Οικολογία, Ρήξη φ. 137

Η υπενθύμιση της Σαμοθράκης

Η κτηνοτροφία χρειάζεται διαχείριση

Του Δημήτρη Μπούσμπουρα από την Ρήξη φ. 137

Οι πρόσφατες καταστροφές στην Σαμοθράκη απασχόλησαν την επικαιρότητα για δύο ημέρες και μετά ξεχάστηκαν. Όπως συμβαίνει σε όλες τις περιπτώσεις ζημιών και καταστροφών στην επαρχία. Αν μια παρόμοια καταστροφή γινόταν στην Αθήνα, όπως οι πλημμύρες παλαιότερα, θα απασχολούσε για εβδομάδες τα Μέσα. Οι μεγάλες καταστροφές που προκάλεσαν οι χείμαρροι στην Σαμοθράκη ήταν για τους περισσότερους κάποιες εντυπωσιακές εικόνες που ξεχάστηκαν αμέσως.
Η βροχή που έπεσε στο νησί ήταν όντως εξαιρετικά ασυνήθιστης ραγδαιότητας και σε εξαιρετικά μεγάλη ποσότητα. Η καταπλάκωση κτηρίων από λάσπη υπενθύμισε πάλι δραματικά την ανοησία μας να κτίζουμε πάνω στις όχθες των ρεμάτων ακόμα και δημόσια κτήρια. Αυτό το αυτονόητο δεν εννοούμε να το καταλάβουμε.
Εκτός όμως από αυτό το πρόβλημα, που οδήγησε στις τεράστιες καταστροφές σχεδόν κανείς δεν εμβάθυνε στο πρόβλημα της διάβρωσης του εδάφους. Όλα αποδόθηκαν στο ύψος και την ένταση της βροχής και στις μεγάλες κλίσεις του ανάγλυφου. Αν όμως υπήρχε βλάστηση, δενδρώδης, θαμνώδης ή ποώδης, η καταστροφή θα περιοριζόταν μόνο στο αποτέλεσμα της ραγδαίας κίνησης του νερού. Δεν θα παρασυρόταν το χώμα. Η βλάστηση επίσης, θα περιόριζε και την κίνηση του νερού, με αποτέλεσμα και αυτό να κινείται με μικρότερη ταχύτητα.
Τι φταίει όμως και τεράστιες ποσότητες χωμάτων παρασύρθηκαν από τα νερά; Σχεδόν όλοι το γνωρίζουμε. Η βλάστηση σε μεγάλες εκτάσεις του νησιού έχει υποβαθμιστεί. Οι γίδες και τα κατσίκια είναι σχεδόν παντού και σε μεγάλους πληθυσμούς, κατατρώγοντας κάθε είδους φυτά. Αν και οι γίδες είναι κλαδοφάγα ζώα, τρώνε δηλαδή τα φύλλα από τους θάμνους, στην περίπτωση αυτού του νησιού έχουν στραφεί σε όποια βλάστηση έχει απομείνει. Το έδαφος έχει ξεπλυθεί σε μεγάλες εκτάσεις και αποκαλύπτεται το μητρικό πέτρωμα.

