει επιλέξει τη βίαιη καταστολή συριακού τύπου, δηλαδή την εξόντωση των αντιπάλων μέσω της τυφλής καταστολής στους δρόμους και τα συστηματικά βασανιστήρια, όπως την εφάρμοσε το καθεστώς Άσαντ στη Συρία, κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων του 2013-2015.
Ένα διάλειμμα σε αυτή τη σταδιακή τάση προς τον ολοκληρωτισμό υπήρξε η εκλογή του μεταρρυθμιστή προέδρου Μοχαμάντ Χαταμί, το 1997, μέχρι το τέλος της θητείας του, το 2005. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, δημιουργήθηκαν μικρές αντιεξουσίες απέναντι στην αυταρχική διακυβέρνηση, ιδίως από έναν Τύπο που ήταν πολύ πιο ελεύθερος από πριν. Η προσπάθεια αυτή απέτυχε να ανακόψει την τάση προς τη σκλήρυνση του πολιτικού συστήματος, ιδίως με τη βίαιη καταστολή των φοιτητικών διαδηλώσεων το 1997. Ο Ανώτατος Ηγέτης εδραίωσε την απολυταρχική εξουσία την οποία συγκέντρωσε στα χέρια του, διασυνδέοντας στενά δύο σημαντικούς θεσμούς, τον στρατό των Πασνταράν και το δικαστικό σώμα. Την ευθύνη του τελευταίου ανέλαβε ένα τμήμα του κλήρου που συνήργησε στην αυταρχική μετεξέλιξη του πολιτικού συστήματος, καταπνίγοντας στο όνομα του ισλάμ όλους όσους αντιτάσσονταν στην πορεία του πολιτικού συστήματος προς τον ολοκληρωτισμό.
Το σημείο καμπής προς τον βίαιο ολοκληρωτισμό συντελέστηκε το 2009, όταν μια διαδήλωση πολλών εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων κατεστάλη σταδιακά, με περίπου 150 νεκρούς και αρκετές χιλιάδες συλλήψεις. Έκτοτε, το θεοκρατικό καθεστώς πέρασε από τον μετριοπαθή στον ενισχυμένο αυταρχισμό (2005-2015), με αποκορύφωμα τον βίαιο αλλά ήπιο ολοκληρωτισμό, στον βαθμό που δεν κατόρθωσε να υποχρεώσει την κοινωνία να εσωτερικεύσει τον φόβο και να ανακόψει τα κινήματα διαμαρτυρίας. Πλέον, ευρισκόμενη σε κρίση, ως αποτέλεσμα του κοινωνικού κινήματος με ισχυρή φεμινιστική συνιστώσα, που ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του 2022, η ισλαμική θεοκρατία δείχνει τα όριά της σε ό,τι αφορά τον έλεγχο της κοινωνίας. Πάνω απ’ όλα, από ανθρωπολογική άποψη, η διάσταση «χαρά της ζωής», που χαρακτηρίζει το κίνημα, έρχεται σε ριζική αντίθεση με το μοχθηρό και μακάβριο όραμά της για τη ζωή, που σημαδεύεται από εχθροπάθεια απέναντι στον κόσμο και μια θανατοκρατική αντίληψη της ύπαρξης, η οποία προτάσσει το μαρτύριο ως το ιδανικό της ζωής. Η εξέλιξη της κοινωνίας απορρίπτει αυτή την αποσαρκωμένη αντίληψη του ιερού θανάτου, που παραμένει το θεμέλιο μιας ζοφερής απολυταρχίας.
[1] Το βιβλίο εκδόθηκε τον Δεκέμβριο του 2022. Έκτοτε ο αριθμός των νεκρών έχει αυξηθεί σημαντικά και, σύμφωνα με μια έκθεση της ΜΚΟ Iran Human Rights, ανήλθαν τον Απρίλιο του 2023 σε τουλάχιστον 537, εκ των οποίων 48 γυναίκες και 68 παιδιά (σ.τ.μ.).

Ο Farhad Khosrokhavar, γεννημένος στην Τεχεράνη το 1948, είναι Γαλλο-ιρανός κοινωνιολόγος, διευθυντής σπουδών στην École des hautes études en sciences sociales – EHESS.
Αφού ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση στο Ιράν, συνέχισε τις σπουδές του στη Γαλλία (Μονπελιέ) όπου εκπόνησε τη διδακτορική του διατριβή. Επέστρεψε στο Ιράν όπου δίδαξε ως καθηγητής σε πανεπιστήμιο του Χαμαντάν. Το 1987 εγκατέλειψε το Ιράν και εγκαταστάθηκε στη Γαλλία όπου έκτοτε διδάσκει στην EHESS. Έχει ασχοληθεί ιδιαίτερα με το ισλάμ και την επίδρασή του στην κοινωνία. Πραγματοποίησε μια μεγάλη έρευνα για τα «παιδιά-μάρτυρες», κατά τον πόλεμο Ιράν-Ιράκ, δηλαδή τα παιδιά που αποφάσιζαν να ανατιναχτούν από τις νάρκες προκειμένου να απελευθερώσουν τον χώρο για τον ιρανικό στρατό.
Ασχολήθηκε από νωρίς με το ζήτημα της τζιχαντιστικής τρομοκρατίας μέσα από την Fondation Maison des sciences de l’homme, στο Παρίσι, όπου διηύθυνε το «Παρατηρητήριο των Ριζοσπαστικοποιήσεων». Έχει γράψει πολλά βιβλία τόσο στα γαλλικά όσο και στα αγγλικά. Ανάμεσά τους τα: L’ Utopie sacrifiée: sociologie de la révolution iranienne, 1993. Femmes sous le voile: face à la loi islamique, 1995. Jihadist Ideology, The Anthropological Perspective, 2011. Le Nouveau Jihad en Occident, 2018.
