Άρδην τ. 38-39, Περιοδικό Άρδην

Το χαμένο μυθιστόρημα

 

του Φτωχόπουλου, Βάσου

Η Σμύρνη δεν είναι μια χαμένη πατρίδα. Μάλλον το χαμένο μυθιστόρημα του ελληνισμού είναι. Ενός μυθιστορήματος που ακόμη περιμένουμε την έκδοσή του. Μπορεί και να μην μπορεί να γραφτεί ποτέ πια. Με τον κώλο δεν γράφονται μυθιστορήματα. Το κεφάλι –η Κωνσταντινούπολη και η καρδιά– η Σμύρνη δεν υπάρχουν πια στον κορμό του Ελληνισμού. Όπως λεει και ο Μιχάλης Πασιαρδής αντί οι Έλληνες ν’ απελευθερώσουν την κεφαλή –και γω προσθέτω και την καρδιά– απελευθέρωσαν τον κώλο. Έκτοτε γράφουμε ΠΟΙΗΣΗ, και μυθιστορήματα του κώλου. Καθόλου τυχαίο.

Το μυθιστόρημα θέλει δομή, δόμηση, Ανατολή, Δύση, Βορρά και Νότο. Θέλει αμφίδρομες διαδρομές προς όλα τα σημεία του ορίζοντος. Θέλει καρδιάν και νουν. Μια ακρόπολη περιτριγυρισμένη από αθλιότητα δεν μπορεί να γεννήσει μυθιστόρημα. Μια πρωτεύουσα που έως το 1920 έβοσκαν πρόβατα στο κέντρο της δεν μπορεί να είναι κοινωνία με παρελθόν και μέλλον. Ίσως γι΄ αυτό το λόγο οι μεγάλοι μας ποιητές Σεφέρης και Ελύτης έγραψαν τα μεγάλα τους έργα κοιτάζοντας ο πρώτος προς την Κύπρο και ο δεύτερος προς το Αιγαίον Πέλαγος. Ίσως για τον ίδιο λόγο ο Καβάφης της Αλεξάνδρειας, μιας Αλεξάνδρειας που ανέπνεε τον αέρα της Σμύρνης και της Κωνσταντινούπολης, είναι ο μεγαλύτερος ποιητής της νεότερης μας ιστορίας.

Τώρα στην Αθήνα των προσφύγων και των νεοπροσφύγων ζούμε σ΄ άλλους ρυθμούς και αγναντεύουμε σ΄ άλλες κατευθύνσεις. Ο εκσυγχρονισμός μας αλλάζει τα φώτα παρ’ ότι σκοντάφτουμε στα ίδια χαλασμένα πεζοδρόμια. Αναζητούμε την ιστόρηση του μύθου μας ανάμεσα στο φολκλόρ μιας νέας εποχής η οποία όλο έρχεται μα δεν έρχεται και σε κάτι ψευτόγαμοστέκια στο Κολωνάκι ή τις λαϊκές συνοικίες της Αθήνας. Που και που, όπως παλιότερα η «Λωξάντρα» και τώρα οι Μάγισσες της Σμύρνης, ερεθίζουν τη μοναξιά μας και το στρίμωγμα μας. Μας αναγκάζουν ν΄ ανοίξουμε ένα μικρό παράθυρο στο κελί μας και ν΄ αγναντέψουμε, ως τουρίστες πια, τον χαμένο μας εαυτό. Μόνο που τα video-clip και τα χιτάκια έχουν ημερομηνία λήξης. Λέτε να είναι τυχαίο που η Σμύρνη και η Κωνσταντινούπολη να είναι ακόμη best-seller; Σταματάω εδώ. Δεν είμαι φιλόλογος ούτε κριτικός της λογοτεχνίας. Μπαίνω σε επικίνδυνα χωράφια.

