Αρχική » Η Μεγάλη Ιδέα της Φιλικής Εταιρείας (Β΄ μέρος)

Η Μεγάλη Ιδέα της Φιλικής Εταιρείας (Β΄ μέρος)

από Γιώργος Καραμπελιάς

Στο φετινό μας αφιέρωμα για την Επανάσταση του 1821 θα ασχοληθούμε με αυτούς που προετοίμασαν την Επανάσταση. Ακολουθεί σε δύο μέρη η Μεγάλη Ιδέα που παρακίνησε την Φιλική Εταιρεία να προετοιμάσει την Επανάσταση.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Γιώργου Καραμπελιά, Φιλική Εταιρεία. Ήταν ώριμη η Επανάσταση;(σσ 245-253)Εναλλακτικές Εκδόσεις, 2019.

Ο βαλκανικός σχεδιασμός

Την επιμονή της Φιλικής στις βαλκανικές διαστάσεις του επαναστατικού σχεδιασμού καταδεικνύουν και όλα τα σχετικά ντοκουμέντα. Όπως είδαμε, το πρώτο άρθρο του «Σχεδίου Μερικού» αφορούσε στη συμμετοχή των Σέρβων ενώ το τρίτο άρθρο στους Μαυροβουνίους και την πιθανή συνδρομή τους, αν στραφούν εναντίον των Αλβανών της Σκόδρας, βασικών αντιπάλων του Αλή πασά. Το τέταρτο και το πέμπτο αναφέρονται στην Ήπειρο και τον Αλή πασά και το έκτο, στο επίκεντρο της Επανάστασης, την Πελοπόννησο, όπου επρόκειτο να μεταβεί ο Υψηλάντης. Το έβδομο και το όγδοο επανέρχονται στη Σερβία:

Ζ΄ …λέ­γο­μεν ὅ­μως ὅ­τι συμ­φε­ρό­τε­ρον εἰς τὴν Ἑλ­λά­δα εἶναι τὸ ν’ ἀρ­χίσουν οἱ Σέρ­βοι, διὰ νὰ ὁρ­μή­σῃ ἐ­κεῖσε ὁ ἐ­χθρός· ἐ­πει­δή, ἂν ἡ­μεῖς ἀρ­χίσω­μεν, οἱ Πε­λο­πον­νή­σιοι, τὸ βά­ρος τῆς ἐ­χθρι­κῆς φά­λαγ­γας θέ­λει ἐ­πι­πέ­σει εἰς ἡ­μᾶς· οἱ δὲ Σέρ­βοι ἀρ­χι­νῶν­τες με­τὰ ταῦ­τα, ἴ­σως δι­ό­λου δὲν ἀ­παν­τή­σουν ἐ­χθρόν, καὶ ἐκ τού­του ἕ­πε­ται νὰ προ­χω­ρή­σουν, ὅ­σον δὲν συμ­φέ­ρει, εἰς τὴν Ἑλ­λά­δα καὶ Θρά­κην. Λοι­πὸν ὁ πό­λε­μος νὰ ἐ­κρα­γῇ ἀ­πὸ Σερ­βί­ας, διὰ νὰ κα­τορ­θώ­σουν οἱ Ἕλ­λη­νες τοὺς σκο­πούς των εὐ­κο­λώ­τε­ρα· ἢ τέ­λος πάν­των συγ­χρό­νως μὲ τὴν Ἑλ­λά­δα[1].

