Στο φετινό μας αφιέρωμα για την Επανάσταση του 1821 θα ασχοληθούμε με αυτούς που προετοίμασαν την Επανάσταση. Ακολουθεί σε δύο μέρη η Μεγάλη Ιδέα που παρακίνησε την Φιλική Εταιρεία να προετοιμάσει την Επανάσταση.
Απόσπασμα από το βιβλίο του Γιώργου Καραμπελιά, Φιλική Εταιρεία. Ήταν ώριμη η Επανάσταση;, (σσ 245-253), Εναλλακτικές Εκδόσεις, 2020.
Η Επανάσταση του ’21 θα θελήσει να είναι και παμβαλκανική, ως μία μετεξέλιξη του οράματος του Ρήγα, εξ ου και οι συνεννοήσεις με τους Σέρβους, τους Μαυροβούνιους και τους Βουλγάρους, η επανάσταση στη Μολδοβλαχία και τα σχέδια για ταυτόχρονη κατάληψη της Κωνσταντινούπολης. Και μόνο η αποτυχία της Επανάστασης σε αυτό το ευρύτερο πεδίο θα την υποχρεώσει στον γεωγραφικό περιορισμό της στη Νότια Ελλάδα. Για την ελληνική συνείδηση του ’21, η επανάσταση στόχευε –με νέους όρους– στην ανασύσταση του ύστερου βυζαντινού κράτους, που συνιστά το κοινό θεμέλιο όλων των επαναστατικών αποπειρών και σχεδίων.
Η προτεραιότητα των Ελλήνων στην πολυεθνική «Ελληνική Δημοκρατία» του Ρήγα, αλλά και στα σχέδια της Φιλικής, δεν αποτελούσε απλώς μια αναφορά στη βυζαντινή παράδοση, στην ανάμειξη των πληθυσμών και την οικονομική και πολιτισμική υπεροχή των Ελλήνων, ιδιαίτερα στα ανατολικά Βαλκάνια, αλλά αποτελούσε και συνάρτηση του πληθυσμιακού βάρους των Ελλήνων, κατ’ εξοχήν στην ευρωπαϊκή Τουρκία, όπου, σύμφωνα με τις δημογραφικές πληροφορίες που παραθέτει ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, «η ευρωπαϊκή Τουρκία έχει έναν πληθυσμό πάνω από 9 εκατομμύρια κατοίκους, [ ] 3.300.000 Έλληνες, 2.000.000 Σέρβους, Βλάχους, Μολδαβούς, 1.000.000 Αλβανούς, 500.000 Αρμένιους και 300.000 Εβραίους»[1].
Είναι γεγονός πως το Πατριαρχείο, αλλά και οι Φαναριώτες, εν πολλοίς, διαπνέονταν από μία αντίληψη απόρριψης του «εθνοφυλετισμού» και του έθνους-κράτους, που εξέφραζε η γαλλική Επανάσταση. Και γι’ αυτό η αντίθεση της Πατρικής Διδασκαλίας και του Αθανάσιου Πάριου στα επαναστατικά κηρύγματα των «γαλλοφρόνων» επαναστατών δεν μπορεί και δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως απλώς αντεπαναστατική ή φιλότουρκη, όπως έγινε από τον Κορδάτο και την εθνοκρατική παράδοση. Επρόκειτο για μια διαφορετική αντίληψη, «αυτοκρατορικού» χαρακτήρα, γύρω από τα πεπρωμένα του ελληνισμού. Σύμφωνα με αυτήν, η διασπορά των Ελλήνων και των ορθοδόξων, σε όλη την έκταση της οθωμανικής Αυτοκρατορίας, δεν επέτρεπε τον σχηματισμό ενός αμιγούς ελληνικού έθνους-κράτους και θα οδηγούσε –όπως και πράγματι έγινε– στον αιματηρό κατακερματισμό των Βαλκανίων. Ένας τέτοιος κατακερματισμός θα κατέληγε στην αποδυνάμωση της ισχύος όχι μόνον της Εκκλησίας αλλά και των Φαναριωτών, στα Βαλκάνια και την καθ’ ημάς Ανατολή, και εν τέλει στη