Συμπληρώνονται αυτές τις μέρες τέσσερα χρόνια από την έναρξη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία. Το αποκορύφωμα της ρωσικής επιθετικότητας που ξεκίνησε πριν τέσσερα χρόνια έφερε τεκτονικές αλλαγές στην Ευρώπη, τέτοιες που ήταν δύσκολο να προβλεφθούν. Στο αφιέρωμα της ιστοσελίδας μας τις επόμενες μέρες θα επιχειρήσουμε να σκιαγραφήσουμε το ρωσικό καθεστώς, ποιοι ήταν οι παράγοντες που οδήγησαν τους Ουκρανούς σε μια τόσο αποτελεσματική αντίσταση και πώς η Ευρώπη ενόψει του ρωσικού κινδύνου σε συνδυασμό με την εποχή Τραμπ στις ΗΠΑ αλλάζει ρότα.
Ο Πούτιν τον Χειμώνα
του Αντρέϊ Κολέσνικοφ* απόσπασμα από το βιβλίο των Εναλλακτικών Εκδόσεων, Ρωσία, Αυτοκρατορία ή έθνος κράτος; Ο Πούτιν, ο Ντούγκιν και ο Ναβάλνι (Συλλογικό).
Η χρήση στρατιωτικής βίας για την επίλυση προβλημάτων –κάτι που μοιάζει σχεδόν αναχρονιστικό στον εικοστό πρώτο αιώνα– είναι μια ακόμα τακτική που κληρονόμησε ο Πούτιν από τον Στάλιν. Σκεφτείτε τον Χειμερινό Πόλεμο του 1939. Λίγο πριν από το ξέσπασμα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Στάλιν απέτυχε να αποσπάσει από τη Φινλανδία τις εδαφικές παραχωρήσεις που ήθελε, οπότε εξαπέλυσε εισβολή. Όπως και με τον Πούτιν στην Ουκρανία, ο Στάλιν ήθελε να καταλάβει τμήματα εδαφών που θεωρούσε στρατηγικής σημασίας, γιατί θα χρησίμευαν ως ζώνη απομόνωσης σε περίπτωση επίθεσης στη δική του χώρα. Και όπως και με τις «αμυντικές» ενέργειες του Πούτιν στην Ουκρανία, ο Στάλιν αναζήτησε ένα πρόσχημα και έστησε μια πρόκληση στα σύνορα, επιτρέποντας στις δυνάμεις της Μόσχας να ξεκινήσουν «νόμιμα» έναν πόλεμο.
Και στις δύο περιπτώσεις, οι δικτάτορες μιλούσαν για συσσώρευση εχθρικών στρατευμάτων που δεν υπήρχαν στην πραγματικότητα. Και οι δύο υποτίμησαν δραστικά την αποφασιστικότητα του λαού, στη χώρα του οποίου εισέβαλαν, να αντισταθεί: όπως ο Στάλιν περίμενε ότι το φινλανδικό προλεταριάτο θα έλουζε πρακτικά τους συντρόφους της εργατικής τάξης με ανθοδέσμες, έτσι και ο Πούτιν υπέθεσε ότι οι Ουκρανοί θα υποδέχονταν τους Ρώσους στρατιώτες ως απελευθερωτές. Όπως αποδείχθηκε, και οι δύο δεσπότες έκαναν μεγάλο λάθος. Ακόμη και η χρήση των φιλορώσων αυτονομιστών από τον Πούτιν ήταν μια σταλινική καινοτομία. Όταν ο Πούτιν σύναψε συμφωνία με τις τεχνητά δημιουργημένες κυβερνήσεις του Ντονέτσκ και του Λουχάνσκ, ακολούθησε τα βήματα του Στάλιν, ο οποίος δημιούργησε μια εναλλακτική φινλανδική ηγεσία που ελεγχόταν από το Κρεμλίνο και στη συνέχεια σύναψε συμφωνία μαζί της.
