Το Φιόρδ του σπουδαίου Ρουμάνου σκηνοθέτη Κρίστιαν Μουντζίου είναι η ταινία του καλοκαιριού. Το διαπιστώσαμε το προηγούμενο Σαββατοκύριακό που σε μια Αθήνα καμίνι και “άδεια” ακόμα από Αθηναίους οι θερινοί σινεμά ήταν κατάμεστοι στην προβολή της. Δεν ξέρουμε αν οι θεατές ήταν υποψιασμένοι για το τι θα έβλεπαν ή τους οδήγησε στο σινεμά η βράβευση της ταινίας στο πρόσφατο φεστιβάλ των Καννών. Δεν έχει τόση σημασία, αυτό που αξίζει είναι ότι προβληματίστηκαν πάνω στα θέματα που θίγει ο Ρουμάνος σκηνοθέτης, μήπως ο δικαιωματισμός όπου γίνεται επίσημο καθεστώς φέρνει στην κοινωνία μια οργουελιανή συνθήκη*;
Οι περισσότεροι κριτικοί κινηματογράφου (με μόνο δύο εξαιρέσεις από την Εφημερίδα των Συντακτών και το news247) αξιολόγησαν πολύ θετικά την ταινία, όμως παρουσίαζουν ακροθιγώς τον προβληματισμό της. Αναδημοσιεύουμε κείμενο από την ιστοσελίδα flix που παρουσιάζει αναλυτικότερα την ταινία και μια συνέντευξη των συντελεστών της από την ίδια ιστοσελίδα.
Να δείτε την ταινία!
*Ο ηλικιωμένος Νορβηγός, που έμοιαζε ο μόνος που αντιλαμβάνοταν τι συμβαίνει και γι’ αυτό επέλεξε την σιωπή, ανάμεσα στα βιβλία του ήταν το 1984 του Τζώρτζ Όργουελ.
Άρδην-Ρήξη
Ενα διακριτικό δράμα που καταφέρνει, κυρίως, να προκαλέσει μια πολύ δύσκολη συζήτηση.
της Λήδας Γαλανού, flix.gr
Ο Κρίστιαν Μουντζίου είναι κυρίως… Ρουμάνος, με ό,τι αυτό φέρει μαζί του πολιτισμικά. Ο κατεξοχήν σκηνοθέτης του ρουμανικού ρεύματος στο σινεμά της τελευταίας 20ετίας, έρχεται για πέμπτη φορά στο Φεστιβάλ Καννών, πορεία που ξεκίνησε το 2007, όταν κέρδισε τον Χρυσό Φοίνικα με το «4 Μήνες, 3 Εβδομάδες και 2 Μέρες». Ηδη από τότε και ως σήμερα, η θεματολογία και το ύφος του είναι ξεκάθαρα και συνεπή. Τον απασχολεί η θρησκεία, οι μειονότητες (είτε πρόκειται για μια νεαρή γυναίκα που δεν θέλει την εγκυμοσύνη της, είτε για το διωγμό των Ρομά σε μια αγροτική περιοχή), η ταξική ανισότητα, η κοινωνική αδικία, το πολυμορφικό πρόσωπο της εξουσίας. Αλλά πάντα μεταχειρίζεται το σινεμά του με τον δικό του τρόπο, που είναι ολιγόλογος, διακριτικός, αιχμηρός σαν ένα πάρα πολύ λεπτό γυαλί. Κι η νέα του ταινία, το «Fjord», ανεβάζει τον πήχη σε υποδόρια πολυπλοκότητα.