συρρίκνωση του ίδιου του ελληνικού στοιχείου. Αυτός ο κατακερματισμός επεκτάθηκε άλλωστε και στο θρησκευτικό πεδίο με τη δημιουργία αυτοκέφαλων εθνικών ορθόδοξων Εκκλησιών, σε όλο τον χώρο των Βαλκανίων, διαδικασία που εγκαινιάστηκε το 1589, στη Ρωσία, για να ακολουθήσει στη νεώτερη περίοδο πρώτη η Ελλάδα, το 1833. Αυτός ήταν και ο βαθύτερος λόγος που εξηγεί τη δυσπιστία της Εκκλησίας έναντι εθνικο-απελευθερωτικών κινημάτων που είχαν ως υπόδειγμα το γαλλικό έθνος-κράτος. Αυτός ο προβληματισμός θα εξακολουθήσει να διχάζει τον ελληνισμό μέχρι την αιματηρή εξάλειψη του διπόλου ελληνισμός-ελλαδικό κράτος, το 1922[2].
Κρίνοντας εκ των υστέρων και με βάση τις αρνητικές συνέπειες του βαλκανικού κατακερματισμού, πολλοί αναλυτές και συγγραφείς μπαίνουν στον πειρασμό να υποστηρίξουν πως η στρατηγική της «εθνικής» επανάστασης υπήρξε καταστροφική για τον ελληνισμό και δεν έπρεπε να ακολουθηθεί. Είναι γνωστές εξάλλου οι απόψεις του Ίωνα Δραγούμη και του Αθανασίου Σουλιώτη-Νικολαΐδη για το Ανατολικό Ζήτημα[3]. Κάποιοι μάλιστα φθάνουν σήμερα να υποστηρίζουν πως η ελληνική Επανάσταση και οι εθνικοαπελευθερωτικοί αγώνες των βαλκανικών λαών, έως το 1922, «υποχρέωσαν» και τους Τούρκους να γίνουν εθνικιστές: το κίνημα των Νεότουρκων και ο κεμαλισμός υπήρξαν απλώς μία βίαιη αντανακλαστική αντίδραση απέναντι στις εθνικές επαναστάσεις των υπόδουλων λαών και όχι η ιστορική συνέχεια μιας πολιτικής γενοκτονιών και εθνοκαθάρσεων που χαρακτηρίζουν την οθωμανική κυριαρχία, και απλώς συνεχίστηκαν με νέες μορφές από τους Νεότουρκους και τον Κεμάλ.
Πάντω,ς τη νομιμότητα αυτού του προβληματισμού καταδεικνύουν και οι προσπάθειες των ίδιων των οπαδών της εξεγερσιακής λογικής, ακόμα και οπαδών της γαλλικής Επανάστασης, που θα δοκιμάσουν να βάλουν σε πράξη τα επαναστατικά οράματα, όπως ο Ρήγας Φεραίος ή η «Φιλική Εταιρεία», που αναφέρονται εξ ίσου σε ένα ευρύτερο – βυζαντινό ή παμβαλκανικό πεδίο. Άλλωστε, πολλοί ανάμεσα στους Φιλικούς πίστευαν πως με την παρέμβαση των ρωσικών δυνάμεων θα μπορούσε να δημιουργηθεί μια πολυεθνική βαλκανική οντότητα υπό ρωσική προστασία και ελληνική πρωτοκαθεδρία. Επί τη βάσει ενός τέτοιου «αυτοκρατορικού» σχεδιασμού, πολλοί Φαναριώτες και ιεράρχες θα συνταχθούν με την Εταιρεία ή θα δείχνονται εφεκτικοί απέναντί της. Αν μπορούσαν να φανταστούν τις μεταγενέστερες εξελίξεις και τον αποκλεισμό των μεγάλων κέντρων του ελληνισμού από το ελλαδικό κράτος, πιθανώς να είχαν αντιδράσει εχθρικά έναντι του μελετώμενου κινήματος. Διότι κανείς από τους Φιλικούς δεν στόχευε στη δημιουργία του κράτους του Σπερχειού. Στην πραγματικότητα, λοιπόν, όλοι οι Έλληνες, παρά τις διαφορές τους, θα εισέλθουν στην Επανάσταση με στόχους τουλάχιστον βαλκανικών διαστάσεων.