Η΄ …προ­σε­κτέ­ον μή­πως ἀ­πα­τη­θῶ­μεν ἀ­πὸ τοὺς Σέρ­βους·. Ὅ­θεν οἱ ἀ­πε­σταλ­μέ­νοι τό­σον εἰς τὴν Σερ­βί­αν ὅ­σον εἰς Μον­τε­νέγ­κρους, πρέ­πει νὰ συν­δέ­σω­σι τὴν συμ­μα­χί­αν μὲ τό­σον ἱ­ε­ρὰ καὶ ἐ­σφιγ­μέ­να δε­σμά, ὥ­στε μὲ κα­νέ­να τά­ξι­μον τῆς Πόρ­τας νὰ μὴν ἐν­δώ­σουν…[2]

Αυτό το σημαντικό προγραμματικό κείμενο της Επανάστασης, που στην ουσία προαναγγέλλει, εκατό χρόνια πριν, τη στρατηγική του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου, της ένωσης των βαλκανικών λαών εναντίον της Τουρκίας –μόνο που, εδώ, στη θέση της Βουλγαρίας βρίσκεται ο Αλή πασάς– έχει μελετηθεί πολύ λιγότερο από όσο πρέπει. Όχι μόνο διότι δοκιμάζει να βάλει σε πράξη μια αντιτουρκική βαλκανική συμμαχία, αλλά και διότι, για πρώτη φορά, εξ όσων γνωρίζω, αναφέρεται έμμεσα στο μακεδονικό ζήτημα, που έμελλε να αποτελέσει τη θρυαλλίδα της βαλκανικής ενότητας, και το οποίο διέσωσε εν τέλει την Τουρκία στη συνέχεια. Διότι η αναφορά στον κίνδυνο «να προχωρήσουν» οι Σέρβοι, «όσον δεν συμφέρει, εις την Ελλάδα και Θράκην» υποδεικνύει πως ήδη είχαν αρχίσει να διακρίνονται τα πρώτα σημάδια των μελλοντικών αντιθέσεων. Διαπίστωση που αποτέλεσε και ένα ουσιώδες –αφανές– ελατήριο για την ανάγκη άμεσης πυροδότησης της Επανάστασης. Ούτως ή άλλως, αυτή η πρώτη κοινή ενέργεια θα ματαιωθεί διότι ο Ομπρένοβιτς δεν θα τηρήσει τα συμφωνηθέντα.

Τα επόμενα άρθρα αφορούν στην κίνηση των ναυτικών δυνάμεων του γένους, στην αντιμετώπιση του τουρκικού στόλου και στις κινήσεις αντιπερισπασμού που έπρεπε να γίνουν στην Κωνσταντινούπολη ενώ μόλις το ΙΓ΄ άρθρο αναφέρεται στην επανάσταση στη Μολδοβλαχία, ως απλή κίνηση αντιπερισπασμού:

ΙΓ΄: Οἱ εἰς τὸ Βου­κου­ρέ­στιον ἡ­μέ­τε­ροι τα­ξί­αρ­χοι ὅ τε κα­πε­τὰν Γε­ωρ­γά­κης, σύμ­φω­νος μὲ κά­ποι­ον Θε­ό­δω­ρον Βλα­δι­μη­ρέ­σκον δι­οι­κη­τὴν τῶν ὁ­πλο­φό­ρων τῆς Κρα­γι­ό­βας, καὶ ὁ πίμ­πα­σης Σάβ­βας μὲ τὰς στρα­τι­ω­τι­κὰς τά­ξεις των συν­θε­μέ­νας ἀ­πὸ Βουλ­γά­ρους, Σέρ­βους, Βλά­χους καὶ Ἀλ­βα­νούς, νὰ βα­στά­ξουν τὴν Βλα­χομ­πο­γδα­νί­αν. Αἴ­τιον δέ, ἂν οἱ ἐ­χθροὶ ὁρ­μή­σουν κα­τὰ τῶν ἀ­πο­στα­τῶν εἰς Βλα­χί­αν, θέ­λει ἀ­νοί­ξει ἕ­τε­ρον ῥωσ­σι­κὸν πό­λε­μον, πα­ρα­βαί­νον­τες τὰς συν­θή­κας, ὅ­στις δὲν συμ­φέ­ρει εἰς τὴν Τουρ­κί­αν· ἂν ἠ­συ­χά­σουν πρὸς και­ρόν, ἡ­μεῖς…[3]