Ηρωές του είναι η οικογένεια Γκιοργκίου: ο πατέρας, ο Μιχάι, είναι Ρουμάνος, η μητέρα, η Ελζμπετ, Νορβηγίδα και η οικογένεια μεταναστεύει από τη βαλκανική, έστω κεντροευρωπαϊκή, Ρουμανία στον σκανδιναβικό Βορρά όταν οι γονείς του Μιχάι φεύγουν από τη ζωή και το ζευγάρι αναζητά υποστήριξη και βοήθεια για τη ζωή με τα τέσσερα παιδιά του. Οι Γκιοργκίου είναι Ευαγγελιστές Χριστιανοί, ζουν υπακούοντας σε μια συντηρητική κουλτούρα (τα παιδιά απαγορεύεται να έχουν κινητά, ν’ ακούν μουσική εκτός των θρησκευτικών τραγουδιών τους, μελετούν τη Βίβλο, μεγαλώνουν με αγάπη αλλά και με αυστηρότητα και περιορισμούς), αποφεύγοντας την πιο εξελιγμένη τεχνολογία, επιμένοντας στα δικά τους τρόφιμα και προσπαθώντας να ενσωματωθούν στο νέο τους περιβάλλον χωρίς ν’ αλλάξουν τις συνήθειές τους, ενώ οι γείτονές τους τούς κοιτούν σαν αξιοπερίεργα.
Οταν, μια μέρα, η δασκάλα της έφηβης κόρης της οικογένειας παρατηρήσει στο κορμάκι της δυο μελανιές, ο μηχανισμός προστασίας ανηλίκων από κακοποίηση, σ’ ένα κράτος γνωστό όχι μόνο για τον πλούτο, αλλά και για την κοινωνική πρόνοιά του, θα ενεργοποιηθεί αμέσως. Τα παιδιά θ’ απομακρυνθούν από τους γονείς, θα τα αναλάβουν κοινωνικοί λειτουργοί, ώσπου οι γονείς ν’ ανακριθούν, να διαπιστωθεί εάν τα σημάδια οφείλονται σε πράξεις βίας και να οδηγηθούν στη δικαιοσύνη. Το εάν «μια ξυλιά στον πωπώ» ισούται με το «συστηματικά δέρνετε τα παιδιά σας» είναι λεπτομέρειες που θα χαθούν στη μετάφραση. Αυτό το σύστημα εκπληκτικής κοινωνικής πρόνοιας, όπου όλα έχουν προβλεφθεί και ελέγχονται, μήπως δεν αφήνει περιθώριο για τη διαφορετικότητα τελικά, εκτός αν είναι η διαφορετικότητα που έχει εγκριθεί από το σύστημα;

Σ’ αυτά τα βαθιά νερά της σημερινής, ακριβώς, κοινωνικής αλλαγής βουτά ο Μουντζίου. Οπως σε όλες τις ταινίες του, βάζει μια μικρή κοινότητα απέναντι σε μια μεγάλη και με εξουσία και τη συνθλίβει, αργά και υπομονετικά. Ενα αποσπασματικό μοντάζ, όπου το παρελθόν παρεμβάλλεται εμβόλιμα στο παρόν κι όπου μικρές αλλά καθοριστικές λεπτομέρειες σφηνώνουν υπαινικτικά στη μεγαλύτερη αφήγηση, χρησιμοποιεί ο σκηνοθέτης για να θέσει και να δομήσει το σύμπαν της ταινίας, μαζί με τη φωτογραφία του σταθερού, τελευταία, συνεργάτη του, Τουντόρ Βλαντιμίρ Παντούρου. Το μαγευτικό αγροτικό τοπίο της Νορβηγία αποτυπώνεται σε γενναιόδωρο σινεμασκόπ, πάντα σε τόνους του μπλε ή του σκουροπράσινου ή του γκρίζου, τόνους ψυχρούς που δεν ζεσταίνονται ούτε στα εσωτερικά πλάνα.Οσο μαγευτική, έστω κι αν παγωμένη, κυριολεκτικά και μεταφορικά, είναι η νορβηγική φύση, είναι η ανθρώπινη φύση που δημιουργεί τις αιχμές στην ταινία. Που μπορεί να ελέγξει, μ’ ένα καλά εξασκημένο πρωτόκολλο, τη χιονοστιβάδα που έρχεται ορμητικά καταπάνω στο σχολείο των παιδιών, αλλά δυσκολεύεται να διαχειριστεί την κοινωνική χιονοστιβάδα του ξένου.
