Ο ανώτατος ηγέτης του Ιράν, Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ (1936-2026) ανάμεσα σε κληρικούς
Tου Farhad Khosrokhavar, απόσπασμα από το βιβλίο, Οι γυναίκες ενάντια στη θεοκρατία (Εναλλακτικές Εκδόσεις, 2024, μετάφραση Χριστίνα Σταματοπούλου).
Μία από τις σημαντικότερες συνιστώσες του μετεπαναστατικού κράτους είναι ο σιιτικός κλήρος, ο οποίος ανήλθε στα υψηλότερα κλιμάκια της εξουσίας: ο Ανώτατος Ηγέτης του κράτους είναι ένας κληρικός και ο κλήρος είναι ο εγγυητής της ισλαμικής νομιμότητας αυτού του κράτους. Η δικαστική εξουσία βρίσκεται στα χέρια ενός μέρους του κλήρου, ο οποίος συντάσσεται απόλυτα με το θεοκρατικό κράτος.
Πριν από την επανάσταση του 1979, ένας κληρικός μπορούσε να είναι δικαστής ή συμβολαιογράφος ή να εκτελεί θρησκευτικές τελετές για τις θρησκευόμενες οικογένειες. Αλλά μετά την επανάσταση, οι πόρτες άνοιξαν διάπλατα για την είσοδο του κλήρου στο κράτος. Οι θρησκευτικές σπουδές άνθησαν και πολλαπλασιάστηκε ο αριθμός των σπουδαστών στις θρησκευτικές σχολές, κυρίως στην Κομ.
Το έτος 2015, σε όλη τη χώρα, σπούδαζαν περίπου 150.000 άρρενες φοιτητές σε θρησκευτικές σχολές, και οι απόφοιτοί τους αριθμούσαν 90.000. Εκείνη τη χρονιά, 10.000 ιεραπόστολοι και 27.000 θρησκευόμενες γυναίκες εκπαιδεύτηκαν για να εργαστούν στον κυβερνοχώρο. Σύμφωνα με μια έκθεση του BBC, το 2018, στο Ιράν, αντιστοιχούσε ένας κληρικός για κάθε 200 ανθρώπους (περίπου 400.000 άτομα).
Μετά την εδραίωση της θεοκρατίας, το 1979, ένας κληρικός που έχει αποφοιτήσει από θρησκευτική σχολή θα βρει απασχόληση στον κρατικό μηχανισμό, ιδίως στο υπουργείο Δικαιοσύνης, όπου η συντριπτική πλειονότητα των δικαστών είναι πλέον κληρικοί. Είτε στον στρατό είτε στη διοίκηση, οι κληρικοί αποκτούν θέσεις ηθικής εποπτείας για να επιβλέπουν τη συμμόρφωση με τους ισλαμικούς κανόνες (την ισλαμική μαντίλα, τον σεβασμό του ραμαζανιού, τον διαχωρισμό των δύο φύλων στη διοίκηση), ή τις πληροφορίες ασφαλείας στο υψηλότερο επίπεδο.
Σε όλες τις βαθμίδες του κρατικού μηχανισμού, ο κλήρος επιφυλάσσει στον εαυτό του θέσεις τόσο σε διευθυντικά όσο και σε ενδιάμεσα επίπεδα. Γενικότερα, στη διοίκηση, οι κληρικοί έχουν προσληφθεί για τις θρησκευτικές τελετές, για να διασφαλίζουν τη συμμόρφωση με τους ισλαμικούς κανόνες και για καθήκοντα που εκτείνονται μέχρι και την πρόσληψη προσωπικού το οποίο να είναι συμβατό με τις απαιτήσεις της θεοκρατίας. Οι κληρικοί είναι πλέον παρόντες στους πολιτιστικούς, στρατιωτικούς, οικονομικούς και πολιτικούς οργανισμούς, στην ανώτερη ιεραρχία, ως εκπρόσωποι του Ανώτατου Ηγέτη, αλλά και σε θέσεις ασφαλείας. Παρόλο που ο αριθμός τους στο Κοινοβούλιο έχει μειωθεί την τελευταία δεκαετία, ο κλήρος εξακολουθεί να είναι παρών στα έδρανά του και πολλοί από τους προέδρους της Δημοκρατίας υπήρξαν μέλη του κλήρου (οι δύο τελευταίοι πρόεδροι, Ρουχανί και Ραϊσί, ανήκουν στον κλήρο, όπως και ο μεταρρυθμιστής πρόεδρος Χαταμί).
