του Δημοσθένη Γκαβέα από την huffingtonpost.gr
Ο ελληνικός και κυπριακός Τύπος τη βάφτισε σχεδόν ομόφωνα «χαστούκι», «ράπισμα» και «καταπέλτη» για την Τουρκία. Η ανάγνωση δεν είναι λανθασμένη. Είναι όμως μισή. Γιατί το ίδιο ψήφισμα του Ευρωκοινοβουλίου που καταδικάζει τη «Γαλάζια Πατρίδα», επαναλαμβάνει τις αναφορές για την κατοχή της Κύπρου και καταγράφει το casus belli κατά της Ελλάδας, χαρακτηρίζει ταυτόχρονα την Τουρκία χώρα «στρατηγικής και γεωπολιτικής σημασίας», αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο ενίσχυσης της συνεργασίας στην άμυνα και την ασφάλεια και δηλώνει έτοιμο να στηρίξει μια αναβαθμισμένη Τελωνειακή Ένωση ΕΕ–Τουρκίας.
Η αντίφαση αυτή αποτυπώθηκε και στην ίδια την ψηφοφορία.
Με 381 ψήφους υπέρ, 107 κατά και 171 αποχές, η ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ενέκρινε την Τετάρτη την ετήσια έκθεση για την Τουρκία, με εισηγητή τον Ισπανό σοσιαλιστή Nacho Sánchez Amor. Πέντε από τους έξι Κύπριους ευρωβουλευτές επέλεξαν την αποχή και ένας καταψήφισε. Αντίθετα, οκτώ Έλληνες ευρωβουλευτές από το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα και τους Σοσιαλιστές ψήφισαν υπέρ.
Η Τουρκία ως «στρατηγικής και γεωπολιτικής σημασίας» χώρα
Στις καταδίκες δεν υπάρχει καμία αμφιβολία. Η έκθεση κάνει λόγο για περαιτέρω διολίσθηση της Τουρκίας προς ένα αυταρχικό μοντέλο διακυβέρνησης, για εργαλειοποίηση της δικαιοσύνης, διώξεις της αντιπολίτευσης και σοβαρές παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Για τα εθνικά θέματα, η σημαντικότερη αλλαγή που καταγράφηκε κατά τη διαδικασία των τροπολογιών ήταν η έγκριση διάταξης που καταδικάζει ως παράνομο το δόγμα της λεγόμενης «Γαλάζιας Πατρίδας». Παράλληλα, διατηρούνται οι αναφορές για την αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων από την Κύπρο, τον εποικισμό, τον σφετερισμό ελληνοκυπριακών περιουσιών, τους αγνοουμένους και την προστασία της πολιτιστικής και θρησκευτικής κληρονομιάς στα κατεχόμενα.
Το ενδιαφέρον όμως βρίσκεται αλλού.
Στην παράγραφο 43, το Ευρωκοινοβούλιο «επανεπιβεβαιώνει τη στρατηγική και γεωπολιτική σημασία της Τουρκίας», αναγνωρίζοντας την «αυξανόμενη παρουσία, επιρροή και διαμεσολαβητικό και διευκολυντικό της ρόλο» σε περιοχές ζωτικής σημασίας για τα στρατηγικά συμφέροντα της ΕΕ, όπως η Ουκρανία, ο Εύξεινος Πόντος, ο Νότιος Καύκασος και η Μέση Ανατολή.
Στο ίδιο σημείο αναγνωρίζεται ότι η Τουρκία -σύμμαχος στο ΝΑΤΟ- «εξακολουθεί να συμμετέχει ενεργά και να συμβάλλει ουσιαστικά στις αποστολές και επιχειρήσεις διαχείρισης κρίσεων της ΕΕ», ενώ το κείμενο τονίζει ότι «η ρεαλιστική συνεργασία με την Τουρκία στον τομέα της ασφάλειας και της άμυνας μπορεί να ενισχυθεί όταν εξυπηρετεί αμοιβαία στρατηγικά συμφέροντα». Στην ίδια παράγραφο, ωστόσο, το Σώμα δηλώνει «δεόντως ανήσυχο» που η Τουρκία «εξακολουθεί να αποκλείει ένα κράτος μέλος» την Κύπρο «από τη συνεργασία με το ΝΑΤΟ» και την καλεί να μη χρησιμοποιεί τη θέση της στη Συμμαχία για να εμποδίζει τη συνεργασία ΕΕ–ΝΑΤΟ.