Ο ισχυρισμός του Πούτιν ότι η ουκρανική κυβέρνηση ήταν μια απλή βιτρίνα των πολεμοκάπηλων δυτικών δυνάμεων αποτελούσε επίσης απόηχο της προπαγάνδας που είχε εξαπολύσει ο Στάλιν κατά τον Χειμερινό Πόλεμο. Στα απομνημονεύματά του, ο Τζούχο Κούστι Παάσκιβι, απεσταλμένος της Φινλανδίας στη Μόσχα και μετέπειτα πρόεδρος της χώρας, έγραψε ότι, «σύμφωνα με τους Ρώσους, αυτός ο πόλεμος ήταν προφανώς ένας πόλεμος που διεξήγαγαν η Αγγλία και η Γαλλία εναντίον της Σοβιετικής Ρωσίας». Κατά τη διάρκεια του Χειμερινού Πολέμου, η δοτή φινλανδική κυβέρνηση που είχε συγκροτήσει ο Στάλιν ζήτησε από τη Σοβιετική Ένωση υποστήριξη για την υλοποίηση αυτού που αποκαλούσε «προαιώνιο πόθο του φινλανδικού λαού να ενώσει τους κατοίκους της Καρελίας [που ζούσαν σε σοβιετικό έδαφος] σε ένα ενιαίο και ανεξάρτητο φινλανδικό κράτος». Στον πόλεμο του Πούτιν στην Ουκρανία, η «επανένωση των αδελφών λαών» αποτελούσε το βασικό σύνθημα. Δικαιολογώντας την ανάγκη προσάρτησης ουκρανικών εδαφών, ο Πούτιν επανέλαβε σχεδόν λέξη προς λέξη το σημείωμα του Μολότοφ προς τον Πολωνό πρεσβευτή του Σεπτεμβρίου 1939, στο οποίο ανέφερε ότι «η σοβιετική κυβέρνηση δεν μπορεί να παραμείνει αδιάφορη ενώ οι συγγενείς Ουκρανοί και Λευκορώσοι, που ζουν στο έδαφος της Πολωνίας, αφήνονται στο έλεος της μοίρας, χωρίς καμία προστασία».
Υπάρχει όμως και ένας άλλος πόλεμος του Στάλιν με τον οποίον διατηρεί αναλογίες η εκστρατεία του Πούτιν στην Ουκρανία: ο πόλεμος της Κορέας. Εξάλλου, ο Στάλιν ήταν εκείνος που ενέκρινε την έναρξη της επίθεσης της Βόρειας Κορέας κατά του Νότου, στις 25 Ιουνίου 1950. Και σύμφωνα με ορισμένους ιστορικούς, όπως και ο Πούτιν στην Ουκρανία, ο Στάλιν υπέθεσε ότι η Νότια Κορέα θα κατακτηθεί μέσα σε λίγες εβδομάδες. Και όπως έγινε και με την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία φέτος, τα Ηνωμένα Έθνη καταδίκασαν την επίθεση της Βόρειας Κορέας. (Στην τελευταία περίπτωση, τα αμερικανικά στρατεύματα εισήλθαν στη σύγκρουση υπό τη σημαία του ΟΗΕ.) Ως πόλεμος δι’ αντιπροσώπων μεταξύ της Σοβιετικής Ένωσης και των Ηνωμένων Πολιτειών, ο πόλεμος της Κορέας περιελάμβανε μαχητικά αεροσκάφη και των δύο δυνάμεων που απογειώθηκαν, αν και οι σοβιετικοί πιλότοι διατάχθηκαν να μην εισέλθουν στον εναέριο χώρο της Νότιας Κορέας. Όταν έγινε σαφές ότι ο πόλεμος θα τραβούσε σε μάκρος, ο Στάλιν δεν βιάστηκε να τον τερματίσει και έδωσε εντολή στην κυβέρνηση της Βόρειας Κορέας να παρατείνει τις ειρηνευτικές συνομιλίες. Μόνο όταν πέθανε ο Στάλιν κατέστη δυνατό να τερματιστεί η σύγκρουση, όπως συνέβη και με τόσες άλλες προσωπικές του πρωτοβουλίες. Εκτός από τον θάνατο, δεν υπήρχε τίποτα και κανείς που θα μπορούσε να σταματήσει τον Στάλιν στο λυκόφως του – και το ίδιο συμβαίνει και σήμερα με τον Πούτιν.

