Αυτοί που αγαπούν τις ανθρωπιστικές σπουδές και θέλουν ν’ αφιερώσουν χρόνο και κόπο στη μελέτη και στην παραγωγή γνώσης στα διάφορα επιμέρους αντικείμενά τους είναι ελάχιστοι, είδος προς εξαφάνιση.
Γράφει ο Τάσος Χατζηαναστασίου, Δρ Ιστορίας, Διευθυντής του Γενικού Λυκείου Αγίας Τριάδας Αργολίδας, από την ιστοσελίδα esos.gr
Η πραγματικότητα σε ό,τι αφορά τις ανθρωπιστικές σπουδές στη χώρα μας δεν επιδέχεται αμφισβήτηση: Τα τμήματα φιλολογίας και ανθρωπιστικών σπουδών γενικότερα, παρά το πλήθος τους, επιλέγονται από τη μειοψηφία των υποψηφίων της οικείας ομάδας προσανατολισμού ενώ η βάση εισαγωγής είναι σε κάποιες περιπτώσεις κάτω από 10.
Μεγάλος αριθμός των φοιτώντων σε αυτά έχει απαξιώσει τις σπουδές: δεν ενδιαφέρεται για τις παραδόσεις, δε μελετά και δε συμμετέχει με αξιώσεις στις εξετάσεις. Πολλοί επίσης είναι αυτοί που δεν εγγράφονται καθόλου ή εγκαταλείπουν τις σπουδές χωρίς να αποφοιτήσουν.
Ακόμη χειρότερα, όπως διαπιστώνεται από το διδακτικό προσωπικό, το επίπεδο, γλωσσικό και αντιληπτικό ενός ολοένα αυξανόμενου ποσοστού των εισαχθέντων είναι εξαιρετικά χαμηλό και δεν μπορεί να ανταποκριθεί στο επίπεδο των σπουδών.
Το συμπέρασμα σαφές και αμείλικτο: αυτοί που πραγματικά αγαπούν τις ανθρωπιστικές σπουδές και θέλουν ν’ αφιερώσουν χρόνο και κόπο στη μελέτη και στην παραγωγή γνώσης στα διάφορα επιμέρους αντικείμενά τους είναι ελάχιστοι, είδος προς εξαφάνιση. Η μεγάλη πλειοψηφία γυρίζει την πλάτη της στα τμήματα φιλολογίας, ιστορίας και αρχαιολογίας και φιλοσοφίας που μοιάζουν ν’ αποτελούν αναχρονισμό, πολυτέλεια, σπατάλη πόρων, «καπρίτσιο» κάποιας ελίτ ή «ψώνιων». Στην οικεία ομάδα προσανατολισμού υψηλή ζήτηση έχουν πλέον σχεδόν αποκλειστικά οι Νομικές σχολές και τα τμήματα Ψυχολογίας και δευτερευόντως τα παιδαγωγικά και τα τμήματα προσχολικής αγωγής.
Το ερώτημα είναι επίσης αμείλικτο: έχουν θέση οι ανθρωπιστικές σπουδές στη χώρα στην οποία κυρίως οφείλουν την ύπαρξή τους και ποια είναι αυτή;
Το ζήτημα τίθεται πλέον με υπαρξιακούς όρους.
Το παρόν σημείωμα αποτελεί συνέχεια του προβληματισμού και των ανάλογων προτάσεων που είχαν διατυπωθεί ήδη από το 2020 («Η χαμένη τιμή των Φιλολόγων», (31 Αυγούστου 2020) και την περσινή χρονιά, μετά την ανακοίνωση των βάσεων εισαγωγής στα πανεπιστήμια.
Στο τελευταίο αυτό άρθρο υποστήριξα και εξακολουθώ να υποστηρίζω τη διατήρηση και αναβάθμιση των φιλολογικών τμημάτων προτείνοντας την ελεύθερη πρόσβαση στα φιλολογικά τμήματα, σ’ αυτά δηλαδή που οι απόφοιτοί τους εντάσσονται στον κλάδο ΠΕ02, Φιλολόγων, με δικαίωμα εγγραφής σ’ αυτά όλων σε οποιαδήποτε ηλικία, με τα εξής επιχειρήματα:
«Η θεσμοθέτηση της ελεύθερης πρόσβασης σε μία σειρά από σχολές που παρέχουν ανθρωπιστική παιδεία και είναι χαμηλού λειτουργικού κόστους, με ένα συμβολικό τέλος εγγραφής είναι μία ώριμη πρόταση με πολλαπλό κοινωνικό όφελος. Όσο μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού μορφώνεται ουσιαστικά, τόσο η κοινωνία βελτιώνεται συνολικά. Όφελος προκύπτει και από την απαλλαγή των υποψηφίων από το υψηλό κόστος της προετοιμασίας για τις πανελλαδικές εξετάσεις, μικρό μέρος του οποίου μπορεί να καταβληθεί στην ίδια τη σχολή ως τέλος εγγραφής, όπως αυτό ισχύει για παράδειγμα στην Ιταλία.» Όφελος, τέλος προκύπτει, συμπληρώνω σήμερα, κι από τη δυνατότητα κάποιου να σπουδάσει στον τόπο κατοικίας του.