Το πρωταγωνιστικό ζευγάρι είναι μια παράξενη επιλογή. Από τη μια, ο Σεμπάστιαν Σταν, ρουμανικής καταγωγής κι ο ίδιος, παίζει μεν θαυμάσια έναν δύσκολο ρόλο, όμως μεταμορφωμένος από μαλλιά και μακιγιάζ σ’ έναν άλλον. Από την άλλη, η Ρενάτε Ρέινσβε, με μια ερμηνεία εκπληκτικής λεπτότητας, κάνει ένα απ’ ευθείας βήμα έντονης κριτικής στους συμπατριώτες της. Οι δεύτεροι ρόλοι, ειδικά το ζευγάρι γειτόνων των Γκιοργκίου, αλλά και το προσωπικό του σχολείου, οι κοινωνικοί λειτουργοί, η δικηγόρος, δίνουν μικρές αλλά έντονες και κατά περίπτωση ανατριχιαστικές ερμηνείες.
Το βασικό συναίσθημα στο οποίο ο Μουντζίου επενδύει είναι ο κυνισμός. Μια ευγενική υπεροψία, μια αδιόρατη ειρωνεία, του εύπορου Βορειοευρωπαίου προς, όχι τόσο τον θρησκόληπτο, όσο τον πολιτισμικά υποδεέστερο Ευρωπαίο του Νότου, ή του πρώην κομμουνιστικού καθεστώτος, ή εκείνου που άργησε να μπει στην Ενωση. Οι Γκιοργκίου δεν δικάζονται τόσο για το πώς μεταχειρίζονται τα παιδιά τους, αλλά για το σε ποιον Θεό πιστεύουν και το από ποια χώρα ήρθαν. Για τον ρατσισμό μιλά η ταινία, τοποθετημένο σ’ ένα πλαίσιο που θεωρητικά, και πρακτικά πάρα πολλές φορές, προστατεύει τα θύματα από τον ρατσισμό. Για την προκατάληψη ανθρώπων που έχουν μάθει ότι η προκατάληψη είναι λάθος.
Το ζήτημα είναι ότι, καθώς καταπιάνεται με ένα από τα πιο ευαίσθητα και προκλητικά ζητήματα της σύγχρονης κοινωνίας, κι ο Μουντζίου δεν θωρακίζει το σενάριό του. Γράφοντας μια ταινία δυνάμει αριστουργηματική και ιδεολογικά καινοτόμο, κάνει τα στραβοπατήματά του, τις ατολμίες του (κυρίως στην παρουσίαση των σχέσεων των εφήβων), τις υπερβολές και τις παραλείψεις του, δίνοντας έτσι, τελικά, επιχειρήματα και στις δυο πλευρές που αντικρούονται στην ταινία. Το γεγονός, ωστόσο, ότι το «Fjord» προκαλεί μια συζήτηση για θέματα που συνήθως αποφεύγουμε από φόβο, όπως και η ταινία, μην θεωρηθούμε λιγότερο φιλελεύθεροι ή όχι αρκετά ανοιχτόμυαλοι, είναι ένα τεράστιο επίτευγμα σε μια εποχή όπου ένας υγιής αντίλογος συχνά δειλιάζει να δείξει το πρόσωπό του.
*****

Πίσω από το «Φιόρδ»: Κρίστιαν Μουντζίου, Ρενάτε Ρέινσβε, Σεμπάστιαν Σταν μιλούν στο Flix
Λίγο πριν κερδίσει -ξανά- τον Χρυσό Φοίνικα, ο σκηνοθέτης και οι πρωταγωνιστές του συνάντησαν το Flix στις Κάννες και μίλησαν για το ρατσισμό και τις προκαταλήψεις του δυτικού κόσμου απέναντι σε κάθε τι ξένο.
Πόλυ Λυκούργου, flix.gr
Kάθε νέα ταινία του Κρίστιαν Μουντζίου είναι ένα γεγονός. Ο σπουδαίος Ρουμάνος σκηνοθέτης επιλέγει πάντα να θίξει δύσκολα κοινωνικά θέματα, και να το κάνει με έναν τρόπο που είναι επιτακτικός, αλλά όχι χειραγωγικός. Ρεαλιστικά, κάνοντας εξαντλητική έρευνα στο θέμα του κι αποφεύγοντας μελοδραματισμούς, αλλά με κινηματογραφική υπογραφή – γνωρίζει ότι το σινεμά είναι μία κατασκευή.
