Του Γιώργου Καραμπελιά από το capital.gr
Πάντοτε υποστήριζα πως δεν μπορεί να υπάρχει αληθινός πατριωτισμός χωρίς μία ελάχιστη βάση κοινωνικής δικαιοσύνης. Εάν δεν υπάρχει μια στοιχειωδώς συνεκτική κοινωνία δεν μπορεί να διαμορφωθεί και μια ενιαία εθνική στρατηγική, ειδικά για χώρες όπως η Ελλάδα, όπου το ζήτημα της εθνικής επιβίωσης παραμένει το υπ’ αριθμόν ένα ζήτημα. Εάν η εισοδηματική ή η περιφερειακή ανισότητα αυξάνονται, μειώνεται αναπόφευκτα η κοινωνική συνοχή, απαγορεύοντας στην πραγματικότητα μια ενιαία –κατά το δυνατόν– εθνική αντίληψη.
Χαρακτηριστική είναι η σημερινή πραγματικότητα στις ΗΠΑ, όπου έχει χαθεί η περιβόητη πολιτική μεσότητα που χαρακτήριζε άλλοτε το πολιτικό σύστημα –μετά την εποχή του Ρούζβελτ– και η Αμερική έχει διαιρεθεί κυριολεκτικά στα δύο, σχεδόν όπως την εποχή του εμφυλίου πολέμου. Καθόλου τυχαία η εισοδηματική ανισότητα βρίσκεται στο υψηλότερο σημείο της το 2024, σε αντίθεση με την Ευρώπη. (Ο δείκτης ανισότητας Gini[1] έχει φθάσει στο 42%, και μάλιστα αφού συνυπολογιστούν και τα κοινωνικά επιδόματα, έναντι 33,8% που ήταν το 1980 και του 30% της Γαλλίας και του 31,6% της Ελλάδας το 2025).
Για να έχουμε ένα ακόμα μέτρο σύγκρισης θα δούμε πως στη σημερινή Ελλάδα, σύμφωνα με τον δείκτη S80/S20[2] το 20% των πλουσιότερων νοικοκυριών διαθέτει 5,3 φορές παραπάνω εισόδημα από εκείνο του 20% των φτωχότερων, ενώ στις ΗΠΑ ο ανάλογος δείκτης έχει φθάσει στο 8!
Ο Πλάτων υποστήριζε στους «Νόμους» πως θα έπρεπε να μπαίνει ένα όριο στον πλουτισμό και οι εισοδηματικές διαφορές δεν πρέπει να ξεπερνούν το 1 προς 4. Με ένα τέτοιο κοινωνικό μοντέλο ο Πεισίστρατος, ο Σόλων και ο Περικλής οικοδόμησαν την Αθήνα του Χρυσού Αιώνα και διεξήγαγαν τους περσικούς πολέμους.
Αξίζει να θυμίσουμε πως οι αλλεπάλληλοι εμφύλιοι πόλεμοι που σημάδεψαν την επανάσταση του ’21, ως μία από τις βασικές αιτίες τους είχαν το άλυτο πρόβλημα των εθνικών κτημάτων δηλαδή της διανομής των πρώην τουρκικών γαιών που αντιπροσώπευαν το 80 ή 90% της γης. Συναφώς, το ζήτημα της διανομής τους, αποτελούσε μόνιμη πέτρα σκανδάλου, και πιθανότατα μία από τις βασικές αιτίες της δολοφονίας του Καποδίστρια.
Η εξέλιξη των πολιτικών δυνάμεων μετά τη μεταπολίτευση
Στην πρώτη φάση της Μεταπολίτευσης, τουλάχιστον μέχρι το 1990, –εξαιτίας και της πρόσφατης εθνικής ήττας στην Κύπρο και των μεγάλων κοινωνικών ανισοτήτων που είχε κληροδοτήσει η επταετής δικτατορία–, σχεδόν όλα τα πολιτικά κόμματα προωθούν μια πολιτική πρακτική που παραπέμπει, grosso modo, τόσο στην κοινωνική όσο και στην πατριωτική διάσταση. Η Ν.Δ. του Καραμανλή θα κατηγορηθεί για «σοσιαλμανία» και παράλληλα θα οδηγήσει τη χώρα στην έξοδο από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ. Το ΠΑΣΟΚ από την πλευρά του, υπερθεματίζοντας, θα προωθεί μια έντονα πατριωτική και κοινωνιστική πολιτική.
Μετά το 1990, τα πράγματα θα αρχίσουν να μεταβάλλονται. Μέσα από τη διόγκωση του δημόσιου τομέα, το ΠΑΣΟΚ θα μεταβληθεί σταδιακώς σε κόμμα των δημοσίων υπαλλήλων και εν μέρει των διανοούμενων ελίτ, ενώ κατά την περίοδο Σημίτη και Γιώργου Παπανδρέου θα εγκαταλείψει τον πατριωτισμό. Μια ανάλογη εξέλιξη παρατηρείται και στην ανανεωτική Αριστερά, από την οποία το ΠΑΣΟΚ «δανείζεται» διαρκώς διανοουμένους και στελέχη.