Τότε ακόμα, επίκεντρο της Επανάστασης και της δράσης του Υψηλάντη, από ελληνικής πλευράς, εθεωρείτο ο Μοριάς. Όπως είδαμε, όμως, ο Υψηλάντης θα μεταβάλει τα σχέδιά του στα τέλη Οκτωβρίου 1820 και θα προσπαθήσει, από τη Μολδοβλαχία, να υποκαταστήσει, σε μια ύστατη προσπάθεια, την ελλείπουσα συνδρομή των Σέρβων. Αξίζει πάντως να παραθέσουμε και τον επίλογο του Σχεδίου που συνοψίζει όλους τους σχεδιασμούς της Φιλικής:

Ταῦ­τα ἐ­μεῖς κρί­νο­μεν ἱ­κα­νὴν δύ­να­μιν νὰ κα­τα­τρο­πώ­σῃ τοὺς ἐ­χθροὺς φθά­νει μό­νον νὰ ἐ­πι­με­λη­θῶ­μεν πο­λυ­τρό­πως, νὰ δι­ε­γεί­ρω­μεν τοὺς Σέρ­βους, τοὺς Μον­τε­νέ­γρους· νὰ δι­δά­ξω­μεν τοὺς Ἕλ­λη­νας Κα­πε­τα­νέ­ους νὰ βα­στά­ξουν τα­χέ­ως τὴν Ἤ­πει­ρον· νὰ κα­τορ­θώ­σω­μεν τὴν ἀ­νυ­παρ­ξί­αν τῆς ναυ­τι­κῆς τοῦ ἐ­χθροῦ δυ­νά­με­ως· νὰ συ­να­χθῶ­σιν ἀ­πὸ Κρι­μαί­ας καὶ Νε­α­πό­λε­ως οἱ ἡ­μέ­τε­ροι τα­κτι­κοὶ Ἕλ­λη­νες· νὰ κυ­ρι­ευ­θῇ ἡ πα­ρα­δου­νά­βιος ἰ­σχὺς τοῦ ἐ­χθροῦ, καὶ τέ­λος ἡ Βλα­χομ­πο­γδα­νί­α νὰ δι­α­ξε­σχί­σῃ τὸ προ­σω­πεῖ­ο· φθά­νει λέ­γο­μεν, νὰ δι­α­πρα­χθῶ­σι πάν­τα ταῦ­τα, τό­τε, οὔ­σης καὶ τῆς Πε­λο­πον­νή­σου δι­ωρ­γα­νι­σμέ­νης, κα­θὼς εἴ­πο­μεν, με­τὰ τῆς ναυ­τι­κῆς μας δυ­νά­με­ως, ὁ ἐ­χθρὸς ἀ­φεύ­κτως θέ­λει ἔμ­βει εἰς τὰ δί­κτυ­ά μας, καὶ πολ­λὰ εὐ­κό­λως, ἐ­ὰν προ­χω­ροῦν­τες οἱ ἡ­μέ­τε­ροι στρα­τη­γοὶ δὲν λη­σμο­νή­σουν ὅ­τι ἡ εὐ­σπλα­χνί­α πρὸς τοὺς αἰχ­μα­λώ­τους προ­ξε­νεῖ ἀ­κιν­δύ­νους νί­κας. Ἡ­μεῖς εἴ­πο­μεν· ἡ φρό­νη­σις κρι­νέ­τω τὰ ἐ­πω­φε­λῆ. Πε­ρὶ δὲ τῆς Κρή­της καὶ τῶν λοι­πῶν νή­σων τῆς Με­σο­γεί­ου θέ­λο­μεν ὁ­μι­λή­σει τὰ δο­κοῦν­τα ἐν και­ρῶ πρέ­πον­τι[4].