Επιστρέφω στα δικά μου χωράφια, χωράφια οικοπεδοποιημένα γεμάτα συρματοπλέγματα. Πρόσφατα ανέβηκα για πρώτη φορά σε ψηλό κτίριο της Λευκωσίας, κάτι σαν roof-garden λεγόταν. Είδα ρουφιάνους και όλη την κατεχόμενη Λευκωσία. Είδα και τον Πενταδάκτυλο. Προσπάθησα με την φαντασία μου να διαπεράσω τον πενταδάκτυλο και να δω την Κερύνεια, την αγαπημένη μου Γιαλούσα και πιο πέρα την λατρευτή μου Μικρά Ασία. Τίποτα. Έβλεπα μόνο την τεράστια Τουρκική σημαία χαραγμένη πάνω στον ξερό Πενταδάκτυλο. ‘Έψαχνα για την μικρασιάτισσα γιαγιά μου την Ελεονόρα Πελαφτζιόγλου. Δεκατριών χρόνων την έκλεψε ο παππούς μου από την Τραπεζούντα. Την πήρε στην Πόλη, την πήρε στη Σμύρνη και μετά άρχισαν οι διωγμοί. Πριν την καταστροφή. Διέσχισαν την Μικρά Ασία και έφτασαν στην Μερσίνα. Απ΄ εκεί με βάρκα έφτασαν στο Ριζοκάρπασο της Κύπρου μ΄ ένα παιδάκι στο χέρι την Ελένη. Η θεία μου η Ελένη ζει ακόμη. Βρίσκεται σε κάποιο γηροκομείο του Τορόντο στον Καναδά. Η γιαγιά μου και ο παππούς μου πέθαναν στο Λονδίνο. Ολόκληρο μυθιστόρημα.

Μικρός στη Γιαλούσα καθόμουν στο προαύλιο του σχολείου μου και ατενίζοντας τα βουνά της Καραμανιάς έφτιαχνα κόσμους δικούς μου. Ακολουθούσα την πορεία του παππού και της γιαγιάς διαμέσου Σμύρνης, Κωνσταντινούπολης και άλλων δικών μου φανταστικών πόλεων κατέφθανα στο σπίτι της γιαγιάς μου στην Τραπεζούντα. Χτυπούσα την πόρτα και έμπαινα μέσα. Έως το 1974 μπορούσα με λεπτομέρειες να περιγράψω το σπίτι της γιαγιάς, την αυλή, τα έπιπλα και ολόκληρη την Τραπεζούντα με λεπτομέρειες. Σήμερα απλώς θυμάμαι την πόρτα και τίποτε άλλο. Θυμάμαι δηλαδή μια εικόνα. Ένα χέρι χωρίς κορμί να κτυπάει πάνω σε μια ξύλινη μεγάλη πόρτα.

Την Γιαλούσα την θυμάμαι πέτρα-πέτρα. Θυμάμαι τα σπίτια, τα χωράφια, τις παραλίες, τα δέντρα, τους συγχωριανούς μου. Μόνο που τώρα, σαν ταξιδεύω από το σπίτι μου προς το σχολείο μου και περνώ από τους καφενέδες κανείς δεν μου μιλάει. Τούρκοι θα είναι οι θαμώνες. Νευριάζω και προσπαθώ να φτιάξω εικόνες συγχωριανών μου να κάθονται στα καφενεία. Τα καφενεία είναι τα ίδια, οι καρέκλες είναι ακριβώς οι ίδιες, τα τραπέζια το ίδιο. Η μνήμη όμως εξασθενεί. Δεν μπορώ πια να φανταστώ ούτε να πλάσω τους συγχωριανούς μου στα καφενεία. Προχωρώ πιο κάτω στο σινεμά «Ευαγόρας». Θυμάμαι τις γυάλινες θήκες με τις διαφημιστικές αφίσες. Δεν βλέπω πουθενά ούτε την Λαμπέτη ούτε τον Νικολινάκο. Γέρνω δεξιά μήπως με βοηθήσει ο Αρχάγγελος Μιχαήλ, μόνο που η εκκλησία είναι και εκκλησία και τζαμί. Δεν βλέπω καλά κάτι έχουν πάθει τα μάτια μου. Προχωρώ κουτσαίνοντας προς το Κοκκάλειον Δημοτικόν σχολείο Αιγιαλούσης και φτάνω στον αγαπημένο μου πεύκο μ’ ένα πόδι. Πέφτω. Προσπαθώ να θυμηθώ την κυρία Μαργαρίτα, τον κύριο Κουτσυφτά, τον Νουφρή, τον Τάσο τον.Πάμπο τον Πανίκο, τη Λουκία, τον Νίκο, τη Δώρα, τον…. δεν μπορώ. Κάθε φορά που προσπαθώ να θυμηθώ κάποιο συμμαθητή μου σαν να μου αφαιρούν και κάποιο μέλος του σώματος μου. Μένει ξανά μονάχα ένα χέρι. Θέλω να πω ότι χωρίς την Γιαλούσα νιώθω ακρωτηριασμένος, νιώθω ότι χωρίς τη Γιαλούσα δεν υπάρχει ΜΝΗΜΗ. Θέλω να πω ότι προτιμώ τη ΜΝΗΜΗ παρά το υψηλότερον βιοτικόν επιπεδον. Θέλω να πω ότι θέλω αυτά που μου ανήκουν. Θέλω να πω ότι αυτοί που μου έκοψαν το νήμα της ζωής στα 24 μου χρόνια πρέπει να τιμωρηθούν τουλάχιστον ηθικά. Δεν εννοώ προφανώς μόνον τους Τούρκους. Δεν θέλω να παζαρέψω την μνήμη μου ούτε να την «εκσυγχρονίσω».