Ακόμη και οι ρεφορμιστές κληρικοί έχουν υποσχεθεί αφοσίωση στον ηγέτη της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Ακόμα και ο ρεφορμιστής πρόεδρος Χαταμί, περιορίστηκε σε συνθήματα περί μεταρρυθμίσεων χωρίς να επιχειρήσει να εμπλακεί σε αναμέτρηση μαζί του. Κατά τη διάρκεια της προεδρίας του, πραγματοποιήθηκε ένα πολιτιστικό άνοιγμα, με έναν πιο ελεύθερο Τύπο, ο οποίος όμως διωκόταν διαρκώς από το δικαστικό σώμα που βρίσκεται στα χέρια των συντηρητικών.
Σύμφωνα με στατιστικά στοιχεία του 2013, περισσότεροι από 70.000 κληρικοί προσλήφθηκαν στα σχολεία για να κηρύσσουν το ισλάμ. Κάθε διοίκηση διαθέτει έναν κληρικό για την τέλεση των προσευχών, ο μισθός του οποίου καταβάλλεται από την κυβέρνηση. Στον τομέα της εκπαίδευσης, δεκάδες χιλιάδες κληρικοί εργάζονται ως υπεύθυνοι της προσευχής, ιεραπόστολοι, δάσκαλοι και καθηγητές. Ο κλήρος έχει διεισδύσει σε μεγάλο μέρος του κρατικού μηχανισμού. Όσο για την κοινωνία, αυτή όλο και περισσότερο απορρίπτει τους μουλάδες καθώς τείνει να τους αποδίδει όλα τα κοινωνικά δεινά, ιδίως εκείνα μιας βαθύτατα άδικης και διεφθαρμένης δικαιοσύνης, η οποία, τη στιγμή που παραμένουν ανεξιχνίαστες υποθέσεις μείζονος διαφθοράς σε κρατικό επίπεδο, καταδικάζει κατά συρροή υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, φεμινίστριες, οπαδούς της πολιτικής μεταρρύθμισης και νέους που δεν τηρούν τους ξεπερασμένους ισλαμικούς κανόνες.
Ο κατασταλτικός βραχίονας του ιρανικού κράτους στο ατομικό επίπεδο είναι το δικαστικό σώμα, το οποίο διοικείται από το τμήμα του κλήρου που βρίσκεται στην υπηρεσία της κυβέρνησης. Η κοινωνία των πολιτών αντιλαμβάνεται τον κλήρο ως συνεργό του ολοκληρωτικού κράτους, το οποίο, ασκώντας πειθαναγκασμό στο κοινωνικό σώμα, καθιστά αδύνατη την ανεξάρτητη απονομή δικαιοσύνης.
Άλλωστε, ο κλήρος έχει ένα όραμα για τον κόσμο που έρχεται σε σύγκρουση με εκείνο της κοινωνίας. Στην εκκοσμίκευση της κοινωνίας απαντά η προσπάθεια απο-εκκοσμίκευσης, την οποία ο θεοκρατικός κλήρος σκοπεύει να επιβάλει στο όνομα του νόμου της σαρία. Συγκεκριμένα, προσπαθεί να καθηλώσει το κοινωνικό σώμα μέσα στον ζουρλομανδύα ενός ισλαμικού νόμου που αδυνατεί να ανταποκριθεί στις σύγχρονες ανάγκες του ατόμου[1]. Με τον τρόπο αυτό, ένα σημαντικό μέρος του ιρανικού κλήρου έχει μεταβληθεί σε άμεσο συνεργό του κράτους, το οποίο έχει μεταβάλει το θεοκρατικό ισλάμ, σύμφωνα με τη χομεϊνιστική εκδοχή του Βελαγιάτ Φακίχ, σε βασικό μοχλό της νομιμοποίησής του. Γινόμαστε μάρτυρες της ανάδυσης ενός «θεοκρατικού ισλάμ», ιδεολογικός βραχίονας του οποίου είναι ένα μεγάλο μέρος του σιιτικού κλήρου.
Πέρα από τη συμμετοχή του στην εξουσία, ο κλήρος βρίσκεται επίσης σε αναντιστοιχία με την κοινωνία στο συμβολικό επίπεδο. Ο κλήρος έχει μια συγκεκριμένη υποκουλτούρα που καθιστά αδύνατη την κατανόηση των νέων εκκοσμικευμένων γενεών του Ιράν, ιδίως όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ ανδρών και γυναικών, τη δημόσια ζωή, τις δραστηριότητες του ελεύθερου χρόνου και γενικότερα ένα εορταστικό όραμα που έρχεται σε αντίθεση με τη θρηνητική αντίληψή του για την κοινωνία, δηλαδή τη σιιτική λατρεία του πόνου, που βασίζεται σε μια τραγική αντίληψη για την ύπαρξη, η οποία ενσαρκώνεται στη συμβολική υπεροχή του μαρτυρίου.