Καθώς η ελληνική οικονομία εξελίσσεται σε μια παρασιτική κατεύθυνση, ο πατριωτισμός μεταβάλλεται σε περιττό και επικίνδυνο βάρος, για τους νεόπλουτους των κομματικών μηχανισμών, των ευρωπαϊκών προγραμμάτων και των επιχειρήσεων εισαγωγών που μεσουρανούν. Η Αριστερά και η Κεντροαριστερά, διαβουκολείται από τον εθνομηδενισμό, που εξάλλου χαρακτηρίζει το σύνολο της ευρωπαϊκής Αριστεράς.
Έτσι ο πατριωτισμός μετακινείται προς τα δεξιά, και τον καρπώνονται – όπως γίνεται σε ολόκληρη τη Δύση, από την Λεπέν έως την Μελόνι,– δυνάμεις της ακροδεξιάς (Χρυσή Αυγή, Ανεξάρτητοι Έλληνες) που αποσπούν από τη Νέα Δημοκρατία ένα σημαντικό μέρος των λαϊκότερων στρωμάτων. Ακόμα και στις ιδιαίτερα πολωμένες εθνικές εκλογές του Ιουνίου του 2023, τα κόμματα της πέραν της ΝΔ Δεξιάς συγκεντρώνουν ένα ποσοστό 15% των ψηφοφόρων κατ’ εξοχήν από τα λαϊκά στρώματα και τη Βόρεια Ελλάδα. Ταυτόχρονα η ΝΔ από κόμμα της περιφέρειας μεταβάλλεται σε κόμμα των αστικών κέντρων και κατεξοχήν της Αθήνας. Η Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη, ακολουθείται εν πολλοίς από επιχειρηματίες και τα νέα μικροαστικά/μεσοαστικά στρώματα της τεχνολογίας. Άλλωστε τα νέα αστικά στρώματα θα αντιταχθούν ενεργά στην συριζαϊκή καταστροφή του 2015. Καθόλου τυχαία δε επικεφαλής τους βρίσκεται ένα αουτσάϊντερ της παλιάς Νέας Δημοκρατίας, όπως ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Αυτά τα στρώματα θα εγκαινιάσουν και τη μετάβαση προς τη νέα «μετα-μεταπολιτευτική» περίοδο και θα συσπειρώσουν γύρω τους το μπλοκ της εξουσίας των οκτώ χρόνων της ΝΔ.
Η ρωσοφιλία της ακροδεξιάς
Στη Δεξιά και Ακροδεξιά παρατηρούταν μέχρι πρόσφατα μια περιορισμένη κινητικότητα, στηριγμένη στην εμμονή στα εθνικά θέματα, και στο μεταναστευτικό. Βέβαια η αχίλλειος πτέρνα του ακροδεξιού «πατριωτισμού» είναι η εξάρτησή του, στην πλειοψηφία του, από τη Ρωσία και τη ρωσική πολιτική. Και καθώς η Ρωσία παραμένει εταίρος της Τουρκίας , είναι αδύνατο να εκφράσουν μια αυθεντικά πατριωτική αντίληψη και αναλώνονται σε ανέξοδες κορώνες.
Δυστυχώς το ίδιο κινδυνεύει να συμβεί και με το νεόκοπο κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού, ενώ και το υπό δημιουργία κόμμα Σαμαρά, οικοδομείται εν πολλοίς με φιλορωσικά στελέχη, –ενώ και ο ίδιος ο Σαμαράς μιλά για μονοδιάστατα φιλο-ουκρανική πολιτική της κυβέρνησης.
Ο αθεράπευτος εθνομηδενισμός της Αριστεράς
Στην κεντροαριστερά-αριστερά παρατηρούνται τεκτονικές ανακατατάξεις, καθώς ο Αλέξης Τσίπρας επιχειρεί να βγει απ’ το μεταπολιτευτικό και το αντιμνημονιακό πολιτικο-οργανωτικό πλαίσιο και να συγκροτήσει ένα νέο, προσαρμοσμένο στην καινούργια εποχή κόμμα. Συστηματικά, την αποσύνθεση του παλιού μεταπολιτευτικού/μνημονιακού οχήματος του, οδηγώντας και στην προγραμματισμένα ανάλγητη εξαέρωση του ΣΥΡΙΖΑ.