Το «Φιόρδ» είναι η 5η ταινία του επιλέχθηκε από το Φεστιβάλ Καννών και η δεύτερη που έφυγε με το Χρυσό Φοίνικα (μετά το «4 μήνες, 3 εβδομάδες και 2 Μέρες»). Η ιστορία βασίζεται αμυδρά σε μια πραγματική υπόθεση (των Μάριους και Ρουθ Μποντναρίου), που πήρε μεγάλη διάσταση πριν μία δεκαετία στη Ρουμανία: μία οικογένεια Χριστιανών Ορθόδοξων Ρουμάνων (πατέρας Ρουμάνος, μητέρα Νορβηγίδα) μετανάστευσαν με τα 5 παιδιά τους σε μία επαρχιακή πόλη της Νορβηγίας, αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον. Μόνο που εκεί συνάντησαν καχυποψία, αδιαλλαξία και ρατσισμό – οι κοινωνικές αρχές τους πήραν τα παιδιά, οι ίδιοι κυνηγήθηκαν κι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την νέα πατρίδα και να επιστρέψουν στην παλιά.
Το Flix συνάντησε τον σκηνοθέτη και τους πρωταγωνιστές του, την Ρενάτε Ρέινσβε και τον Σεμπάστιαν Σταν, για να μιλήσουν για την αναγκαιότητα να πει κανείς αυτή την ταινία σήμερα, τώρα.

Η ταινία αντλεί έμπνευση από μία αληθινή υπόθεση μίας οικογένειας Ρουμάνων μεταναστών στην επαρχιακή Νορβηγία, όπου το 2015 η Πρόνοια πήρε τα παιδιά τους κατηγορώντας τους για κακοποίηση. Δεν θέλατε όμως να κάνετε αναπαράσταση των γεγονότων. Θέλατε να πάρετε αυτό το περιστατικό ως αφορμή για να πείτε κάτι άλλο; Να θίξετε κάτι που θεωρείτε σημαντικό στις μέρες μας;
Κρίστιαν Μουντζίου: Είναι αλήθεια ότι δεν με ενδιέφερε να αναλωθώ και να σχολιάσω ένα μόνο περιστατικό. Με προβληματίζει πόσο εκτενές είναι το φαινόμενο – ειδικά στις μέρες μας. Πόσο διχαστικός ο δημόσιος λόγος. Παρατηρώ, όπως όλοι μας, πόσο επιθετικοί, απόλυτοι, άκαμπτοι είμαστε στις απόψεις μας και πόσο εύκολα οι διαφορετικές κουλτούρες γίνονται στόχος κοινωνικής αμφισβήτησης, ή ακόμα και βίας. Κι αναρωτιέμαι γιατί αυτό συμβαίνει, ποια είναι η ρίζα του φαινομένου και τι είδους ιστορία θα μπορούσα να πω κινηματογραφικά για να ανοίξω τον διάλογο – καθώς με απασχολεί αν θα μπορέσουμε να λύσουμε αυτό το ζήτημα. Γιατί ένα είναι σίγουρο: δεν είναι υγιές να ζούμε σε τόσο διχασμένες κοινωνίες. Αν δεν μπορέσουμε να δούμε όσα μάς ενώνουν, αλλά εμμένουμε σε όσα μας χωρίζουν, η βία κι ο ρατσισμός θα επικρατήσουν.
Αυτό το περιστατικό λοιπόν μού φάνηκε η τέλεια αφορμή, καθώς χτυπάει ένα νεύρο: μιλάει για τα παιδιά. Κι όλα σταματούν όταν κανείς αγγίξει τα παιδιά μας.