“Ιβάν ο Τρομερός” από την ταινία του Σεργκέι Αϊζενστάιν, το 2ο μέρος της ταινίας λογοκρίθηκε από τον Στάλιν γιατί θεώρησε την απεικόνιση του Ιβάν ως κριτική στον ίδιο. Περισσότερα εδώ
Ιβάν ο δεσπότης
Όμως, οι εκλεκτικές συγγένειες του Πούτιν με τον σοβιετικό ηγέτη δεν περιορίζονται στις αδίστακτες μεθόδους του Στάλιν αλλά συμπεριλαμβάνουν και την αυθεντική κοσμοθεωρία του. Όπως και ο Στάλιν, ο Πούτιν θεωρεί ότι ο κόσμος είναι χωρισμένος σε σφαίρες επιρροής και θεωρεί ότι μπορεί να σημαδέψει, με σαρωτικές κινήσεις σε έναν χάρτη, τα εδάφη που θεωρεί ότι του ανήκουν. Ο Πούτιν πιστεύει επίσης ότι η Ρωσία μπορεί να ευδοκιμήσει σε πολιτική απομόνωση και με μια πολιτική οικονομικής αυτάρκειας. Συμμερίζεται επίσης τον αυτοκρατορικό εθνικισμό του Στάλιν. Αξίζει να θυμηθούμε ότι, παρά τη σοβιετική ορθοδοξία του, ο Στάλιν ήταν έτοιμος να εγκαταλείψει τον μαρξισμό-λενινισμό όποτε το θεωρούσε αναγκαίο και να παίξει επιδέξια το χαρτί του εθνικισμού, απευθυνόμενος στα αισθήματα της κυρίαρχης εθνικής ομάδας. Αυτό ίσχυε ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στην πρώτη του ομιλία προς τον σοβιετικό λαό, με το ξέσπασμα του πολέμου, ο Στάλιν ξεκίνησε όχι με το «Σύντροφοι!» αλλά με το «Αδελφοί και αδελφές!». Στο τέλος του πολέμου, έκανε την περίφημη πρόποση της 24ης Μαΐου 1945, όχι προς τους Σοβιετικούς αλλά προς τον ρωσικό λαό: «Ευχαριστώ το ρωσικό έθνος για την εμπιστοσύνη που μου έδειξε!» Σε αυτές και σε άλλες περιπτώσεις, ο Στάλιν επικαλέστηκε πάνω απ’ όλα τη ρωσική ιστορία και τη ρωσική υπερηφάνεια. Μια τέτοια στρατηγική αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο του ύστερου πουτινισμού, ή αυτού που συνηθίζεται να αποκαλείται «σωβινισμός των μεγάλων δυνάμεων».