Το ΠΑΣΟΚ, παρότι διέθετε ένα περιθώριο δύο ή τριών χρόνων, δεν κατόρθωσε να μετατραπεί σε εναλλακτικό πολιτικό πόλο. Και δεν το κατάφερε διότι αντλεί τα βέλη του από την φαρέτρα του Σημίτη ή του Γιώργου Παπανδρέου. Έτσι ήταν αδύνατο να κατανοήσουν το αυτονόητο γεγονός ότι το ΠΑΣΟΚ θα μπορούσε να διαδραματίσει ένα πρωταγωνιστικό ρόλο κάτω από τις σημερινές συνθήκες της όξυνσης των γεωπολιτικών προκλήσεων μόνο εάν επένδυε προνομιακά στον πατριωτισμό . Αντίθετα το ΠΑΣΟΚ προσπάθησε να ανταγωνιστεί την εθνομηδενιστική Αριστερά στο προνομιακό πεδίο της, πλειοδοτώντας σε αριστεροσύνη και γουοκισμό. Άλλωστε το κόμμα κουβαλάει τεράστια βαρίδια, από τον Ευάγγελο Βενιζέλο που επαναλαμβάνει συστηματικά πως το ελληνικό έθνος δημιουργήθηκε από το κράτος το 1832, ή τον Γιώργο Παπανδρέου, τον Χάρη Δούκα κ.ά. Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι ενώ η βάση του ΠΑΣΟΚ παραμένει στην πλειοψηφία της πατριωτική, στο επίπεδο των στελεχών κυριαρχεί ο εθνικός σχετικισμός. Τελικώς, το κόμμα θα μπορούσε να μεταβάλει προσανατολισμό μόνο μετά από μια απολυτρωτική ήττα.
Για ανάλογους λόγους και ο Τσίπρας έχει όρια στην όποια απήχηση του. Διότι, για να δημιουργηθεί ένας ισχυρός πόλος απέναντι στη Νέα Δημοκρατία, απαιτείται μια πατριωτική κεντροαριστερή φωνή. Ένα κεντροαριστερό κόμμα, το οποίο θα συνδύαζε τα κοινωνικά αιτήματα – – ακρίβεια, μισθοί, κατοικία, αποκέντρωση, κ.λπ– με την πατριωτική διάσταση. Ωστόσο ο κοινωνικός και πολιτικός χώρος στον οποίο κινείται έχει συγκροτηθεί με βάση τον εθνομηδενισμό και τον δικαιωματισμό. Δεν αρκεί να εγκαταλείψει στα κρύα του λουτρού τα στελέχη του σ υ ρ ι ζ α. Διότι εάν η Νέα Δημοκρατία στηρίζεται στα νέα τεχνοκρατικά μεσαία στρώματα της Αθήνας, το κόμμα του Τσίπρα –όπως και ο Σύριζα στο παρελθόν– στηρίζεται κατ’ εξοχήν στη διανόηση του καλλιτεχνικού και του πανεπιστημιακού χώρου, στους εκπαιδευτικούς και το μηδενιστικών τάσεων τμήμα της «μητροπολιτικής» νεολαίας· στρώματα τα οποία απεχθάνονται όσο τίποτε άλλο τον «εθνικισμό» και τον «λαϊκό πατριωτισμό».
Δηλαδή το κόμμα του Τσίπρα έχει κάνει τον μισό δρόμο: Έχει εγκαταλείψει ή έστω υποβαθμίσει το παλιό πολιτικό και στελεχιακό δυναμικό της Αριστεράς, που ο ίδιος είχε συσπειρώσει στον Σύριζα. Αλλά το σημαντικότερο και ουσιαστικότερο βήμα δεν το έχει κάνει, καθώς δεν έχει εγκαταλείψει ούτε τα κοινωνικά στρώματα που τον στήριζαν ούτε την ιδεολογία τους και αυτό ο Τσίπρας δεν έχει τη δυνατότητα να το κάνει.
‘Έτσι μάλλον θα συνεχίσουμε να ζούμε σε ένα ατελές μονοπολικό σύστημα – εκείνο της κεντροδεξιάς και μιας πληθώρας πολιτικών σχηματισμών, ανάμεσά τους το κόμμα του Τσίπρα και το ΠΑΣΟΚ, που δείχνουν να κινούνται σε ένα παραπλήσιο ιδεολογικό φάσμα, γεγονός που καθιστά αδύνατη την ανάδειξη ενός από αυτούς σε πλειοψηφικό πολιτικό ρεύμα, ικανό να ανταγωνιστεί τη Νέα Δημοκρατία. Ένας δεύτερος πλειοψηφικός πόλος παραμένει ακόμα στα ζητούμενα.
[1] Ο δείκτης Gini είναι ένας διεθνώς καθιερωμένος δείκτης για τη μέτρηση της οικονομικής ανισότητας. Όταν βρίσκεται στο 0 σημαίνει ότι υπάρχει απόλυτη κοινωνική ισότητα κι όταν φτάνει στο 1 σημαίνει πως όλος ο πλούτος είναι συγκεντρωμένος σε ένα άτομο. Όσο μικρότερος είναι ο δείκτης τόσο μικρότερες οι κοινωνικές ανισότητες και αντιστρόφως. Το 0,42 των ΗΠΑ είναι το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των αναπτυγμένων χωρών και μεγαλύτερο είναι μόνο σε ορισμένες χώρες του Τρίτου Κόσμου – στη Βραζιλία φτάνει το 50%.
[2] Ο δείκτης S80/S20 συγκρίνει το διαθέσιμο εισόδημα που κατέχει το 20% των πλουσιότερων νοικοκυριών μιας κοινωνίας, με αυτό που κατέχει το 20% των φτωχότερων.
