Στο Ιράν αυτές τις μέρες συντελείται άλλη μια μαζική κοινωνική εξέγερση εναντίον του θεοκρατικού καθεστώτος. Στο βιβλίο του Farhad Khosrokhavar, Οι γυναίκες ενάντια στη θεοκρατία (Εναλλακτικές Εκδόσεις, 2024, μετάφραση Χριστίνα Σταματοπούλου), περιγράφεται ο αυστηρός έλεγχος επί της ιρανικής κοινωνίας, οικονομίας, εκπαίδευσης και θεσμών που ασκεί ο Στρατός των Πασνταράν, που αποτελεί το βασικό θεμέλιο του καθεστώτος.
Αμέσως μετά την επανάσταση, στις 22 Απριλίου 1979, ο αγιατολάχ Χομεϊνί διέταξε να δημιουργηθεί ένας λαϊκός στρατός για την υπεράσπιση του ισλαμικού καθεστώτος από ανατρεπτικές δραστηριότητες, προερχόμενες τόσο από το εσωτερικό όσο και από το εξωτερικό. Από την ίδρυσή του, ο Στρατός των Πασνταράν τελεί υπό την άμεση καθοδήγηση του Ανώτατου Ηγέτη, ο οποίος διορίζει τους αρχηγούς του. Αποτελείται από 5 ξεχωριστές δυνάμεις: τον στρατό ξηράς (150.000 στρατιωτικοί και 60.000 παραστρατιωτικοί, το 2022), την αεροπορία (15.000 μέλη), το ναυτικό (20.000 μέλη, συμπεριλαμβανομένων 5.000 ναυτών), τη δύναμη Κουντς (το παρακλάδι του εκτός Ιράν, στη Συρία, τον Λίβανο, την Υεμένη κ.λπ.) και τη Μπασίτζ (90.000 ενεργά μέλη και 300.000 εφεδρικά). Οι Πασνταράν είναι επίσης επιφορτισμένοι με το πυραυλικό πρόγραμμα και την προστασία των πυρηνικών εγκαταστάσεων του Ιράν. Το ναυτικό τους, που αριθμεί 20.000 άνδρες, εκ των οποίων 5.000 ναύτες, είναι συγκεντρωμένο κυρίως στον Περσικό Κόλπο.
Μεταξύ αυτών των φορέων, η πολιτοφυλακή Μπασίτζ διαδραματίζει εξέχοντα ρόλο ως δύναμη καταστολής των ταραχών στις πόλεις. Ιδρύθηκε στις 30 Απριλίου 1980 ως παραστρατιωτική δύναμη, βασισμένη σε μια λαϊκή νεολαία, και τα μέλη της στρατολογήθηκαν αρχικά από αγροτικές περιοχές και στη συνέχεια από φτωχές περιοχές των πόλεων. Σταδιακά ανέλαβε τον ρόλο της καταστολής των κινημάτων διαμαρτυρίας.
Αρχικά, οι Μπασιτζί απέκτησαν τα διαπιστευτήριά τους στον μακροχρόνιο πόλεμο Ιράν-Ιράκ ως τροφή για τα κανόνια, όπου οι νεοσύλλεκτοί της εκτίθονταν άμεσα στη γραμμή πυρός του ιρακινού στρατού, χωρίς να φοβούνται ότι θα αποδεκατιστούν απέναντι σε έναν απρόθυμο ιρακινό στρατό, σε έναν πόλεμο που είχε επιβάλει ο δικτάτορας Σαντάμ Χουσεΐν. Στις 17 Φεβρουαρίου 1981, η πολιτοφυλακή Μπασίτζ ενσωματώθηκε στον στρατό των Πασνταράν και έκτοτε διοικείται από έναν από τους στρατηγούς του.