Επρόκειτο για ένα σχέδιο υψηλής στρατηγικής σύλληψης η ευθυκρισία του οποίου δεν εξέπληξε μόνο τον Φιλήμονα, ο οποίος το παρέθεσε –«ουδεμίαν το πρακτικώτατον τούτο σχέδιον επιδέχεται αντίρρησιν ως προς τας βάσεις, εφ’ ων εθεμελιώθη, και τας λεπτομερείας, δι’ ων συνεδέθη»[5]– αλλά εκπλήσσει και τον σημερινό μελετητή και αναγνώστη. Μια εταιρεία, που ξεκίνησε έξι χρόνια πριν από μία παρέα ενθουσιωδών και φτωχών φίλων, κατόρθωσε να διαμορφώσει ένα σχέδιο που θα ανέτρεπε ολόκληρη τη γεωπολιτική ισορροπία της Ευρώπης εάν επιτύγχανε, όπως και εν μέρει έκανε. Αυτό το σχέδιο δεν υλοποιήθηκε εξ ολοκλήρου, εξ αιτίας της παρασπονδίας του Ομπρένοβιτς και των Σέρβων, διότι η συμμετοχή τους θα είχε αλλάξει δραματικά την πορεία των γεγονότων, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο διεθνές πεδίο.

Εθνισμός ή υπερεθνική κοινότητα;

Εάν, παρ’ όλα αυτά, υποθέσουμε πως η εξέγερση είχε ανασταλεί ή αποτραπεί οριστικά, αυτή η αναστολή θα είχε τις ευεργετικές συνέπειες που υποθέτουν όσοι θεωρούν καταστροφική την κήρυξη μιας Επανάστασης, η οποία  επέφερε ανυπολόγιστες καταστροφές στον ελληνισμό, απέκοψε τους Φαναριώτες από τους ηγετικούς κύκλους της Αυτοκρατορίας, πυροδότησε την εμφάνιση και των λοιπών βαλκανικών εθνικισμών και επιτάχυνε τις προσπάθειες της τουρκικής άρχουσας τάξης να ανασυγκροτήσει και να μεταρρυθμίσει το οθωμανικό κράτος; 

Σήμερα, στα πλαίσια της «παγκοσμιοποίησης» και της συγκρότησης υπερεθνικών ενοτήτων, διαπιστώνεται μια προσέγγιση των δύο κάποτε αντιτιθέμενων στρατηγικών. Οι άλλοτε οπαδοί του έθνους-κράτους και η αποδομητική διανόηση, έχοντας προσχωρήσει σε υπερεθνικές στρατηγικές, σχετικοποιούν, ή ενίοτε αρνούνται ανοικτά, τη σημασία μιας εθνικοαπελευθερωτικής επανάστασης, όπως εκείνη του ’21 και του κράτους που δημιούργησε. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, έρχονται εκ των υστέρων, και παραδόξως, να συναντήσουν όσους –επιμένοντας προνομιακά στον χαμένο ελληνισμό και τις χαμένες πατρίδες– υποτιμούν τον υπαρκτό ελληνισμό του ελλαδικού έθνους-κράτους και της Κύπρου. Η συνάντηση των δύο ρευμάτων στην υποτίμηση του υπαρκτού ελληνισμού οδηγεί στην αμφισβήτηση της σημασίας και της εγκυρότητας της Επανάστασης. Σύμφωνα με αυτή την κοινή πλέον αντίληψη, μια «εθνική επανάσταση» αποτελούσε ιστορικό σφάλμα διότι διέλυε έναν ενιαίο χώρο και γι’ αυτό έπρεπε να ακολουθήσουν την τακτική της «ελληνο-τουρκικής συνεργασίας», η οποία θα επέτρεπε τη διατήρηση του ελληνισμού στην Πόλη και τη Μικρά Ασία, έστω και χωρίς πολιτική αυτονομία. Υποστηρίζουν δε πως, εάν η Ελλάδα δεν εγκαινίαζε τις εθνικές επαναστάσεις, το 1821, δεν θα αναπτυσσόταν ο εθνικισμός στα Βαλκάνια και την Τουρκία και, επομένως, μια «βυζαντινού τύπου» κοινοπολιτεία θα μπορούσε να συνεχίσει να υπάρχει με σύγχρονη μορφή. Ωστόσο, αυτά τα επιχειρήματα μοιάζουν μάλλον ανιστόρητα:

Πρώτον, η Βυζαντινή Κοινοπολιτεία στηριζόταν στην ύπαρξη μιας κοινής θρησκείας –της ορθοδοξίας– και μιας κοινής γλώσσας, της ελληνικής, σε αντίθεση με την οθωμανική Αυτοκρατορία, όπου υπήρχε εθνο-θρησκευτικό και γλωσσικό χάσμα μεταξύ της μουσουλμανο-οθωμανικής κυρίαρχης τάξης και των ραγιάδων. Δεύτερον, η Βυζαντινή Κοινοπολιτεία είχε πάψει να υπάρχει μετά τον δέκατο ή ενδέκατο αιώνα, όταν αναπτύσσονται τα πρωτο-εθνικά κράτη των Βουλγάρων, των Σέρβων, των Αρμενίων, τα οποία και συγκρούονται με την αυτοκρατορία των «Ρωμαίων», δηλαδή των Ελλήνων, που συγκροτούν πλειοψηφικά το ύστερο βυζαντινό κράτος. Τρίτον: Παρότι η οθωμανική κατάκτηση σχετικοποίησε εκ νέου τις εθνικές ταυτότητες των ορθόδοξων υπηκόων, με την υπαγωγή τους στο ορθόδοξο ρουμ-μιλέτ και μπόρεσε για ένα διάστημα να δημιουργηθεί η (ψευδ)αίσθηση πως, με όχημα την ελληνική γλώσσα και την Εκκλησία, θα ήταν δυνατό να ανασυγκροτηθεί η ρωμαίικη συνείδηση των πρωτοβυζαντινών και μεσοβυζαντινών χρόνων, στην πραγματικότητα, κάτι τέτοιο ήταν ανέφικτο διότι είχε πια αρχίσει να αφυπνίζεται η εθνική συνείδηση, αρχικώς των Σέρβων και εν συνεχεία των Ρουμάνων και των Βουλγάρων. Στη διάρκεια της επανάστασης στη Μολδοβλαχία, καταδείχθηκε η αδυναμία συγκρότησης σταθερού ενιαίου μετώπου μεταξύ Ελλήνων και Ρουμάνων, οι δε Σέρβοι είχαν ήδη πραγματοποιήσει μια πρώτη εθνική επανάσταση πριν την ελληνική, το 1804. Είδαμε δε τη σχετική αναφορά του «Γενικού Σχεδίου» στην πιθανότητα «υπερβολικής» προέλασης των Σέρβων στη Μακεδονία και τη Θράκη: «οἱ δὲ Σέρ­βοι ἀρ­χι­νῶν­τες με­τὰ ταῦ­τα, ἴ­σως δι­ό­λου δὲν ἀ­παν­τή­σουν ἐ­χθρόν, καὶ ἐκ τού­του ἕ­πε­ται νὰ προ­χω­ρή­σουν, ὅ­σον δὲν συμ­φέ­ρει εἰς τὴν Ἑλ­λά­δα καὶ Θρᾴ­κην»[6].

Ακόμα και μεταξύ των Βουλγάρων, των οποίων η εθνική συνείδηση έμοιαζε να υπνώττει, επανεμφανίζεται μια «βουλγαρικότητα», την οποία υποδαυλίζουν καθολικοί της Βόρειας Βουλγαρίας, διαδικασία που επισφραγίζεται με την έκδοση της «Σλαβοβουλγαρικής Ιστορίας» (1762) του μοναχού Παΐσιου Χιλανδαρινού (Paysi, 1720-1773), που διεκδικεί την ιδιαιτερότητα της βουλγαρικής ταυτότητας. Το έργο του γνώρισε μία ευρύτατη διάδοση μεταξύ των Βουλγάρων ο δε Παΐσιος θεωρείται αυτός που αναγέννησε το βουλγαρικό έθνος. Ο Βούλγαρος μοναχός προτρέπει τους συμπατριώτες του να μη δελεάζονται από την ελληνική παιδεία και γλώσσα, ούτε από την «πολιτική» των Ελλήνων: Μερικοί δεν επιθυμούν να γνωρίζουν για το βουλγαρικό τους γένος, αλλά στρέφονται προς ξένο πολιτισμό και ξένη γλώσσα…, μαθαίνουν να διαβάζουν και να μιλούν ελληνικά, ντρέπονται δε να λέγονται Βούλγαροι[7].