Στην επόμενη παράγραφο, το Ευρωκοινοβούλιο θεωρεί «σημαντικό να διερευνηθούν οι δυνατότητες συνεργασίας με την Τουρκία στο πλαίσιο των σημερινών και μελλοντικών πολιτικών ασφάλειας και άμυνας της ΕΕ», παρά το γεγονός ότι η ευθυγράμμιση της Άγκυρας με την κοινή εξωτερική πολιτική της Ένωσης παραμένει μόλις στο 4%. Καλεί, πάντως, την Άγκυρα «να άρει τα σοβαρά εμπόδια που υπονομεύουν την εμπιστοσύνη μεταξύ εταίρων και συμμάχων» αναφορά, μεταξύ άλλων, στο casus belli και στο ρωσικό σύστημα S-400.
Τη λογική αυτή ίσως πρέπει να την εξηγήσει ο ίδιος ο εισηγητής. Ο Ισπανός Σάντσεθ Αμόρ διαχωρίζει την κανονιστική διαδικασία ένταξης, η οποία απαιτεί εναρμόνιση με τις ευρωπαϊκές αξίες, το κράτος δικαίου και τα ανθρώπινα δικαιώματα, από την πρακτική συνεργασία με την Τουρκία σε τομείς όπως η γεωπολιτική, η μετανάστευση, η ασφάλεια και το εμπόριο. Με άλλα λόγια, η «παγωμένη» ενταξιακή πορεία δεν αναιρεί, κατά την προσέγγισή του, τη συνέχιση των διαύλων συνεργασίας στα πεδία κοινού συμφέροντος.
Δεν είναι άσχετο, εξάλλου, ότι η Ισπανία συγκαταλέγεται στις χώρες που διατηρούν στενές οικονομικές σχέσεις με την Τουρκία, ενώ τα τελευταία χρόνια έχει αναπτυχθεί συνεργασία και στον αμυντικό τομέα, με ισπανικές εταιρείες να συμμετέχουν σε τουρκικά εξοπλιστικά προγράμματα.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΕΚΘΕΣΗ ΕΔΩ
Τελωνειακή Ένωση και τουρκικά προϊόντα «Made in Europe»
Ανάλογη είναι η εικόνα και στο οικονομικό πεδίο.
Στην παράγραφο 54, το Ευρωκοινοβούλιο δηλώνει ότι είναι «έτοιμο να στηρίξει μια αναβαθμισμένη τελωνειακή ένωση με ευρύτερο, αμοιβαία επωφελές πεδίο εφαρμογής», η οποία θα μπορούσε να αποφέρει «σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά οφέλη και για τους δύο εταίρους».
Το κείμενο συνδέει την αναβάθμιση της Τελωνειακής Ένωσης με την ενίσχυση του εμπορίου, των επενδύσεων, της ανθεκτικότητας των αλυσίδων εφοδιασμού, της πράσινης και ψηφιακής μετάβασης, αλλά και της οικονομικής ασφάλειας τόσο της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και της Τουρκίας.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η παράγραφος 55, όπου το Ευρωκοινοβούλιο «εκφράζει την ικανοποίησή του» επειδή η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Πράξη Επιτάχυνσης της Βιομηχανικής Παραγωγής προβλέπει ότι περιεχόμενο που προέρχεται από χώρες με τις οποίες η ΕΕ διατηρεί τελωνειακή ένωση, όπως η Τουρκία, «θα θεωρείται περιεχόμενο ενωσιακής προέλευσης».
Το Σώμα μάλιστα ζητεί οι μελλοντικές νομοθετικές πρωτοβουλίες να κινηθούν «στο ίδιο πνεύμα», ώστε να συνεχίσει να λαμβάνεται υπόψη η σημασία της περαιτέρω ολοκλήρωσης των αγορών και των οικονομιών των υποψήφιων χωρών και ιδίως εκείνων που διατηρούν τελωνειακή ένωση με την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Τα «ατοπήματα» κατά τον Μαυρίδη
Από τους πιο επικριτικούς απέναντι στο τελικό κείμενο εμφανίστηκε ο Κύπριος ευρωβουλευτής Κώστας Μαυρίδης (ΔΗΚΟ – S&D), ο οποίος πήγε κόντρα στη «γραμμή» της πολιτικής του Ομάδας και επέλεξε τελικά την αποχή.
Ο ίδιος αναγνωρίζει ότι η έκθεση περιλαμβάνει πολλές ορθές αναφορές για την κατάσταση στην Τουρκία, όπως η εργαλειοποίηση της δικαιοσύνης, οι διώξεις πολιτικών αντιπάλων και οι παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καθώς και σημαντικές αναφορές για την Κυπριακή Δημοκρατία, μεταξύ άλλων για τα κατοχικά στρατεύματα, τον εποικισμό, τις ελληνοκυπριακές περιουσίες και τους αγνοουμένους.