Επομένως, σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να θεωρήσουμε πως η «δεύτερη στρατηγική», των Φαναριωτών και του Πατριαρχείου, ήταν εθνικά «επίμεμπτη», όταν μάλιστα και οι επαναστατικές απόπειρες –Ρήγας, Φιλική– προσπάθησαν να την ενσωματώσουν στην προγραμματική τους αντίληψη, με μια επανάσταση παμβαλκανικών διαστάσεων. Γι’ αυτό και τα γεγονότα θα συμπαρασύρουν ολόκληρο τον ελληνισμό, την Εκκλησία ή, από την αντίπερα όχθη, τον Κοραή και τους οπαδούς του, που επίσης θεωρούσαν πρόωρο το επαναστατικό κίνημα.
Μόνο μετά την Επανάσταση και τη δημιουργία ενός ελλαδικού κράτους που περιλάμβανε μικρό μέρος του ελληνικού ιστορικού χώρου και των ελληνικών πληθυσμών θα αναπτυχθεί η αντίθεση ανάμεσα στους οπαδούς του έθνους-κράτους και του «ανατολικού» κόμματος. Οι τελευταίοι υποστήριζαν ότι, στα πλαίσια της «υπερεθνικής», ή έστω προ-εθνικής, οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ήταν δυνατό οι Έλληνες να αποτελέσουν μια συγκυβερνώσα με τους Οθωμανούς δύναμη και έτσι να συγκροτηθεί μία, στην ουσία, δυαδική αυτοκρατορία, κατά το ανάλογο της Αυστροουγγαρίας και των Αψβούργων. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, οι Έλληνες θα συνέχιζαν να δραστηριοποιούνται και να ηγεμονεύουν οικονομικά και πολιτισμικά σε ολόκληρο τον χώρο της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και του Βυζαντίου. Στον αντίποδά τους, οι οπαδοί του «ελλαδισμού» υποστήριζαν πως η Ελλάδα, λίγο-πολύ, κατέχει ό,τι της αναλογεί και ότι ένα έθνος-κράτος, περιορισμένο στα όρια της αρχαίας Ελλάδας, αποτελεί την πλέον πρόσφορη μορφή κρατικής υπόστασης για τον νεώτερο ελληνισμό, υποτιμώντας τη σημασία της Κωνσταντινούπολης και του μικρασιατικού ελληνισμού. Και το παράδοξο είναι πως και οι δύο αυτές πτέρυγες ποδηγετούνταν από την ξένη «προστασία», κατ’ εξοχήν τους Άγγλους, που επιθυμούσαν την ταυτόχρονη διατήρηση ενός μικρού και ελεγχόμενου ελληνικού κράτους και την ακεραιότητα μιας ημιαποικιακής οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

[1] Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, «Coup d’ oeil sur la Turquie», στο Anton Prokesch-Osten, Geschichte des Abfalls der Griechen vom türkischen Reich im Jahre 1821 und der Gründung des hellenischen Königreiches, Βιέννη 1867, σσ. 1-54, εδώ σσ. 20-22.
[2] Βλέπε Γιώργος Καραμπελιάς, Η Αριστερά και το Ανατολικό Ζήτημα, ΕΕ1998· του ίδιου,1922, ΕΕ, 22003.
[3] Βλ. Αθανάσιος Σουλιώτης-Νικολαΐδης, Οργάνωσις Κωνσταντινουπόλεως 1908-1912, Δωδώνη, Αθήνα 1984.