Κατά συνέπεια, η εμμονή σε μια τουρκο-ελληνική «συμμαχία», για τον από κοινού έλεγχο και εκμετάλλευση του βαλκανικού χώρου, κινδύνευε να οδηγήσει σε γενικευμένη αντιπαράθεση με τους υπόλοιπους βαλκανικούς πληθυσμούς, μεταβάλλοντας τους Έλληνες σε καθεστωτική δύναμη, με πιθανή συνέπεια την οριστική απώλεια της Μακεδονίας, τουλάχιστον.

Παρεμπιπτόντως, μετά την Επανάσταση, μια ανάλογη τακτική, εκ μέρους του Πατριαρχείου, των Φαναριωτών και του ελλαδικού κράτους, έθεσε σε άμεσο κίνδυνο τη Μακεδονία. Τωόντι, ενώ η Σερβία και κυρίως η Βουλγαρία προετοιμάζονταν για τον διαμελισμό της οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ανακινούσαν το Μακεδονικό Ζήτημα, οι ελληνικές οικουμενικές ελίτ συνέπρατταν μάλλον με την Αγγλία, στη λογική της «ακεραιότητας» της Αυτοκρατορίας. Και μόνο οι εξεγέρσεις στη Θεσσαλία και την Ήπειρο, ο Μακεδονικός Αγώνας και οι αλλεπάλληλες κρητικές επαναστάσεις, που θα οδηγήσουν στο Γουδή και στον Βενιζέλο, θα διασώσουν την τελευταία στιγμή τη Μακεδονία και, με τη συμμετοχή στους Βαλκανικούς Πολέμους, θα οδηγήσουν στην απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης.


[1]           Ι. Φιλήμων, ΔΕΕ, τ. Α΄, σ. 50.

[2]           Ι. Φιλήμων, ΔΕΕ, τ. Α΄, σ. 50.

[3]           Ι. Φιλήμων, ΔΕΕ, τ. Α΄, σσ. 53-54.

[4]           Ι. Φιλήμων, ΔΕΕ, τ. Α΄, σ. 57.

[5]           Ι. Φιλήμων, ΔΕΕ, τ. Α΄, σ. 57.

[6]           Ι. Φιλήμων, ΔΕΕ, τ. Α΄, σ. 50.

[7]           Βλ. σχ. Παΐσιος Χιλανδαρινός, Σλαβοβουλγαρική ιστορία, Αφοί Κυριακίδη, Θεσ/νίκη 2003· Βασίλειος Γ. Μαραγκός, Παΐσιος Χιλανδαρινός και Σωφρόνιος Βράτσης. Από την ορθόδοξη ιδεολογία στη διάπλαση της βουλγαρικής ταυτότητας, ΕΙΕ-ΙΝΕ, Αθήνα 2009· Αντώνιος-Αιμίλιος Ταχιάος, «Η ακτινοβολία των ελληνικών γραμμάτων στον κόσμο των Βαλκανίων Σλαύων τον 18ο και το πρώτο μισό του 19ου αιώνα», http://www.academyofathens.gr /Documents/Ταχιάος Β.pdf.

Στηρίξτε το Άρδην και τις Εναλλακτικές Εκδόσεις κάνοντας μια προσφορά ΕΔΩ.

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