Η ιδέα αφορά τη μετατροπή του σημερινού καθεστώτος υποβάθμισης των ανθρωπιστικών σπουδών σε δυνατότητα αναβάθμισης του συνολικού μορφωτικού και πνευματικού επιπέδου της κοινωνίας με όχημα την αξιοποίηση των υφιστάμενων υποδομών και του υψηλού επιπέδου των διδασκόντων στις σχολές αυτές, αλλά και την ενθάρρυνση περισσότερων ανθρώπων να σπουδάσουν αυτό που αγαπούν χωρίς απαραίτητα να αξιοποιήσουν το πτυχίο τους επαγγελματικά.
Οι ανθρωπιστικές σπουδές ως μοχλός ανάπτυξης
Μένει το ζήτημα της επαγγελματικής αποκατάστασης των αποφοίτων των τμημάτων ανθρωπιστικών σπουδών. Ερχόμαστε λοιπόν στο βασικό αίτιο της απαξίωσής τους. Χωρίς ψωμί, ελάχιστοι συγκινούνται από την παιδεία και συχνά είναι πρόθυμοι να θυσιάσουν ακόμη και την ελευθερία τους, ατομική και συλλογική για να θυμηθούμε και το πάντα επίκαιρο σύνθημα του Πολυτεχνείου.
Στην παρούσα φάση, με δεδομένο ότι δεν μπορούν να διοριστούν όλοι οι απόφοιτοι των τμημάτων ανθρωπιστικών σπουδών στο δημόσιο και ειδικά στη Μέση Εκπαίδευση, δύο πράγματα μπορούν να γίνουν: να καταργηθούν τα περισσότερα τμήματα και να παραμείνουν δύο ή τρία με εκείνο τον αριθμό φοιτητών που αντιστοιχεί κάθε φορά στον αριθμό διοριστέων, αν μπορεί ποτέ βέβαια στη χώρα μας να γίνει ένας μακροχρόνιος σχεδιασμός ακόμη και σε βάθος τετραετίας. Εξήγησα παραπάνω τους λόγους για τους οποίους διαφωνώ με μία τέτοια πρόταση του τύπου: πονάει κεφάλι, κόψει κεφάλι. Το θεωρώ πολιτισμική και πνευματική υποβάθμιση αν όχι και αυτοχειρία με μηδαμινό οικονομικό όφελος.
Εάν παραμείνουν τα υπάρχοντα τμήματα, τότε πάλι δύο πράγματα μπορούν να γίνουν: είτε να οριστούν τα λίγα εκείνα τμήματα τα οποία θα οδηγούν σε διορισμό στη δημόσια εκπαίδευση με περιορισμένο αριθμό εισακτέων μέσω συστήματος επιλογής όπως είναι σήμερα οι πανελλαδικές εξετάσεις είτε θα θεσμοθετηθεί, κατά το ιταλικό και πάλι πρότυπο, μία διετής σχολή για πτυχιούχους με εξετάσεις και κλειστό αριθμό υποψηφίων που να αντιστοιχεί στις θέσεις διορισμού. Όσοι αποφοιτούν επιτυχώς από αυτήν την σχολή παραγωγής καθηγητών αποκλειστικά, θα διορίζονται απευθείας σε μόνιμες οργανικές θέσεις ενώ στη διάρκεια του δεύτερου έτους θα έχουν ήδη απασχοληθεί ως αναπληρωτές κάνοντας την πρακτική τους, πάλι κατά το πρότυπο πολλών ευρωπαϊκών χωρών όπου κοντά στον μόνιμο υπάρχει κι ένας δόκιμος εκπαιδευτικός σε μία πιο ορθολογική μορφή συμβουλευτικής αντί του κατ’ ευφημισμόν σήμερα θεσμού του μέντορα.»
Με την πρόταση αυτή έχει κανείς και την πίτα του πολύτιμου πολιτισμικού κεφαλαίου που αποτελούν τα τμήματα Ανθρωπιστικών Σπουδών ολόκληρη και τον σκύλο της κάλυψης των θέσεων Φιλολόγων στο δημόσιο σχολείο χορτάτο με υψηλού επιπέδου διδάσκοντες.
