Γράφει ο Μικίων ο Βοιωτός από το Άρδην τ. 136
«Το μπάσκετ δεν είναι σαν το Ευαγγέλιο, που το ψέλνουν το ίδιο είτε στη Μητρόπολη Αθηνών είτε στον Άγιο Παντελεήμονα. Το μπάσκετ δέχεται παρεμβάσεις, νέες ιδέες, αναπροσαρμόζεται και εξελίσσεται διαρκώς. Οι Ευρωπαίοι και οι Έλληνες είναι παπαγάλοι: ακούνε ή βλέπουν κάτι και αμέσως το ενστερνίζονται. Είναι δηλαδή σαν την κυρα-Κατίνα στη γειτονιά που αντιγράφει την “Creation” του Κριστιάν Ντιορ και ράβει το φόρεμα στη μοδίστρα της γειτονιάς της. Ο συγχωρεμένος ο θείος μου έλεγε πάντοτε, και από αυτόν το αντέγραψα και το λέω κι εγώ, ότι ο σεφ της “Μεγάλης Βρετανίας”, όσο καλός και αν είναι, δεν μπορεί να φτιάξει κοκορέτσι σαν τον ψήστη στα Βλάχικα και επίσης ο φον Κάραγιαν δεν μπορεί να διευθύνει την ορχήστρα στα μπουζούκια».
Τα παραπάνω λόγια ανήκουν στον Φαίδωνα Ματθαίου, που αυτόν τον Σεπτέμβριο συμπληρώνονται δεκατέσσερα χρόνια από το θάνατο του. Εμβληματική φιγούρα της ελληνικής καλαθοσφαίρισης, υπήρξε ένας από τους στυλοβάτες του αθλήματος στην Ελλάδα, υπηρετώντας το επί δεκαετίες, αρχικά ως παίκτης και στη συνέχεια ως προπονητής. Το προσωνύμιο «πατριάρχης» που του αποδόθηκε θα τον συνοδεύει για πάντα στις μνήμες των ανθρώπων του μπάσκετ.
Ο Φαίδων Ματθαίου γεννήθηκε στις 12 Ιουλίου 1924 στη Θεσσαλονίκη και στα νεανικά του χρόνια ασχολήθηκε με πολλά σπορ. Υπήρξε αθλητής του στίβου, της σκοποβολής και της ξιφασκίας, ενώ έπαιξε πόλο, πινγκ-πονγκ και τένις, ως αθλητής του Άρη Θεσσαλονίκης. Μάλιστα, στους Ολυμπιακούς Αγώνες στο Λονδίνο (1948) μετείχε ως κωπηλάτης και τέσσερα χρόνια μετά, στους Ολυμπιακούς του Ελσίνκι ήταν μέλος της εθνικής ομάδας μπάσκετ. «Εγώ ξέρω ότι, για να γίνεις καπετάνιος, ξεκινάς από μούτσος, γίνεσαι λοστρόμος, ανεβαίνεις σιγά σιγά. Πρώτα σε μια βάρκα, ύστερα σε μικρό καράβι, μετά στους 20.000 κόρους, στους 50 και πάει λέγοντας. Στην Ελλάδα όμως τι γίνεται; Κάνεις τη διαδρομή Παλούκια-Πειραιάς και μετά σε βάζουν πλοίαρχο σε υπερωκεάνιο», θα πει με νόημα σε μια από τις πολλές συνεντεύξεις που έδωσε στα ΜΜΕ.
Ο καλαθοσφαιριστής Ματθαίου
Το 1949 πήρε μεταγραφή στον Παναθηναϊκό και αφοσιώθηκε στην καλαθοσφαίριση, κατακτώντας τρία πανελλήνια πρωταθλήματα (1950, 1951, 1954). Στη συνέχεια φόρεσε τη φανέλα του Πανιωνίου και του Σπόρτινγκ, ενώ αγωνίστηκε και στο εξωτερικό στην ιταλική Ίνις Βαρέζε, προτού επιστρέψει για να ολοκληρώσει την καριέρα του στην ομάδα όπου ξεκίνησε, τον Άρη. Συγχρόνως, αγωνίστηκε 44 φορές με την εθνική Ελλάδας, πετυχαίνοντας 529 πόντους. Έκανε ντεμπούτο στις 15/5/1949 στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του Καΐρου, απέναντι στην Ολλανδία, ενώ η τελευταία του εμφάνιση ήταν σε φιλικό με την Πολωνία στην Αθήνα, στις 4/7/1957. Το ρεκόρ πόντων του με την εθνική ήταν 28, στον αγώνα με τη Συρία στο Κάιρο (10/8/1956), στο πλαίσιο του προολυμπιακού τουρνουά. Με το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα κατέκτησε το χάλκινο μετάλλιο στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1949 (Κάιρο) και το χάλκινο στους Μεσογειακούς Αγώνες του 1955 (Βαρκελώνη).