Ακόμη πιο εμφανής είναι η προσφυγή του Πούτιν στο νομιμοποιητικό αφήγημα του Στάλιν για τη νίκη της Ρωσίας στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Σχεδόν αμέσως, ο Στάλιν προσπάθησε να μετατρέψει μια τραγωδία κατά την οποία σκοτώθηκαν περίπου 20 εκατομμύρια Ρώσοι σε μια ιστορία θριαμβευτικού ηρωισμού. Ταυτόχρονα, ο δικτάτορας περιόρισε γρήγορα όλους τους στρατηγούς των οποίων η δημοτικότητα στις μάζες θα μπορούσε να τους καταστήσει απειλή για τον ίδιον: πολλοί συνελήφθησαν και εκτελέστηκαν – ακόμη και ο Γκεόργκι Ζούκοφ, κεντρικός στρατιωτικός διοικητής και αρχιτέκτονας της σοβιετικής νίκης, τέθηκε στο περιθώριο. Ο Στάλιν ανησυχούσε για την αυξανόμενη δημοτικότητα των στρατιωτικών διοικητών και προσπάθησε με κάθε τρόπο να κάνει τις λεπτομέρειες του πολέμου να ξεχαστούν γρήγορα. Ο Πούτιν έχτισε τη δική του νομιμοποίηση γύρω από την ιδέα ότι είναι πλέον ο κληρονόμος του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου – όπως είναι επίσημα γνωστός στη Ρωσία ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, για να θυμίζει τον Πατριωτικό Πόλεμο του 1812 εναντίον του Ναπολέοντα.
Ταυτόχρονα, ο Πούτιν προσεταιρίστηκε το Αθάνατο Σύνταγμα, μια ετήσια τελετή όπου τεράστιος αριθμός Ρώσων παρελαύνει με φωτογραφίες συγγενών που έλαβαν μέρος στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, και το μετέβαλε σε επίσημη μαζική παρέλαση με επικεφαλής τον ίδιο. Μετέτρεψε, επίσης, τη σοβιετική λατρεία της νίκης σε λατρεία του πολέμου. Έχοντας προετοιμάσει το έδαφος με αυτό το ξαναγράψιμο της ιστορίας, ο Πούτιν κήρυξε την εισβολή στην Ουκρανία ως πόλεμο κατά του «ναζισμού» και της Δύσης, ισχυριζόμενος ότι δεν είναι παρά η συνέχεια του ανολοκλήρωτου Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου. Πρόκειται για παραχάραξη της ιστορίας σε τεράστια κλίμακα και χειραγώγηση της συλλογικής συνείδησης μιας ολόκληρης χώρας.

Η συζήτηση για τα βάναυσα χρόνια του Ιβάν του Τρομερού επέστρεψε με τον Πούτιν
Για τον Πούτιν, η ιστορία έχει γίνει βασικό εργαλείο για να διατηρήσει την εξουσία και τον έλεγχο της χώρας – όπως ακριβώς συνέβη και με τον Στάλιν. Πάνω απ’ όλα είναι τα παραδείγματα του Ιβάν του Τρομερού και του Μεγάλου Πέτρου που προσφέρουν τους δίδυμους πυλώνες της σκληρότητας και του ιμπεριαλισμού. Ο Στάλιν προσπάθησε να συνδέσει το καθεστώς του με τον Ιβάν τον Τρομερό, αναθέτοντας στον σκηνοθέτη Σεργκέι Αϊζενστάιν να δημιουργήσει μια ταινία για τον ιστορικό ηγεμόνα και το διαβόητο καθεστώς του σε δύο μέρη. (Η αντίδραση ενός λογοτέχνη της εποχής, του Λεονίντ Σομπόλεφ, τα λέει όλα: «Πρέπει να μάθουμε να αγαπάμε την Οπρίτσνινα», τη διαβόητη φρουρά του Ιβάν.) Δεν είναι περίεργο, λοιπόν, που η συζήτηση για τα βάναυσα χρόνια του Ιβάν επέστρεψε επί Πούτιν. Κατά τη διάρκεια ενός συλλαλητηρίου για την προσάρτηση των τεσσάρων ουκρανικών περιοχών, ο Ιβάν Οχλομπίστιν, ηθοποιός και έμπιστος του Πούτιν, ανέβηκε στη σκηνή και φώναξε «Γκόιντα!» – η πολεμική κραυγή που ήταν το σήμα κατατεθέν των Οπρίτσνικι του Ιβάν του Τρομερού. Και όπως ο Στάλιν αναβίωσε έναν νέο ρωσικό εθνικισμό στα χρόνια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Πούτιν συνέκρινε τον πόλεμό του στην Ουκρανία με την εκστρατεία του Μεγάλου Πέτρου κατά της σουηδικής Αυτοκρατορίας.