Από το βήμα της ολομέλειας, ο Μαυρίδης στάθηκε στη ρήτρα αμοιβαίας άμυνας του άρθρου 42.7 των Συνθηκών και στην κοινή θέση της ΕΕ για τον έλεγχο εξαγωγών στρατιωτικής τεχνολογίας «όταν υπάρχει σαφής κίνδυνος επιθετικής χρήσης». «Αντί για κυρώσεις», είπε, «ορισμένα κράτη-μέλη συνεχίζουν κανονικά την υψηλής τεχνολογίας στρατιωτική συνεργασία τους με την Τουρκία. Η σύμπλευση με έναν κατακτητή […] δεν αποτελεί αλληλεγγύη αλλά είναι ανήθικη, παράλογη και κακή πολιτική.»
Ο ίδιος θεωρεί ότι το κείμενο περιλαμβάνει μια σειρά από «σοβαρά ατοπήματα»:
Πρώτον, αποδίδει στην Τουρκία στρατηγικό ρόλο για την άμυνα και την ασφάλεια της Ευρώπης, παρά το γεγονός ότι εξακολουθεί να διατηρεί το casus belli κατά της Ελλάδας και να κατέχει έδαφος κράτους-μέλους της ΕΕ. Κάτι που, όπως παρατηρεί, «δεν φαίνεται να ενόχλησε αρκετούς ευρωβουλευτές.
Δεύτερον, ζητεί την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων για την αναβάθμιση της Τελωνειακής Ένωσης ΕΕ–Τουρκίας χωρίς, κατά την άποψή του, να έχει προηγηθεί πλήρης συμμόρφωση της Άγκυρας με τις υποχρεώσεις της έναντι της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Τρίτον, υποστηρίζει την επανεκκίνηση του Διαλόγου Υψηλού Επιπέδου ΕΕ–Τουρκίας και αντιμετωπίζει θετικά τη συμμετοχή τουρκικών προϊόντων σε ευρωπαϊκές βιομηχανικές πρωτοβουλίες που συνδέονται με τη λογική του «Made in Europe».
Ο Κύπριος ευρωβουλευτής διατυπώνει επίσης σοβαρές ενστάσεις για το Κυπριακό, υποστηρίζοντας ότι από το τελικό κείμενο αφαιρέθηκε αναφορά σύμφωνα με την οποία οποιαδήποτε μελλοντική λύση θα πρέπει να εφαρμόζει πλήρως το ευρωπαϊκό κεκτημένο (EU acquis), δηλαδή τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και το σύνολο της ευρωπαϊκής νομοθεσίας.
Κατά τον ίδιο, πρόκειται για μια καθοριστική αναφορά που περιλαμβανόταν στις τροπολογίες που είχε καταθέσει και η οποία απαλείφθηκε κατά τη διαμόρφωση του τελικού κειμένου..
«Για εκείνους που επιχειρηματολογούν ότι η Τουρκία είναι σύμμαχος-κλειδί στο ΝΑΤΟ, ιδού η αλήθεια: Η Τουρκία είναι τυπικά σύμμαχος στο ΝΑΤΟ και πραγματικός εχθρός της Ευρώπης.» δήλωσε ο κ. Μαυρίδης απευθυνόμενος στους Ευρωβουλευτές.
Και η Άγκυρα δυσαρεστημένη
Το παράδοξο ολοκληρώθηκε λίγες ώρες αργότερα με την αντίδραση της Τουρκίας.
Το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών απέρριψε την έκθεση ως κείμενο που βασίζεται σε «αβάσιμους ισχυρισμούς και παραπληροφόρηση από κύκλους εχθρικούς προς τη χώρα» και υποστήριξε ότι αντανακλά μια «εσκεμμένη πολιτική ατζέντα» ορισμένων ευρωβουλευτών.
Η Άγκυρα κατηγόρησε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ότι επιχειρεί να «επισκιάσει τη θετική ατζέντα» στις σχέσεις Τουρκίας–ΕΕ σε μια περίοδο κατά την οποία «η στρατηγική σημασία των σχέσεων αυτών αυξάνεται», ενώ υποστήριξε ότι το ψήφισμα δίνει χώρο σε «τρομοκρατικές οργανώσεις και κύκλους εχθρικούς προς την Τουρκία».
Έτσι, η ίδια έκθεση δέχεται πυρά και από τις δύο πλευρές: στη Λευκωσία θεωρείται υπερβολικά επιεικής επειδή διατηρεί ανοιχτή την προοπτική βαθύτερης στρατηγικής συνεργασίας με την Άγκυρα, ενώ στην Τουρκία χαρακτηρίζεται προκατειλημμένη και πολιτικά υποκινούμενη.
Και ίσως ακριβώς εκεί βρίσκεται η ουσία του κειμένου: σκληρή γλώσσα για το κράτος δικαίου, το Κυπριακό, τη «γαλάζια πατρίδα» και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, αλλά ταυτόχρονα σταθερή προσήλωση στη διατήρηση της Τουρκίας μέσα στη γεωπολιτική, οικονομική και αμυντική αρχιτεκτονική της Ευρώπης.