Σεμπάστιαν Σταν: Οταν ο αντίκτυπος όλου αυτού του ρατσισμού είναι τα παιδιά, οι κουβέντες θα έπρεπε να σταματάνε. Όταν ένα παιδί εισπράττει bullying, τρόμο, το χωρίζουν από τους γονείς του, τα αδέλφια του, πώς θα μεγαλώσει; Μισώντας. Είναι μονόδρομος. Ο, τι κι αν ψηφίζει κανείς, ό,τι κι αν πιστεύει, όταν τα πράγματα φτάνουν στα παιδιά θα έπρεπε να είμαστε όλοι στην ίδια πλευρά. Ακούγεται αφελές και ρομαντικό, γιατί ζούμε σε μια εποχή ολοένα και μεγαλύτερης πόλωσης. Αλλά για αυτό ένιωσα ότι αυτή η ταινία είναι απαραίτητη, αναγκαία. Να μας βάλει να αναλογιστούμε μερικά πράγματα: μπορούμε να υπερασπιζόμαστε τις αξίες μας με ανοχή, με ευελιξία απέναντι στις αξίες του άλλου; Μπορούμε να ξεκινάμε μία αντιπαράθεση, ανοιχτοί στο ενδεχόμενο να κάνουμε λάθος; Ή όλοι ουρλιάζουμε και κανένας δεν ακούγεται;
Ρενάτε Ρέινσβε: Οταν πρωτοσυνάντησα τον Κρίστιαν και μού μίλησε για αυτή την ιστορία, μού είπε κάτι πολύ ενδιαφέρον: o σύγχρονος άνθρωπος δεν δίνει πια το περιθώριο της αμφιβολίας. Ολοι ξέρουμε τα πάντα, όλοι είμαστε ετοιμοπόλεμοι να καταδικάσουμε τα πάντα. Κανείς δεν περιμένει λίγο, δεν εξετάζει, δεν ακούει, δεν αμφιβάλει. Αυτό έχει οδηγήσει σε ακραία φαινόμενα, παρερμηνείες και φασιστικές συμπεριφορές – σε όλο τον δυτικό κόσμο.

Είναι αλήθεια, οι προκαταλήψεις κι οι ακρότητες που θίγει η ταινία είναι δυστυχώς αναγνωρίσιμες. Τα ίδια συμβαίνουν παντού – από την Ελλάδα και την Ευρώπη, μέχρι την Αμερική του Τραμπ.
Κρίστιαν Μουντζίου: Χαίρομαι που το λέτε. Πάντα βρίσκονται κάποιοι που θα με κατηγορήσουν ότι κάνω ταινίες μόνο για τη Ρουμανία – όχι. Θεωρώ ότι ορισμένα θέματα είναι δυστυχώς παγκόσμια, απλώς παίρνω αφορμή από κάτι που ξέρω καλύτερα. Και σε αυτή την υπόθεση βρήκα κάτι το ενδιαφέρον: σε δεξιά καθεστώτα, περιμένεις αυτές τις σκληροπυρηνικές συμπεριφορές απέναντι στους μετανάστες. Σε χώρες όμως που έχουν ανεπτυγμένο το σοσιαλιστικό δίκαιο, που υποτίθεται ότι σέβονται δικαιώματα και ελευθερίες, τι γίνεται; Μήπως, κι εκεί, οι δημοκρατικές αξίες ανήκουν μόνο στους ντόπιους; Μήπως ο μετανάστης αντιμετωπίζεται με άλλα μέτρα και σταθμά;
Ρενάτε Ρέινσβε: Κανένα κράτος, καμία κοινωνία δεν έχει στην πραγματικότητα κατανικήσει τον φόβο του «άλλου». Κι όλοι έχουμε προκαταλήψεις απέναντι στον ξένο. Η μεταναστευτική κρίση των τελευταίων χρόνων το έχει αποδείξει αυτό περίτρανα.