Δεν θέλω να γράψω μυθιστόρημα, ούτε καν ποίηση. Άλλωστε μαζί με τον Κύριλλο Σαρρή είμεθα οι μόνοι που ποτέ δεν γράψαμε ποιήματα. Το μυθιστόρημα του Ελληνισμού θα γραφτεί απ’ αυτόν που θα προσπαθήσει να καταγράψει την αποτυχημένη απόπειρά του να γράψει ένα τέτοιο βιβλίο.

Ένα τέτοιο βιβλίο πρέπει να έχει πολλές κενές σελίδες, ολόλευκες για να μπορεί ο καθένας απο εμάς να συμπληρώνει την δικιά του ιστορία, ην δική του μικρο-πατρίδα. Πως αλλιώς μπορεί να καταγραφεί ο ιστορικός μας χώρος; Πως αλλιώς μπορεί να χωρέσει μια τόσο μεγάλη καταστροφή τόποι, ανθρώπων και ψυχών;

Στη Νέα Υόρκη κηρύττουν Μέρα Μνήμης για την Μικρασιατική Καταστροφή. Στην Νέα Ελλάδα αίφνης όλοι σιώπησαν. Εμάς δεν μας αφορά το θέμα. Εμείς δεν έχουμε μνήμη. Ειδικά τώρα που προσπαθούμε απεγνωσμένα να γίνουμε κακέκτυποι ευρωπαίοι. Ειδικά τώρα που εν ονόματι μιας αβέβαιης Ευρώπης πρέπει να ξεχάσουμε και την μισή Κύπρο. Να μην μιλάμε λοιπόν για το ’22, για το ΄74. Θίγοντας οι αριστεροί και οι δεξιοί νεοέλληνες. Αυτή είναι η κατάντια μας. Τον πολιτικό μας λόγο τον εκφέρει πια μια «Αυγή» μια «Χαραυγή» και μια «Χρυσή Αυγή». Το ’22 δεν ετελείωσεν ακόμα. Ούτε από τη σκοπιά τους ούτε από τη σκοπιά μας. Νωρίς το 1975 το είχε καταλάβει ο μικρασιάτης Βάσος Δ. Καπαντάης στην … συλλογή ΤΗ ΚΥΠΡΩ .

 

Ιδού η απόδειξις

Να μην μιλάμε γι απελευθέρωση της Ιωνίας

Ούτε στην Πόλη

Την ατελείωτη λειτουργία να τελειώσουμε,

αλλά των εχθρών μας ας γίνουμε βούκινα

και συνήγοροι του Ασιάτη ληστή.

Ιδού η απόδειξις ης προδοσίας

Τις φωνές μας τις πνίξαν, για να ακουστεί ξανά

Το ουρλιαχτό του βάρβαρου έξω απο την πόρτα μας.

Ιδού η απόδειξις. Ιδού το έργο των υποκριτών.

Αλλά ιδού πάλι κι’ εμείς.

Εμείς οι άλλοι.

 

 

 

 

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*