Η ιερατική κουλτούρα δεν κατανοεί επαρκώς τον σύγχρονο ελεύθερο χρόνο και την περιθωριοποίηση του θρησκευτικού παράγοντα στη ζωή πολλών στρωμάτων του πληθυσμού. Η δικαστική καταπίεση της κοινωνίας από τον κλήρο επιτείνεται από την αδυναμία του να κατανοήσει τους υποκειμενικούς προσανατολισμούς της νεολαίας που βρίσκεται σε διαδικασία εκκοσμίκευσης και την οποία πασχίζει να εγκλωβίσει στον ζουρλομανδύα ενός οράματος που απέχει όλο και περισσότερο από την κοινωνική πραγματικότητα, στο όνομα της ξεπερασμένης πλέον αντίθεσης ανάμεσα στην αθεϊστική Δύση και τη μουσουλμανική Ανατολή.
Οι μετασχηματισμοί που εισήγαγε το μετεπαναστατικό κράτος στον ιρανικό κλήρο, μετά τον αγιατολάχ Χομεϊνί, και στη συνέχεια με τον διάδοχό του αγιατολάχ Χαμενεΐ, στέρησαν από αυτόν κάθε δυνατότητα αυτόνομης δράσης. Τις παραμονές της επανάστασης του 1979, ο σιιτικός κλήρος είχε τη δική του ιεραρχία, οικονομική αυτονομία και αναμφισβήτητη κοινωνική και πολιτική ποικιλομορφία. Εκείνοι που χρηματοδοτούσαν τα θρησκευτικά σεμινάρια ήταν οι άνθρωποι του μπαζάρ και οι πιστοί, ανεξάρτητα από το ιρανικό κράτος. Η αυτονομία προσέδιδε στον κλήρο μια ηθική θέση σε μια εκκοσμικευμένη κοινωνία, η οποία ταυτόχρονα τον περιέβαλλε με σεβασμό. Όσο λιγότερο γνώριζαν οι νέοι τον κλήρο, τόσο περισσότερο τον σέβονταν, αντιδρώντας στην περιφρόνηση του Σάχη προς αυτόν.

Ιράν, οι γυναίκες ενάντια στη θεοκρατία
Μετά την Επανάσταση, το θεοκρατικό κράτος έθεσε ως πολιτική του προτεραιότητα να ελέγξει τον ιερατικό θεσμό. Μετά το 1995, επί Χαμενεΐ, οι αγιατολάχ έχασαν την οικονομική τους αυτονομία και η χρηματοδότησή τους προέρχεται από το κράτος, το οποίο πλέον εποπτεύει τους οικονομικούς τους πόρους επιδοτώντας τους κληρικούς που συμπορεύονται μαζί του, αλλά και συγκεντρώνοντας στα χέρια του τους πόρους που προέρχονται από τους πιστούς, με ένα μηχανογραφημένο σύστημα που υποδεικνύει το ύψος των πόρων, τις απαγορεύσεις κατά των απείθαρχων κληρικών και τις ελευθερίες για όσους παίζουν το παιχνίδι της κρατούσας θεοκρατίας. Στο εξής, οι πιστοί (το μπαζάρ ή οι ιδιώτες) δεν μπορούν να συνεισφέρουν παρά μόνο υπό τον άγρυπνο έλεγχο ενός κρατικού συστήματος.
Εκτός της χώρας, ο αγιατολάχ Σιστανί, αναγνωρισμένος ως ο πνευματικός ηγέτης των σιιτών του Ιράκ, είναι ανίσχυρος απέναντι στον επιβλητικό θρησκευτικό θεσμό υπό την αιγίδα του θεοκρατικού κράτους, με κέντρο την πόλη Κομ και ανώτατη αρχή τον αγιατολάχ Χαμενεΐ, αρχηγό του κράτους[2]. Οι Ιρανοί κληρικοί υπόκεινται στην απόλυτη εξουσία του Ανώτατου Ηγέτη, από οικονομική άποψη, και, σε περίπτωση παραβατικής συμπεριφοράς, στην εξουσία του δικαστηρίου του κλήρου, το οποίο μπορεί να τους κρίνει και να τους αποσχηματίσει.