Όπως είχε συμβεί με τον Στάλιν στα πρώτα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, ο Πούτιν έχει διακόψει τις σχέσεις με τη Δύση και έχει αρχίσει να παρουσιάζει κάθε τι ξένο ως ασύμβατο με τη ιδεολογία και τις αξίες της Ρωσίας. Τους ανθρώπους που ο Στάλιν αποκαλούσε «κοσμοπολίτες δίχως ρίζες», και οι οποίοι απολύθηκαν από τις δουλειές τους και υπέστησαν διώξεις, έχουν διαδεχθεί στη Ρωσία του Πούτιν εκείνοι που χαρακτηρίζονται «ξένοι πράκτορες», και ξαφνικά βρίσκονται εξόριστοι στην ίδια τους τη χώρα. Επί Στάλιν, οι σχέσεις με ξένους μπορούσαν να οδηγήσουν κάποιον στη φυλακή. Τον Οκτώβριο του 2022, η Ρωσία του Πούτιν άρχισε να εφαρμόζει έναν νέο νόμο –εντελώς σταλινικό στο πνεύμα και την ασαφή διατύπωσή του– «για την εμπιστευτική συνεργασία με ξένο κράτος». Ο Πούτιν ολοκλήρωσε την αποκατάσταση του Στάλιν τον Δεκέμβριο του 2021, πάνω στην ώρα για τον πόλεμο, όταν επέτρεψε στους δικούς του Οπρίτσνικι –στην προκειμένη περίπτωση, εισαγγελείς και άλλα μέλη του λεγόμενου συστήματος δικαιοσύνης– να καταστρέψουν το Μεμόριαλ, έναν ερευνητικό οργανισμό που υπήρχε ακριβώς για να διατηρεί ζωντανή τη μνήμη της καταπίεσης της εποχής του Στάλιν. Μεταξύ άλλων, το Μεμόριαλ ήταν ένας από τους λίγους ανεξάρτητους οργανισμούς στη Ρωσία που ήταν σε θέση να αναδείξει την πραγματική ιστορία της Ρωσίας και όχι τη σταλινική εκδοχή της.
Χρησιμοποιώντας τέτοιες τακτικές, ο Πούτιν άνοιξε τον δρόμο –τόσο σε συμβολικό όσο και σε πρακτικό επίπεδο– για τον πόλεμο και για την εισαγωγή στοιχείων ολοκληρωτισμού στο δικό του πολιτικό σύστημα. Στην πραγματικότητα, η διαδικασία εκτυλίσσεται εδώ και χρόνια: έχει κατηχήσει τους Ρώσους με τη δική του εκδοχή της ιστορίας, επιτιθέμενος στη συνείδησή τους με τα άρθρα και τις ομιλίες του, και το έργο του έχει ενισχυθεί από τη φιλοσταλινική ιστορική προπαγάνδα, μεταξύ άλλων από τη φιλοκρεμλινική Ρωσική Ιστορική Εταιρεία και τη Ρωσική Στρατιωτική Ιστορική Εταιρεία. Έτσι, στις αρχές του 2022, ο Πούτιν θα μπορούσε να βρει έτοιμη λαϊκή υποστήριξη για την επίθεσή του κατά της ιστορίας και για τον πόλεμό του, καθώς και για τη διολίσθηση στη σταλινική παράνοια, όπου άνθρωποι καταγγέλλουν τους γείτονές τους και οι δάσκαλοι και οι μαθητές καταγγέλλουν ο ένας τον άλλον.