Η ιδεολογία των Μπασιτζί, που σφυρηλατήθηκε στη διάρκεια του πολέμου Ιράν-Ιράκ (1980-1988), βασίστηκε κυρίως στην αντίληψη του μάρτυρα. Ενώ η γενιά της επανάστασης είχε γοητευθεί από το ιδεώδες μιας αγνής κοινωνίας, που διακινδύνευε τον ιερό θάνατο, σήμερα η έννοια του μάρτυρα έχει αποκτήσει ένα ζοφερό νόημα για τη νεολαία η οποία θεωρεί πιο σημαντικό να ζει και να εκφράζει τη χαρά της ζωής. Ο θάνατος είναι πλέον ο κλήρος ενός θανατοκρατικού καθεστώτος, αποκλειστικό μήνυμα του οποίου είναι η δολοφονία των αντιπάλων,, εξορίζοντας τη χαρά της ζωής στο όνομα ενός θανατερού οράματος για την ύπαρξη.
Τον Ιούλιο του 2008, η πολιτοφυλακή Μπασίτζ υποβλήθηκε σε ριζική αναδιοργάνωση: αποκεντρώθηκε, και διαθέτει συνολικά 31 μεραρχίες, καθώς και μια διοίκηση πυραύλων (το Ιράν δεν διαθέτει αξιόπιστη αεροπορία γι’ αυτό την έχουν αντικαταστήσει οι πύραυλοι). Η οργάνωση αυτή είχε την ευκαιρία να καταστείλει μαζικά τις διαδηλώσεις του 2009, γνωστές ως Πράσινο Κίνημα, όταν ο υποψήφιος που ευνοούσε ο Ανώτατος Ηγέτης, ο Αχμαντινετζάντ, εξελέγη με νοθεία πρόεδρος της Δημοκρατίας, με τη συνενοχή των Πασνταράν.

Πρέπει να σημειωθεί ότι ο Αχμαντινετζάντ ξεκίνησε τη δράση του στους κόλπους των Πασνταράν, και θεωρήθηκε ο υποψήφιός τους για την προεδρία της Δημοκρατίας. Ήδη από το 2004, το ένα τρίτο σχεδόν των μελών του ιρανικού κοινοβουλίου ήταν βετεράνοι των Πασνταράν. Στο σώμα των πρεσβευτών, καθώς και σε άλλους κρατικούς θεσμούς, τα πρώην μέλη των Πασνταράν απέκτησαν συντριπτική πλειοψηφία και, κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου (2005-2013), η επιρροή τους επεκτάθηκε σε πολλούς νέους τομείς της ιρανικής οικονομίας. Ο Αχμαντινετζάντ πρόσφερε στους Πασνταράν νέα οικονομικά εργαλεία, ιδίως στον πετρελαϊκό τομέα, με συμβόλαια αξίας δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Οι Πασνταράν διαθέτουν πέντε «πανεπιστήμια» προκειμένου να αποκτήσουν κύρος και να προσφέρουν τον τίτλο του «δόκτορα» στην ανώτερη ιεραρχία τους ή σε όσους φιλοδοξούν να τον αποκτήσουν.
Με την πάροδο του χρόνου, η κύρια ειδικότητα της Μπασίτζ έγινε η καταστολή των κινημάτων των πόλεων, ιδίως του φοιτητικού. Το τελευταίο απαιτεί ένα ανοικτό πολιτικό σύστημα και τον τερματισμό της καταστολής κατά της κοινωνίας των πολιτών και ξεσπά σε τακτά χρονικά διαστήματα, από το 1997, φθάνοντας στην κορύφωσή του το 2009 και πιο πρόσφατα το 2022.
Το 2013, η Μπασίτζ ένωσε τις δυνάμεις της με τη Δύναμη Κουντς των Πασνταράν στη Συρία, για να υπερασπιστεί το καθεστώς Άσαντ στον εμφύλιο πόλεμο.
Για να ενθαρρύνει τους νέους από φτωχά στρώματα να ενταχθούν στους κόλπους της, η Μπασίτζ τους προσέφερε μια σειρά από πλεονεκτήματα: απαλλαγή από τη στρατιωτική θητεία (θητεία 21 μηνών), έναν μέτριο μηνιαίο μισθό, πρόσβαση στους συνεταιρισμούς των Πασνταράν για το καλάθι του νοικοκυριού, ποσόστωση για την είσοδο στο πανεπιστήμιο, π εύκολη πρόσβαση σε θέσεις πληροφοριών ασφαλείας στον κρατικό μηχανισμό και, πάνω απ’ όλα, μελλοντική πρόσληψη του υποψηφίου στα διάφορα κλιμάκια του στρατού των Πασνταράν.