Η στέρηση της αυτονομίας του ιρανικού κλήρου έγινε ορατή στη διάρκεια του κινήματος του 2022, καθώς οι ανώτεροι κληρικοί (οι αγιατολάχ) δεν άσκησαν καμία κριτική στην κυβέρνηση, με εξαίρεση μερικούς αντιφρονούντες κληρικούς στο εξωτερικό (συχνά στη Δύση, όπως ο Καντιβάρ στις Ηνωμένες Πολιτείες) ή εκείνους που μίλησαν ανώνυμα[3] για να εκφράσουν την απόρριψη της θεοκρατικής εξουσίας, ή, τέλος, κάποιες σπάνιες προσωπικότητες από την πλευρά των μεταρρυθμιστών κληρικών, όπως ο Αμπντολάχ Νουρί, ο οποίος εξεπλάγη που οι σιίτες ουλεμάδες σιώπησαν μπροστά στις ενέργειες του θεοκρατικού καθεστώτος ενάντια στο κίνημα του 2022[4].
Οι πολυάριθμοι κληρικοί που έχουν γίνει δημόσιοι υπάλληλοι του θεοκρατικού κράτους κηρύσσουν μια ισλαμική ηθική, η οποία, εκτός του ότι είναι ξένη προς την υποκειμενικότητα των νέων ανθρώπων, πάσχει και για έναν άλλο λόγο, αυτόν της θεμελιώδους ανηθικότητας του ίδιου αυτού κλήρου, τον οποίο η κοινωνία των πολιτών κατηγορεί για κάθε πιθανό αμάρτημα, ως τον φαύλο συνεργό ενός απονομιμοποιημένου κράτους. Εν ολίγοις, ο κλήρος δεν χαίρει εκτίμησης και τα μέλη του αποδοκιμάζονται σε τέτοιο βαθμό που, όταν κυκλοφορούν στον δρόμο, βγάζουν τα ράσα και τα τουρμπάνια τους και ντύνονται με πολιτικά ρούχα προκειμένου να αποφεύγουν τις προσβολές των περαστικών. Πρόσφατα, για να εκδικηθούν για την καταστολή από μια δικαιοσύνη που βρίσκεται στα χέρια του κλήρου, κάποιοι νέοι, τρέχοντας, τους πέταξαν τα τουρμπάνια (αμαμέχ παρανί), εκδικούμενοι έτσι τους φτωχότερους κληρικούς (γιατί οι πλούσιοι έχουν σωματοφύλακες) για τις καταχρήσεις των ισχυρότερων.
Στηρίξτε το Άρδην και τις Εναλλακτικές Εκδόσεις κάνοντας μια προσφορά ΕΔΩ.
[1] Πολλοί θρησκευόμενοι διανοούμενοι που δηλώνουν οπαδοί του πλουραλιστικού ισλάμ προσπάθησαν να απορρίψουν το θεοκρατικό ισλάμ και να προωθήσουν μια θρησκεία που βασίζεται στην ελεύθερη επιλογή του ατόμου. Σε αυτούς περιλαμβάνονται ο Αμπντολκαρίμ Σορούς, ο Μοζταχέντ Σαμπεσταρί και οι πολλοί «θρησκευτικοί νεο-διανοούμενοι» (νοου-ινιχμαντάν ντινί) που αναφέρονται σε ένα πλουραλιστικό ισλάμ που αντιτίθεται στη θεοκρατική εκδοχή της θρησκείας του Αλλάχ. Βλ. Farhad Khosrokhavar, Mohsen Mottaghi, “The Neo-Mutazilites in Contemporary Iran”, στο Ramin Jahanbegloo (επιμ.), Mapping the Role of Intellectuals in Iranian modern and Contemporary History, Lexington Books, 2020.
[2] Mehdi Khalaji, THe Last marja, The Washington Institute, Σεπτέμβριος 2006.
[3] Πρόκειται για την περίπτωση της δήλωσης που δημοσίευσε η αντιπολίτευση εκτός Ιράν σχετικά με τη γνώμη που εκφράζουν ορισμένοι κληρικοί στο Ιράν: «Ο Χαμενεΐ απογυμνώνεται από τη θρησκευτική του υπεροχή» (Καμενεΐ αζ βελαγιάτ μα’ζούλ αστ), δήλωση ομάδας κληρικών και καθηγητών από τις θρησκευτικές σχολές της Κομ, του Μασχάντ και της Τεχεράνης, 30 Σεπτεμβρίου 2022 (8 mehr 1401): https://www.zeitoons.com/105642.
[4] «Abdollah Nouri: le silence des ulémas soulève des questions» (sokoute maraje’ va olama so’al bar anquiz ast), Iran Emrooz, 17 Δεκεμβρίου 2022.