Ο προπονητής Ματθαίου
Ο Φαίδων Ματθαίου είχε ξεκινήσει την προπονητική του καριέρα όσο αγωνιζόταν ακόμη στον Άρη, καθώς παράλληλα προπονούσε τη γυναικεία ομάδα του συλλόγου. Μετά την αποχώρησή του από την ενεργό δράση ακολούθησε σημαντική καριέρα ως τεχνικός. Εργάστηκε στη ΧΑΝ Νικαίας (κατέκτησε την 6η θέση στην Α΄ Εθνική τη σεζόν 1965-1966), στον Ολυμπιακό (άνοδος στην Α΄ Εθνική το 1967 και κατάκτηση του νταμπλ το 1976), στην ΑΕΚ, στο Παγκράτι, στον Πανιώνιο (τον ανέβασε στην Α΄ Εθνική και το 1977 τον οδήγησε στον τελικό του Κυπέλλου Ελλάδος), στο Σπόρτιγκ, στον Άρη, στο Περιστέρι (άνοδος στην Β΄ Εθνική), στον Έσπερο (άνοδος στην Α΄ Εθνική το 1982), στον Ηλυσιακό, στην Παναχαϊκή, στον Αστέρα Εξαρχείων και σε άλλες ομάδες. Καθοδήγησε συνολικά την εθνική ανδρών σε 103 αγώνες (47 νίκες, 56 ήττες), μεταξύ αυτών και σε τρία Ευρωπαϊκά Πρωταθλήματα, ενώ πέρασε και από την εθνική εφήβων (22 αγώνες, ρεκόρ 14-8). Από τις κορυφαίες διακρίσεις της καριέρας του ήταν ότι δύο φορές επιλέχθηκε να κοουτσάρει τη Μικτή Ευρώπης. Διετέλεσε προπονητής της ομάδας των Ενόπλων Δυνάμεων για 25 χρόνια, σημειώνοντας πολλές μεγάλες νίκες ακόμη και επί των Αμερικανών. Για την προσφορά του τού απονεμήθηκε τιμητικά ο βαθμός του ταγματάρχη.
Ο τελικός των ξυρισμένων κεφαλιών
Ίσως η πιο χαρακτηριστική στιγμή της προπονητικής του σταδιοδρομίας, πάντως, ήταν η κατάκτηση του Κυπέλλου Ελλάδας με τον ΠΑΟΚ το 1984, απέναντι στη μεγάλη του αγάπη, τον Άρη. Ήταν το ματς που έμεινε στην ιστορία ως ο «τελικός των ξυρισμένων κεφαλιών», αφού ο 60χρονος τότε Ματθαίου υποχρέωσε τους παίκτες του να ξυρίσουν τα κεφάλια τους, ως ένδειξη της αποφασιστικότητάς τους να νικήσουν τον –θεωρητικά ισχυρότερο– συμπολίτη τους και να πάρουν το τρόπαιο. Μιλώντας για την εικόνα του ελληνικού μπάσκετ, ο Φαίδωνας Ματθαίου θα πει: «Δυστυχώς, ενώ προσπαθούσαμε επί δεκαετίες, δεν καταφέραμε να τυποποιήσουμε μια ελληνική σχολή μπάσκετ. Παραδοσιακά, λόγω έλλειψης δεινών σουτέρ και ψηλών, εμείς στηριζόμασταν στα μπασίματα και αναδεικνύαμε σπουδαίους drivers και παίκτες με ικανότητα στο baby jump shot. Ακόμη και ο Γκάλης, που έμαθε το μπάσκετ στην Αμερική, τέτοιος παίκτης ήταν. Ρίχνω την ευθύνη σε εμάς τους προπονητές, διότι δεν καθίσαμε ποτέ όλοι μαζί γύρω από ένα τραπέζι να χαράξουμε μια εθνική πολιτική και να καταλήξουμε σε μια ενιαία αγωνιστική ταυτότητα».
Ο Ματθαίου υπήρξε πρωτοπόρος στην προπονητική, καθώς ήταν ο πρώτος Έλληνας που ταξίδεψε στις ΗΠΑ για επιμόρφωση. Αρκετά χρόνια μετά είχε δηλώσει: «Όταν πήγα για πρώτη φορά στις ΗΠΑ, είπα στον εαυτό μου ότι, Φαίδωνα, δεν ξέρεις τίποτα για το μπάσκετ. Το μπάσκετ είναι απλό, δεν είναι πολύπλοκο». Ο Φαίδων Ματθαίου πέθανε στις 17 Σεπτεμβρίου 2011 στη Θεσσαλονίκη, σε ηλικία 87 ετών.
Στηρίξτε το Άρδην κάνοντας μια προσφορά ΕΔΩ.