Σεμπάστιαν Σταν: Ακριβώς. Ο δυτικός κόσμος δεν μπορεί ή δε θέλει να αποδεχθεί τους μετανάστες και να δείξει σεβασμό προς το διαφορετικό. Η τάση είναι ή «να γυρίσουν στη χώρα τους» ή, ακόμα κι αν μισοανοίξουμε τις πόρτες μας, απαιτούμε «να αφομοιωθούν», «να μιλάνε τη γλώσσα μας», «να ασπαστούν τη θρησκεία μας», «να φοράνε τα ρούχα μας», «να μαγειρεύουν τα φαγητά μας»…. «αλλιώς να γυρίσουν στη χώρα τους». Κι έχει ενδιαφέρον πώς κοιτά η ταινία αυτό το φαινόμενο. Ο Κρίστιαν, επειδή πριν ασχοληθεί με το σινεμά ήταν ερευνητικός δημοσιογράφος, έχει το βλέμμα να καταγράφει σφαιρικά τι συμβαίνει στον κόσμο. Κι εδώ έπιασε φλέβα. Ελπίζω πραγματικά οι θεατές να δουν αυτή την ταινία και να αναγνωρίσουν την προφανή αναλογία με όσα συμβαίνουν σήμερα στις ΗΠΑ, όπου οικογένειες διαλύονται. Είναι τραγικό αυτό που συμβαίνει με το ICE, είναι απίστευτο τι βλέπουν τα μάτια μικρών παιδιών, τι τραγωδίες βιώνουν.

Γιατί επιλέξατε τους Σεμπάστιαν Σταν και Ρενάτε Ρέινσβε για τους πρωταγωνιστικούς ρόλους;
Κρίστιαν Μουντζίου: Στην περίπτωση του Σεμπάστιαν δεν είχα και πολλές επιλογές (γελάει). Είναι ο μοναδικός ηθοποιός που δεν έχει μόνο το ταλέντο, αλλά ταυτόχρονα μπορεί να μιλήσει και τη γλώσσα, καθώς είχε γεννηθεί στη Ρουμανία. Είχαμε συναντηθεί δέκα χρόνια πριν στην πρεμιέρα της «Αποφοίτησης» στη Νέα Υόρκη και είχαμε συζητήσει την πιθανότητα να συνεργαστούμε. Μάλιστα φτάσαμε πολύ κοντά και στην προηγούμενη ταινία μου, αλλά δεν έκατσε τελικά. Τώρα, του έστειλα μία σύνοψη δύο σελίδων και μου απάντησε ότι τον ενδιαφέρει πολύ. Υπήρχε όμως ένα θέμα: δεν ήθελα τον Σεμπάστιαν Σταν, τον σταρ των ταινιών της Marvel, το ωραίο παιδί, το Χολιγουντιανό icon. Θα ήταν πρόθυμος να μεταμορφωθεί σ’ έναν καθημερινό μεσήλικα άντρα; Με φαλάκρα, κοιλίτσα κι ανασφάλειες; Ή θα φοβόταν ένα τόσο μεγάλο τσαλάκωμα;
Σεμπάστιαν Σταν: (Γελάει) Οχι καθόλου, ούτε που το σκέφτηκα. Ισα ίσα, όταν μου ξυρίζαν το κεφάλι εγώ τους έλεγα «πάμε κι άλλο». Γιατί όταν κάτι υπηρετεί το ρόλο και την ιστορία που θέλουμε να πούμε, δεν το σκέφτομαι δεύτερη φορά – αυτό πρέπει να γίνει. Πρέπει να εξαφανιστώ εγώ και να προβληθεί ο ήρωας μου. Για την οδοντοστοιχία έδειξα στον Τζέισον (σ.σ. Τζέισον Κόλινς: ο make up artist, ειδικός στο προσθετικό μακιγιάζ, ο οποίος τον μεταμόρφωσε σε Τόμι Λι, για το «Pam & Tommy») φωτογραφίες από τα από τα παλιά μου δόντια, πριν βάλω ισιωτικούς νάρθηκες και τα φτιάξω, και εκείνος τα αναδημιούργησε. Με βοηθάει να μεταμορφώνομαι, γιατί βρίσκω τα πατήματα μου.

