Αρχική » Το Μεταναστευτικό και δημογραφικό στην Ελλάδα

Το Μεταναστευτικό και δημογραφικό στην Ελλάδα

από Γιώργος Ρακκάς

Μια κοινωνία που έχει πάψει να αντιμετωπίζει το πρόβλημα της δημογραφικής συρρίκνωσης και της γήρανσής της, ούτε τους μετανάστες μπορεί να ενσωματώσει.

του Γιώργου Ρακκά από την huffingtonpost.gr

Η μετανάστευση και το δημογραφικό βρίσκονται ξανά στην επικαιρότητα. Μονίμως, θα λέγαμε και λόγω των μέτρων που εξήγγειλε ο Υπουργός Μετανάστευσης Μάκης Βορίδης, για την αυστηροποίηση των μηχανισμών ελέγχου της παράνομης μετανάστευσης και των απελάσεων, που προκάλεσαν μάλιστα αρκετές αντιδράσεις.

Έτσι τον τελευταίο καιρό, υπάρχουν μπαράζ παρεμβάσεων σε σχέση με το ζήτημα. Εδώ θα αναφέρουμε μια που έγινε πριν από 1 μήνα περίπου, του Στάθη Καλύβα στην Καθημερινή («Λογισμικό Ουσιαστικού Ελληνισμού», 4 Μαΐου 2025) γιατί συνοψίζει επιτυχημένα μια αντίληψη ευρέως διαδεδομένη σε κρίσιμους πολιτικούς και πνευματικούς κύκλους.

Ας επιχειρήσουμε μια περίληψη: η δημογραφική πτώση είναι ασυγκράτητη, ενώ, η διεθνής εμπειρία περί της αποτελεσματικότητας των επιδοματικών πολιτικών τόνωσης των γεννήσεων δεν φέρνει καλά μηνύματα· με την συνέχεια της δημογραφικής κάμψης να είναι δεδομένη, τίθεται επί τάπητος το ζήτημα της κάλυψης των κενών μέσω της μετανάστευσης. Αντί να αφήσουμε την αόρατη χείρα των πληθυσμιακών μετακινήσεων να διαμορφώσει τις δικές της πραγματικότητες σε αυτήν –ενίοτε απευκταίες από πολιτιστικής ή γεωπολιτικής σκοπιάς– θα πρέπει εμείς να επιδιώξουμε αφ’ ενός την οργάνωσή της. Με λίγα λόγια, να διαμορφώσουμε τις συνθήκες έτσι ώστε όσο μπορούμε να έρχεται στην Ελλάδα εργατικό δυναμικό με δεξιότητες, αλλά και προοπτικές ουσιαστικής ενσωμάτωσης –εδώ έγκειται από την πλευρά μας η ανάπτυξη ενός ”λογισμικό ουσιαστικού ελληνισμού” για να δέσει τους ανθρώπους αυτούς με την μοίρα του τόπου μας.

Είναι αλήθεια πως ο Στάθης Καλύβας έχει μετακινηθεί από τις θέσεις που άλλοτε εξέφραζε για το ζήτημα. Σε προηγούμενή του σχετική αρθρογραφία, Εθνική και Δημογραφική Συνέχεια (Καθημερινή, 3 Νοεμβρίου 2019) δεν έδινε παρά ελάχιστη σημασία στα κριτήρια της πολιτιστικής συμβατότητας των μεταναστευτικών ρευμάτων, αλλά και στην ποιότητα των δεξιοτήτων και του μετακινούμενου ”ανθρώπινου κεφαλαίου”.

Εκείνα που μεσολάβησαν, και ενδεχομένως συνέβαλαν στις σχετικές μετατοπίσεις του αρθρογράφου, είναι αφ’ ενός η επίταση του μεταναστευτικού αδιεξόδου στην Ευρώπη, δηλαδή, η όξυνση του πολιτιστικού ανταγωνισμού εντός της –το φαινόμενο των δυαδικών κοινωνιών που χτίζει το ευρωπαϊκό Ισλάμ.

Αφ’ ετέρου, το γεγονός ότι στα χρόνια που μεσολάβησαν εξαντλήθηκε το μοντέλο της μετανάστευσης ως πηγή φθηνής, άφθονης εργασίας και το ενδιαφέρον μετατοπίστηκε στην “μετανάστευση των εγκεφάλων”. Ας είναι.

Το πρόβλημα με την συγκεκριμένη άποψη, ωστόσο, είναι βαθύτερο. Και συγχέει δύο διαφορετικά επίπεδα.