Για να πολεμήσουν τους τζιχαντιστές στη Συρία και να ανοίξουν διάδρομο κατά του Ισραήλ, Αφγανοί και Πακιστανοί σιίτες στρατολογήθηκαν από τη Δύναμη Κουντς των Πασνταράν: το 2015, 315 Αφγανοί και 21 Πακιστανοί είχαν σκοτωθεί στη Συρία υπηρετώντας στη Δύναμη Κουντς.
Ομοίως, υπό την ηγεσία του στρατηγού Σουλεϊμανί, η Δύναμη Κουντς επενέβη στο Ιράκ στη μάχη κατά του Ισλαμικού Κράτους, και στη συνέχεια συμπαρατάχθηκε με τις σιιτικές ομάδες που προωθούσαν την ιρανική επιρροή στο Ιράκ. Στις 3 Ιανουαρίου 2020, ο Σουλεϊμανί σκοτώθηκε σε επίθεση με μη επανδρωμένο αεροσκάφος των ΗΠΑ, στο διεθνές αεροδρόμιο της Βαγδάτης, στο Ιράκ.
Εκτός από τον στρατιωτικό του ρόλο, ο στρατός των Πασνταράν αποτελεί τον μεγαλύτερο οικονομικό όμιλο του Ιράν, που λειτουργεί ως μονοπώλιο, δεν υπόκειται σε κρατική εποπτεία και φορολόγηση και είναι ελεύθερος να εισάγει ή να εξάγει μέσω λιμανιών που αποτελούν ελεύθερες οικονομικές ζώνες, στα οποία η κυβέρνηση δεν ασκεί κανέναν έλεγχο. Στους οργανισμούς του στρατού των Πασνταράν συγκαταλέγονται η κατασκευαστική εταιρεία Khatam-ol-anbia, με 25.000 μηχανικούς, εκ των οποίων το 70% είναι μέλη των Πασνταράν και το 30% πολίτες (το 2006, τα συμβόλαιά της ανέρχονταν σε 7 δισεκατομμύρια δολάρια)· η Oriental Oil Kish, που ειδικεύεται σε έργα φυσικού αερίου και πετρελαίου· η Sepasad Engineering Co. και η Hara Co. που ειδικεύονται στην κατασκευή σηράγγων και σε δραστηριότητες εκσκαφής. Έχουν γίνει τα πάντα για να πλουτίσουν οι Πασνταράν και να εξασφαλίσουν την οικονομική ηγεμονία τους στην ιρανική κοινωνία. Τον Σεπτέμβριο του 2009, η κυβέρνηση του Αχμαντινετζάντ πούλησε το 51% των μετοχών της Ιρανικής Εταιρείας Τηλεπικοινωνιών σε έναν όμιλο, τη Mobin Trust Consortium, που συνδέεται με τους Πασνταράν, έναντι 7,8 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Επρόκειτο για τη μεγαλύτερη οικονομική συναλλαγή στο χρηματιστήριο της Τεχεράνης από την ίδρυσή του. Οι Πασνταράν κατέχουν επίσης το 45% των μετοχών στον όμιλο της αυτοκινητοβιομηχανίας Bahman Group και πλειοψηφικό ποσοστό στον ναυπηγικό γίγαντα Sadra μέσω της Khatam-ol-anbia.