Κρίστιαν Μουντζίου: Οσο για την Ρενάτε, την είχα δει στις ταινίες του Τρίερ και τη θαύμαζα πάρα πολύ. Την έφερα στις ακροάσεις γιατί ήθελα να τη δοκιμάσω και στους δύο ρόλους – αρχικά νόμιζα ότι ίσως της ταιριάζει καλύτερα ο ρόλος της «Μία», τη γειτόνισσας στη φιλελεύθερη νορβηγική οικογένεια. Ομως μου ανατίναξε το μυαλό στον κόντρα ρόλο, αυτό της συντηρητικής, θεούσας μητέρας. Είναι τόσο αντίθετος με ό,τι είναι η Ρενάτε στη ζωή της. Και τον έπαιξε τόσο γενναιόδωρα, τόσο τολμηρά. Την ευχαριστώ για αυτό.
Ρενάτε Ρέινσβε: Nαι, θα ήταν η προφανής επιλογή να παίξω την «Μία». Αλλά διαβάζοντας το ρόλο της «Λίσμπετ» ταράχτηκα πολύ. Είχα μία σωματική αντίδραση στο τι περνούσε αυτή η γυναίκα. Με συγκίνησε η ταπεινότητα της, η καρτερικότητα της, η πίστη της στο Θεό. Οπότε είπα στον Κρίστιαν ότι αυτό το ρόλο θα ήθελα να παίξω. Κι είχα μεγάλη εμπιστοσύνη στα χέρια του. Είμαι εδώ και πολλά χρόνια φαν του σινεμά του – πώς θίγει πάντα πολύ δύσκολα θέματα, αλλά με τρόπο που δεν εκβιάζει το συναίσθημα και δεν χειραγωγεί τη σκέψη του θεατή. Θεωρώ το «Πίσω Από Τους Λόφους» ένα αριστούργημα.
Σεμπάστιαν Σταν: Δεν είναι φοβερό πόσο μακριά από χειραγωγικά κόλπα μένει ο Κρίστιαν; Σκεφτόμουν στα γυρίσματα ότι δεν είχαμε κοντινά. Οι περισσότερες σκηνές μας, ειδικά οι πιο κρίσιμες, ήταν σε μεσαίο κάδρο. Δεν ήθελε να ανεβάσει τη θερμοκρασία με κοντινά στα πρόσωπα – εμπιστευόταν πόσο δυνατή είναι η ιστορία του.

Είναι η πέμπτη φορά που μια ταινία σας βρίσκεται στο διαγωνιστικό των Καννών. Μετά το Χρυσό Φοίνικα και με τόσα χρόνια παρουσίας εδώ, έχει αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο βιώνετε το φεστιβάλ; Οι προσδοκίες κάνουν την επιστροφή πιο αγχωτική;
Κρίστιαν Μουντζίου: Αν εννοείτε αν περιμένω βραβείο, όχι. Τα βραβεία είναι υπέροχα, αλλά δεν κάνω ταινίες για να βραβευτώ. Ούτε αποτελούν απόδειξη αν μία ταινία είναι καλή – έχουν φύγει αριστουργήματα από φεστιβάλ χωρίς να έχουν κερδίσει κάτι. Αυτό που θεωρώ πολύ σημαντικό όμως -και για αυτό το ότι με επιλέγουν οι Κάννες να παρουσιάσω τις ταινίες μου είναι μία μεγάλη επιβράβευση- είναι η διευκόλυνση στη διανομή. Το «Fjord» αγοράστηκε και θα παιχθεί σε πάρα πολλές χώρες στον κόσμο, θα το δουν πολύ διαφορετικοί λαοί και πολιτισμοί. Οι Κάννες έχουν αυτή τη δυνατότητα – είναι το μεγαλύτερο φεστιβάλ, το μεγαλύτερο μεγάφωνο για τη δουλειά σου.
Σημείωση Ά.-Ρ.: Τελικά το Φιόρδ βραβεύτηκε και ο Μουντζίου τοποθετήθηκε σε ένα πολύ μικρό κλαμπ σκηνοθετών με δύο κατακτήσεις Χρυσού Φοίνικα (μεταξύ άλλων οι Κόπολα, Κουστουρίτσα, Χάνεκε, Κεν Λόουτς κ.ά.). Μετά την βράβευσή του όμως στον ευχαριστήριο λόγο του, ο σκηνοθέτης σημείωσε ότι «κάθε βραβείο είναι συνάρτηση της συγκυρίας». Η συγκυρία λοιπόν, άλλαξε.