Κατ’ αρχάς και κατ’ αρχήν, είναι διαφορετικές οι ανάγκες που καλύπτονται από την μετανάστευση και την δημογραφική πολιτική. Προφανώς, δεν είναι δυνατόν να εγκαταλείψουμε την δεύτερη χάριν της πρώτης, διότι τότε είναι που δημιουργούμε της προϋποθέσεις για την μελλοντική “δυαδική κοινωνία”. Μιας εγχώριας που γερνάει ταχύτατα, και μιας μεταναστευτικής που κινείται σε άλλο μήκος κύματος.

Όντως η ζωή απεχθάνεται το κενό. Ακριβώς όμως επειδή ισχύει αυτό αν διαλέξουμε να καλύψουμε την δημογραφική κάμψη μέσω της μετανάστευσης θα πρέπει να κάνουμε εκπτώσεις στην μεταναστευτική πολιτική επειδή θα αναγκαζόμαστε να εισάγουμε ολοένα και μεγαλύτερο αριθμό μεταναστών. Οι οποίοι, φυσικά, δεν θα ενσωματώνονται εύκολα καθώς θα έχουμε αφήσει την εγχώρια κοινωνία να γερνάει ταχύτατα και να υποχωρεί ολοένα και πιο έντονα στις ηλικιακές κατηγορίες των απόμαχων της ζωής. Να μην τα πολυλογούμε, και επειδή η γεωγραφία, η γεωπολιτική και οι παγκόσμιες δημογραφικές τάσεις είναι αμείλικτες: εγκατάλειψη της δημογραφικής πολιτικής προς όφελος της μεταναστευτικής, συνεπάγεται λιβανοποίηση της χώρας της επόμενες δεκαετίες. Δηλαδή, δημογραφική και πολιτιστική μετατόπιση της Ελλάδας προς την ισλαμική Ανατολή. Συρρίκνωση της Ελληνικότητας στο εσωτερικό της χώρας, και άρα, μετατόπιση του νοητού ευρωπαϊκού πολιτιστικού (και όχι μόνον) συνόρου προς το Βορρά.

Όλα τα παραπάνω, βέβαια, δεν σημαίνουν ότι τα κενά στην αγορά εργασίας δεν θα πρέπει να καλυφθούν. Σύμφωνα με το Πρώτο Θέμα (29 Απριλίου 2025), για το 2025 αναμένονται να λείψουν 85.000 εργαζόμενοι από τον κλάδο του τουρισμού, 100.000 εργαζόμενοι από τις κατασκευές, πάνω από 70.000 στον αγροτικό τομέα, και περίπου, 50.000 από την βιομηχανία –300.000 στο σύνολο. Ιδίως σε ότι αφορά στην βιομηχανία και τον αγροτικό τομέα, οι συγκεκριμένες ελλείψεις στέκονται εμπόδιο και στον ζητούμενο παραγωγικό μετασχηματισμό της ελληνικής οικονομίας..

Συνεπώς πρέπει να καλυφθούν. Η συζήτηση του πως θα καλυφθούν, ενσωματώνει βεβαίως την μετανάστευση. Ωστόσο την θεωρεί σαν μία παράμετρο, σημαντική αλλά όχι αποκλειστική. Υπάρχουν τεχνολογικοί μετασχηματισμοί που οφείλει το ελληνικό κράτος να στηρίξει, επί παραδείγματι η “βιομηχανία 5.0” ή η έξυπνη γεωργία σηματοδοτούν το πέρασμα σε ένα μοντέλο παραγωγής με λιγότερους και διαφορετικού τύπου εργαζόμενους σε σχέση με τα υφιστάμενα μοντέλα. Τα κενά, επομένως, μπορούν να περιοριστούν μεσοπρόθεσμα με την ενσωμάτωση των υψηλών τεχνολογιών, ενώ για εκείνα που δεν μπορούν, προφανώς λύση είναι η μετανάστευση. Εντούτοις στο πλαίσιο μιας διαφορετικής αντίληψης.

Υπάρχει εδώ η γνωστή διάκριση ανάμεσα στους υποστηρικτές των “ανοιχτών συνόρων” που τοποθετούνται εν γένει υπέρ της διαρκούς κινητικότητας, και τους υποστηρικτές της οργανωμένης μετανάστευσης όπου θέλουν να αντιμετωπίσουν το γεγονός ότι είναι ανεξέλεγκτη, με διακρατικές συμφωνίες για εποχιακούς ή μονιμότερους εργαζόμενους. Προς τα εκεί μετατοπίζεται και η ελληνική μεταναστευτική πολιτική τα τελευταία χρόνια. Το στοιχείο που όμως λείπει από την προσέγγισή της είναι η γεωπολιτική και πολιτιστική διάσταση: ότι δηλαδή μέσω της μετανάστευσης η χώρα προορισμού “ανοίγεται” στην χώρα αφετηρίας, και αποκτάει μια συστηματικότερη σχέση.