Εξυπακούεται ότι αυτό συνιστά μια γενική πρόταση καθώς υπάρχουν πολλές επιμέρους πρακτικού τύπου ρυθμίσεις που υποχρεωτικά θα συνοδεύουν μία τέτοια ριζική μεταρρύθμιση, όπως είναι η θέσπιση ή όχι ενός ορίου εισακτέων, ειδικά σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και Ιωάννινα και με βάση ποιο κριτήριο θα γίνεται η επιλογή τους, η αξία του πτυχίου των σχολών ελεύθερης πρόσβασης ως προσόν για την εξέλιξη κάποιου στο δημόσιο (κάτι που γίνεται και σήμερα για παράδειγμα με το Ελεύθερο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο), η τύχη των τμημάτων που παρ’ όλη τη θεσμοθέτηση της ελεύθερης πρόσβασης σ’ αυτά, δε θα υπάρχουν εγγραφές που να δικαιολογούν τη συνέχιση της λειτουργίας τους κ.ά.
Μία τέτοια πρόταση όμως θα πρέπει να συμπληρωθεί απαραιτήτως από δύο ακόμη σοβαρές μεταρρυθμίσεις που ισχύουν ως προϋποθέσεις εφόσον μιλάμε για αναβάθμιση των ανθρωπιστικών σπουδών και του συνολικού μορφωτικού επιπέδου της ελληνικής κοινωνίας γενικότερα.
Η πρώτη αφορά την αποκατάσταση του μορφωτικού ρόλου του σχολείου έτσι ώστε να διασφαλίζεται ότι οι απόφοιτοι του Δημοτικού γνωρίζουν γραφή, ανάγνωση, απλή αριθμητική και κατέχουν βασικές γνώσεις γεωγραφία και ιστορίας, ότι οι κάτοχοι απολυτηρίου Γυμνασίου επίσης ένα μίνιμουμ γνωστικό επίπεδο κι ότι είναι επαρκείς χρήστες και με επαρκή κατανόηση της ελληνικής γλώσσας κι ότι, τέλος, οι απόφοιτοι Λυκείου μπορούν να σταθούν ως ακαδημαϊκοί πολίτες. Όσο ισχύει το σημερινό χάλι, με βάση το οποίο ο πλέον αστοιχείωτος, αδιάφορος και μονίμως αδιάβαστος μαθητής μπορεί να αποκτήσει απολυτήριο Λυκείου, η ελεύθερη πρόσβαση απλώς θα διαιωνίσει το σημερινό καθεστώς χαριστικής προαγωγής και απόλυσης που έχει ως αποτέλεσμα την παραγωγή πολλών αμόρφωτων, ανεύθυνων και πνευματικά οκνηρών νέων που τους έχουν στερήσει τη δυνατότητα διαχείρισης της αποτυχίας απαραίτητης για τη συγκρότησή τους ως αυτεξούσιων, ελεύθερων και υπεύθυνων ατόμων.
Η δεύτερη αφορά αυτό που υποστηρίζεται, τεκμηριωμένα πιστεύω, στα δύο προηγούμενα άρθρα για την αντιμετώπιση των ανθρωπιστικών σπουδών ως μοχλού ανάπτυξης της χώρας, ως ενός συγκριτικού πλεονεκτήματος που εφόσον αξιοποιηθεί κατάλληλα μπορεί να συμβάλει στην ποιοτική παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, στην αύξηση του εθνικού εισοδήματος αλλά και της ήπιας ισχύος της χώρας. Αυτό προϋποθέτει έναν σχεδιασμό που στοχεύει στη μετατροπή της χώρας σε διεθνές κέντρο ανθρωπιστικών και φιλοσοφικών σπουδών, αρχαίου δράματος, μελέτης της δημοτικής παράδοσης και της ορθόδοξης θεολογίας, βυζαντινών και νεοελληνικών σπουδών.
Στην ίδια λογική είναι απαραίτητη η ενίσχυση της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, η στελέχωση αρχαιολογικών εφορειών, μουσείων και αρχαιολογικών χώρων, η προστασία και η ανάδειξη των μνημείων, αρχαίων, βυζαντινών και νεότερων. Εκτός από την αναβάθμιση των υπαρχόντων πανεπιστημιακών τμημάτων έτσι ώστε να διευρύνουν την εξωστρέφειά τους, η ενίσχυση φορέων που ήδη λειτουργούν υποδειγματικά όπως π.χ. η Ολυμπιακή Ακαδημία στην Αρχαία Ολυμπία και η ίδρυση νέων ανάλογων θεσμών σε μόνιμη ή περιοδική βάση αποτελούν συγκεκριμένες προτάσεις επένδυσης στο τεράστιο ιστορικό και πολιτισμικό κεφάλαιο της χώρας.
Η Ελλάδα δεν έχει ούτε την πολυτέλεια αλλά ούτε και το δικαίωμα της απεμπόλησης του πιο ισχυρού συγκριτικού της πλεονεκτήματος, του πλούσιου, πανάρχαιου και υψηλής ποιότητας με διεθνή ακτινοβολία πολιτισμού της. Και γι’ αυτό εάν τελικά «προώρισται να ζήσει», οφείλει να στηρίξει και να επενδύσει στις ανθρωπιστικές σπουδές.