Με την εξουσία του και μόνο
Ελλείψει δημοκρατίας, ο Πούτιν απέτυχε να δημιουργήσει έναν μηχανισμό για τη μεταβίβαση της εξουσίας, καθώς, όπως και ο Στάλιν, δεν έχει καμία πρόθεση να την παραδώσει. Ως αποτέλεσμα, η ιστορία της Ρωσίας είναι παγιδευμένη σε έναν φαύλο κύκλο. Αλλά δεν είναι σαφές αν η χώρα μπορεί να περιμένει μια επανάληψη των γεγονότων του Μαρτίου του 1953, όταν ο Στάλιν βρισκόταν ετοιμοθάνατος και οι στενότεροι συνεργάτες του διαγκωνίζονταν για το ποιος θα αποποιηθεί γρηγορότερα την κληρονομιά του.
Όπως και στη Σοβιετική Ένωση επί Στάλιν, έχει κανείς την εντύπωση ότι η Ρωσία σήμερα δεν έχει εναλλακτική λύση απέναντι στον Πούτιν. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει εναλλακτικός δρόμος σε οτιδήποτε λέει ή κάνει: φαίνεται ότι είναι ανώφελο να του αντιτάσσεται κανείς. Οι ελίτ της Ρωσίας πρέπει να ενεργήσουν σύμφωνα με αυτή τη λογική. Όπως και οι ελίτ επί Στάλιν, θα πρέπει απλώς να περιμένουν μέχρις ότου ο τύραννος φθάσει στο τέλος του, ελπίζοντας ότι θα εξαφανιστεί με κάποιο τρόπο πριν προλάβει να τους απολύσει ή να τους φυλακίσει. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι ψηφοφόροι του Πούτιν ενδιαφέρονται τόσο πολύ για την υγεία του. Στην εποχή του Στάλιν, η κατάσταση της υγείας του δικτάτορα ήταν λιγότερο γνωστή, αλλά οι συνεργάτες και οι απαράτσνικι που ήταν κοντά του κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του καταλάβαιναν ότι δεν ήταν καλά. Αυτό έγινε φανερό στο κοινό στο 19ο Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος, τον Οκτώβριο του 1952, στο οποίο ο Στάλιν φαινόταν γερασμένος και αδύναμος. Δοκίμασε τους συναγωνιστές του προτείνοντας να αντικαταστήσει τον εαυτό του με έναν νεότερο ηγέτη, ενώ παράλληλα εισήγαγε σχετικά νέους καριερίστες στα όργανα· γεγονός που προφανώς ενίσχυσε τους φόβους της παλιάς φρουράς.
Ο Πούτιν θα μπορούσε να ακολουθήσει έναν παρόμοιο δρόμο, και εν μέρει το έχει ήδη κάνει, ιδίως σε περιφερειακό επίπεδο, όπου έχει δώσει κυβερνητικές θέσεις σε ένθερμους νεαρούς υποστηρικτές του. Αλλά παρόλο που πλησιάζει στην ηλικία θανάτου του Στάλιν, εμφανίζεται πιο υγιής και φαίνεται να έχει περισσότερο χρόνο από ό,τι είχε ο Στάλιν στις αρχές της δεκαετίας του 1950. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει ένα κρίσιμο μάθημα για τον Πούτιν: το μίσος και ο φόβος για τον Στάλιν κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του ήταν τόσο έντονα που, όταν υπέστη το τελευταίο του εγκεφαλικό επεισόδιο, τις ώρες που ενδεχομένως θα μπορούσε ακόμη να σωθεί, οι στενότεροι συνεργάτες του δεν ήρθαν να τον βοηθήσουν, και πέθανε ουσιαστικά μόνος, μέσα στην αγωνία. Ο Πούτιν φαίνεται σήμερα ισχυρότερος από ποτέ. Αλλά, την ίδια στιγμή, δεν είναι σαφές ποιος θα μπορούσε να τον σώσει αν έχανε ποτέ αυτή τη δύναμη. Όπως ο Στάλιν στα τελευταία του χρόνια.
Στηρίξτε το Άρδην και τις Εναλλακτικές Εκδόσεις κάνοντας μια προσφορά ΕΔΩ.