Το που θα επιλέξει η εκάστοτε χώρα να στραφεί κατά συνέπεια, θα έπρεπε να είναι κομμάτι μιας συζήτησης που αφορά στην εθνική στρατηγική. Δεν είναι μόνον το κριτήριο της συμβατότητας των αφιχθέντων με την ελληνική κοινωνία, αλλά και το που η Ελλάδα επιθυμεί να αποκτήσει επιρροή. Επί παραδείγματι στην Γεωργία και την Αρμενία; Στους χριστιανούς της Συρίας ή τους Κόπτες της Αιγύπτου; Στην χριστιανική Αφρική; Πρόκειται για επιλογές που βάζουν την μεταναστευτική πολιτική να λειτουργήσει σαν παράμετρος έξυπνης ισχύος.

Αντίθετα, η επιλογή του Πακιστάν μπορεί να δημιουργήσει πρόβλημα δυνητικά, γιατί η χώρα εξαρτάται από έναν σύμμαχο της Τουρκίας και κατά συνέπεια αυξάνει την ευαλωτότητά της Ελλάδας απέναντί τους.

Η συζήτηση αυτήν για την μετανάστευση επίσης, δεν πρέπει να εμπλέκει το δημογραφικό –που είναι άλλης τάξεως ζήτημα. Όχι μόνον γιατί μια κοινωνία που έχει πάψει να αντιμετωπίζει το πρόβλημα της δημογραφικής συρρίκνωσης και της γήρανσής της, ούτε τους μετανάστες μπορεί να ενσωματώσει. Αλλά διότι το δημογραφικό είναι περισσότερο το σύμπτωμα, η συνέπεια πολιτιστικών προβλημάτων όπως η κρίση της οικογένειας, η αποσύνθεση των προτύπων πατρότητας και μητρότητας, η ιεράρχιση των αξιών, που είναι υπαρξιακά για μια κοινωνία, και πρέπει να τα λύσει ούτως ή άλλως. Αυτό εξηγεί και την επιμονή του δημογραφικού προβλήματος παρά τις γενναιόδωρες επιδοματικές πολιτικές. Διότι δεν αρκούν, αλλά θα πρέπει να συνδυάζονται και από αλλαγές στην εργασία, στον τρόπο ζωής, στις στάσεις και τις συμπεριφορές μέσα στην κοινωνία.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των δημογράφων, ο 21ος αιώνας θα είναι ο πρώτος αιώνας όπου σταδιακά η αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού θα αρχίσει να επιβραδύνεται, και προς το τέλος του θα αρχίζει μάλιστα να μειώνεται. Έτσι η Κίνα για παράδειγμα, προς το 2100 θα πέσει πολύ κάτω του 1 δισ. πληθυσμού. Και η Τουρκία έχει μπει σε τροχιά μείωσης, ενώ στο εσωτερικό της, μόνον οι Κούρδοι αυξάνονται ακόμα. Αυτό σημαίνει ότι στις δεκαετίες που θα έρθουν η βαρύτητά τους θα αυξηθεί.

Καθώς η κάθε μια ήπειρος προχωράει με διαφορετικούς ρυθμούς στην δημογραφική σταθεροποίηση κι έπειτα την μείωση, θα υπάρξει μια μεταβολή στην σύνθεση και τις αναλογίες του παγκόσμιου πληθυσμού. Πολύ αυξημένο, για παράδειγμα, θα είναι επί του συνόλου η αναλογία της Υποσαχάριας Αφρικής. Φιλοξενούσε το 13% του παγκόσμιου πληθυσμού το 2017, θα φτάσει στο 35%-38% προς το τέλος του αιώνα (παρεμπιπτόντως: γι’ αυτό ακριβώς είναι κρίσιμο και το αν το Ισλάμ θα συνεχίσει να επεκτείνεται στην Αφρική, διά της γενοκτονίας μάλιστα, των Χριστιανών).

Μέσα σε αυτήν την μετάβαση, ο στόχος της Ελλάδας θα πρέπει να είναι να διατηρηθεί πάνω κάτω στα ίδια επίπεδα. Να αρχίσει να ανακάμπτει σταδιακά ο δείκτης των γεννήσεων, για να προσεγγίσει το 2 μέσα στην δεκαετία του 2030. Κάτι τέτοιο είναι δύσκολο –γιατί όπως είπαμε κλείνουμε ήδη 3 δεκαετίες δημογραφικής συρρίκνωσης. Ωστόσο δεν είναι ανέφικτο. Γίνεται ανέφικτο, αν αντί για την δημογραφική πολιτική και το πρόβλημα της μείωσης των γεννήσεων, συζητούμε ήδη από την αρχή πως να εγκαταλείψουμε, και πως να εισάγουμε τις νέες γενιές αφού εδώ έχουμε αποτύχει να τις δημιουργούμε.

ΣΧΕΤΙΚΑ

1 ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