Τα Επαναστατικά Ιδρύματα (Μπονγιάντ), διοικούμενα από κληρικούς , έχουν επιχειρηματικές σχέσεις με τον οικονομικό βραχίονα των Πασνταράν. Ο Αχμαντινετζάντ έχει παραχωρήσει σε αυτές τις οργανώσεις συμβάσεις που δεν αντιμετωπίζουν ανταγωνισμό από τον ιδιωτικό τομέα και με τις οποίες έχουν πλουτίσει χωρίς να ενδιαφέρεται κανείς για την οικονομική τους αποδοτικότητα. Επί Αχμαντινετζάντ, στο τρίγωνο που περιλαμβάνει τον Ανώτατο Ηγέτη, τον κλήρο και τον στρατό, ο στρατός των Πασνταράν από κυρίαρχος έγινε παντοδύναμος. Ο τελευταίος φαίνεται ότι πλέον έχει αποκτήσει ηγεμονικό ρόλο έναντι του κλήρου.
Από το 2004, παρατηρείται μια αυξανόμενη παρουσία των Πασνταράν στα διάφορα θεσμικά όργανα της χώρας, ιδίως στην Ισλαμική Συμβουλευτική Συνέλευση του Ιράν, όπου έχουν καταλάβει το 16% των 290 εδρών. Ομοίως, στις βουλευτικές εκλογές του 2008, οι βετεράνοι των Πασνταράν συγκέντρωσαν 182 από τις 290 έδρες. Στην κυβέρνησή , 9 από τα 21 υπουργικά χαρτοφυλάκια ανήκαν σε πρώην μέλη των Πασνταράν και πολλοί νομάρχες που διορίστηκαν ήταν πρώην αξιωματικοί τους.
Για να δώσουμε ένα μόνο παράδειγμα της ηγεμονίας του στην ιρανική οικονομία, μπορούμε να αναφέρουμε το γεγονός ότι η αγορά χρυσού βρίσκεται de facto υπό τον έλεγχό του, με τους εμπόρους χρυσού να υποτάσσονται στις επιθυμίες του. Κάθε χρόνο εισάγονται περίπου 15 τόνοι χρυσού, κατ’ εξοχήν μέσω του Ντουμπάι, με το οποίο η ιρανική οικονομική μαφία έχει αναπτύξει στενούς δεσμούς. Αυτό έχει οδηγήσει στην ανεργία χιλιάδες Ιρανούς εργάτες που συνήθιζαν να κατασκευάζουν χειροτεχνήματα από χρυσό και τα εξήγαν στην αγορά της Μέσης Ανατολής.
[………]
Οι Πασνταράν έχουν επίσης τα δικά τους σχολεία, τα δικά τους σουπερμάρκετ και τη δική τους αστική αρχιτεκτονική, η οποία συχνά μιμείται το Μπέβερλι Χιλς. Χαρακτηρίζονται από ομαδικό πνεύμα, σε συνδυασμό με την αίσθηση ότι ανήκουν σε μια ανώτερη πλέον ελίτ, τόσο στρατιωτική όσο και οικονομική και πολιτική, η οποία υπερέχει του κλήρου σε ισχύ.
Το ισλαμικό κράτος έχει χάσει ένα σημαντικό μέρος της νομιμοποίησής του μετά το 2009, έχοντας αποκλείσει τους μεταρρυθμιστές από το πεδίο της εξουσίας καταργώντας κάθε διαμεσολάβηση με την κοινωνία των πολιτών. Επί προεδρίας Χαταμί (1997-2005), ένα σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας μοιραζόταν την ελπίδα μιας ειρηνικής μετάβασης από το αυταρχικό καθεστώς σε μια πλουραλιστική εξουσία. Η προσπάθεια απέτυχε. Από τότε που ο Ρουχανί εξελέγη Πρόεδρος της Δημοκρατίας, το 2013, οι Ιρανοί μεταρρυθμιστές, που είχαν λειτουργήσει ως διαμεσολαβητές με την κοινωνία των πολιτών, έχουν εξαφανιστεί από την πολιτική σκηνή και η δεσποτική εξουσία του Ηγέτη ασκείται απρόσκοπτα: η ένοπλη πτέρυγα των Πασνταράν καταστέλλει τα κοινωνικά κινήματα και η δικαστική εξουσία εξουδετερώνει τα άτομα. Δεν υπάρχει πλέον κανένα πεδίο διαλόγου μεταξύ της κοινωνίας και του ολοκληρωτικού κράτους.
Με την προσφυγή στη μαζική καταστολή, το καθεστώς για αρκετές δεκαετίες έχει καταφέρει να επιβληθεί στην κοινωνία μέσω του εκφοβισμού, της βίας και της πελατειακής διανομής των πετρελαϊκών εσόδων στους συμμάχους του, καθώς και μέσω της φυγής από τη χώρα ενός μέρους της επιστημονικής, πνευματικής και οικονομικής ελίτ του Ιράν. Ωστόσο στη δεκαετία του 2020, το θεοκρατικό καθεστώς αμφισβητείται έντονα από ολοένα και πιο εκτεταμένα κοινωνικά κινήματα.
********

Το κίνημα του Σεπτεμβρίου 2022 στο Ιράν, στο οποίο πρωτοστάτησαν οι γυναίκες και πολύ σύντομα συμπεριέλαβε και τους νεαρούς άνδρες –με αφετηρία την άρνηση της υποχρεωτικής μαντίλας– αποτελεί την κορύφωση των κινημάτων διαμαρτυρίας των τελευταίων δεκαπέντε χρόνων.
Και αυτό που ξεκίνησε ως γυναικεία διαμαρτυρία, μετά τη δολοφονία της Μαχσά Τζίνα Αμινί, μεταβλήθηκε σύντομα σε γενικευμένη εξέγερση της νεολαίας ενάντια σε ένα καθεστώς βίας, εκπτώχευσης και ολοκληρωτισμού. Η απελευθέρωση της γυναίκας έγινε για τους διαδηλωτές συνώνυμο της ζωής και της ελευθερίας: «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία».
Η βιαιότητα με την οποία αντιμετώπισε το θεοκρατικό καθεστώς το κίνημα δεν είναι τυχαία, διότι η άρνηση της υποχρεωτικής μαντίλας πλήττει στην καρδιά του τον ισλαμικό ολοκληρωτισμό, καθώς πυλώνας της σαρία είναι η υποταγή της γυναίκας. Χωρίς την υποχρεωτική μαντίλα, ο θεοκρατικός ισλαμισμός δεν μπορεί να επιβιώσει. Οι νεαροί διαδηλωτές –αγνοώντας το, ίσως– εγκαινίαζαν μια επαναστατική διαδικασία πλανητικών διαστάσεων: την απαρχή της αποϊσλαμοποίησης και της εκκοσμίκευσης των μουσουλμανικών κοινωνιών.
Το βιβλίο του Farhad Khosrokhavar, γραμμένο κατά τη διάρκεια των γεγονότων του 2022, δεν περιορίζεται στην περιγραφή τους, ούτε στην κτηνωδία των δυνάμεων καταστολής, αλλά προσφέρει μια περιεκτική εικόνα του σημερινού Ιράν, από οικονομική, πολιτική, πολιτιστική και οικολογική άποψη.

Ο Farhad Khosrokhavar, γεννημένος στην Τεχεράνη το 1948, είναι Γαλλο-ιρανός κοινωνιολόγος, διευθυντής σπουδών στην École des hautes études en sciences sociales – EHESS.
. Το 1987 εγκατέλειψε το Ιράν και εγκαταστάθηκε στη Γαλλία όπου έκτοτε διδάσκει στην EHESS. Έχει ασχοληθεί ιδιαίτερα με το ισλάμ και την επίδρασή του στην κοινωνία.
Ασχολήθηκε από νωρίς με το ζήτημα της τζιχαντιστικής τρομοκρατίας μέσα από την Fondation Maison des sciences de l’homme, στο Παρίσι, όπου διηύθυνε το «Παρατηρητήριο των Ριζοσπαστικοποιήσεων». Έχει γράψει πολλά βιβλία τόσο στα γαλλικά όσο και στα αγγλικά. Ανάμεσά τους τα: L’ Utopie sacrifiée: sociologie de la révolution iranienne, 1993. Femmes sous le voile: face à la loi islamique, 1995. Jihadist Ideology, The Anthropological Perspective, 2011. Le Nouveau Jihad en Occident, 2018.