Η φωτογραφία που παραθέτουμε είναι παλαιότερη και προέρχεται ακριβώς από την περιοχή όπου έγιναν οι καταστροφές. Δείχνει πολύ καλά το αποτέλεσμα της υπερβόσκησης. Στην περιφραγμένη έκταση η βλάστηση παραμένει ενώ, γύρω από αυτήν, το μητρικό πέτρωμα έχει αποκαλυφθεί.
Πού οφείλεται αυτή η αύξηση των γιδιών; Κατ’ αρχάς στη ζήτηση. Είναι γνωστές οι ταβέρνες στο νησί που σερβίρουν καθημερινά κατσικάκι. Παράλληλα υπάρχουν και οι επιδοτήσεις, που μέχρι τώρα συνδέονταν αποκλειστικά με τον αριθμό των ζώων, ενώ δεν λαμβάνονταν υπόψη στον υπολογισμό τους οι εκτάσεις και η ποιότητα των βοσκοτόπων. Αυτά οδήγησαν στην αύξηση των ζώων. Στο νησί η κτηνοτροφία δεν συναντάει εμπόδια, καθώς δεν υπάρχουν πολλές καλλιέργειες και επίσης δεν υπάρχουν άγριοι θηρευτές. Έτσι τα ζώα ζουν σχεδόν ελεύθερα.
Αυτό δεν συμβαίνει σε άλλες περιοχές της χώρας, όπου ο βοσκός, λόγω της ύπαρξης άγριων ζώων, όπως ο λύκος ή η αρκούδα, και κυρίως γιατί είναι υποχρεωμένος να αποφύγει ζημιές στις καλλιέργειες, αναγκάζεται να ακολουθεί το κοπάδι. Δουλειά επίπονη, πολύωρη και καθημερινή. Γι’ αυτό στην ηπειρωτική Ελλάδα η εκτατική κτηνοτροφία έχει περιοριστεί. Οι νέοι προτιμούν τα ενσταυλισμένα ζώα και συχνά αλλάζουν τα γιδοπρόβατα με γελάδια. Στην περίπτωση αυτή έχουμε το ακριβώς αντίθετο πρόβλημα: υποβόσκηση. Καθώς τα ζώα απομακρύνονται, οι θαμνώδεις εκτάσεις πυκνώνουν και δημιουργούνται αδιαπέραστοι πυκνοί λόγγοι με πουρνάρια, άλλα αείφυλλα πλατύφυλλα ή άλλους θάμνους. Σε άλλες περιπτώσεις, τα παλιά λιβάδια έχουν αναδασωθεί από τη δασική υπηρεσία με πεύκα. Σ’ αυτές τις εκτάσεις, η βιοποικιλότητα έχει περιοριστεί. Κάτι αναμενόμενο, καθώς σε όλα τα οικοσυστήματα είναι αναγκαία τα φυτοφάγα ζώα. Και όταν αυτά δεν υπάρχουν στην φύση, τον ρόλο τους παίρνουν τα πρόβατα και τα γίδια.
Σήμερα προχωράμε σε ακραίες καταστάσεις, υπερβόσκηση και διάβρωση τοπικά και εγκατάλειψη και ομογενοποίηση στις υπόλοιπες εκτάσεις. Είμαστε πολύ μακριά από την δεκαετία του ’30, όπου ακόμα ο αριθμός των ζώων κτηνοτροφίας ήταν πολύ μεγάλος, αν και ισόρροπα κατανεμημένος. Τότε έγιναν κάποιες απαγορεύσεις για να διατηρηθούν σε καλή κατάσταση ορισμένες περιοχές. Αυτές έγιναν αρχικά με εντελώς αυταρχικό τρόπο από τον δικτάτορα Μεταξά. Παρόμοιες πρακτικές συνέχισαν μέχρι σήμερα ορισμένες δημόσιες υπηρεσίες, καθώς σε πολλούς χώρους συνεχίστηκε μια πολεμική εναντίον των γιδιών, αν και οι συνθήκες, ο αριθμός και η πυκνότητα των ζώων έχει αλλάξει.
Η νηφάλια και επιστημονικά τεκμηριωμένη προσέγγιση των λιβαδοπόνων δεν ακούγεται. Αυτό που εισηγούνται είναι η κατά χώρο και χρόνο οργάνωση της βόσκησης. Μια οργανωμένη δηλαδή διαχείριση, που προϋποθέτει να μελετηθεί η βοσκοϊκανότητα και να καθοριστεί η βοσκοφόρτωση κάθε τόπου. Θεωρώ ότι ήμουν τυχερός που είχα την ευκαιρία να συμμετάσχω σε μια τέτοια πιλοτική μελέτη στον Γράμμο, συμμετέχοντας για την ανάλυση της βιοποικιλότητας. Σ’ αυτήν καθορίστηκαν λιβαδοπονικές μονάδες, εκτάσεις δηλαδή με ενιαία χαρακτηριστικά, υπολογίστηκε η βοσκοφόρτωση και τελικά η βοσκοϊκανότητα κάθε μονάδας και προτάθηκαν μέτρα αναδιάρθρωσης στις περιοχές όπου διαπιστώθηκε υπέρ ή υποβόσκηση. Σήμερα αυτού του τύπου οι προδιαγραφές των λιβαδοπονικών μελετών έχουν πλέον θεσμοθετηθεί από το υπουργείο Γεωργίας. Αυτό έγινε περισσότερο υπό την πίεση των επιστημόνων. Αν εκπονηθούν και κυρίως υλοποιηθούν τα μέτρα που προτείνουν στο σύνολο της επικράτειας, τα προβλήματα υπερβόσκησης και υποβόσκησης θα πάψουν να υπάρχουν.

Γιατί όμως δεν προχωράει η πολιτεία σ’ αυτήν την κατεύθυνση; Είναι η αδράνεια, η πολιτικάντικη λογική να μην δημιουργήσουμε προβλήματα και να αφήσουμε τα πράγματα ως έχουν και να εστιάσουμε κατά βάση μόνο στις επιδοτήσεις και τις ψήφους που τις ακολουθούν. Είναι όμως και κάτι άλλο. Μπορεί να θέλουμε το ντόπιο ελληνικό αρνάκι και κατσικάκι, αλλά βλέπουμε τους βοσκούς αφ’ υψηλού. Δεν ταιριάζει με την «εκλεπτυσμένη» αισθητική των ανθρώπων των πόλεων. Μια χίπστερ υπεροπτική στάση βλέπει με περιφρόνηση τους κατοίκους της υπαίθρου και αυτό το ντύνει με μια «οικολογική» άποψη ότι πρέπει να σώσουμε την φύση από «τον αδηφάγο στόμαχο της αιγός». Βλέπουμε την δουλειά του βοσκού σαν κάτι εξ ορισμού ταπεινό αλλά αναγκαίο για την διατροφή μας. Σαν μια καθυστερημένη τάξη αγροίκων, που επιβεβαιώνουν την υπεροχή μας και συνεπώς δεν αξίζει να ασχοληθούμε. Οι Σουηδέζες όμως που παντρεύτηκαν Κρητικούς βοσκούς μάλλον είχαν άλλη άποψη…
Για να επανέλθουμε στην Σαμοθράκη, θεωρούμε ότι είναι επιτακτικό να γίνει μια ουσιώδης παρέμβαση στο ζήτημα με μελέτες και σωστή οργάνωση της βόσκησης, σαν μια από τις βασικότερες παραμέτρους για την διαχείριση του τοπίου και των χρήσεων γης στο νησί. Αν όμως υπάρχει ειλικρίνεια στην πρόθεση παραγωγικής ανασυγκρότησης και διατήρησης της φύσης, παρόμοια παρέμβαση πρέπει να γίνει στο 44% των περιοχών της χώρας που χρησιμοποιούνται ως λιβάδια.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*