Αρχική » «Τὰς αὐτόχθονας κλεινὰς Ἀθήνας» ή Για τον Ίωνα του Ευριπίδη

«Τὰς αὐτόχθονας κλεινὰς Ἀθήνας» ή Για τον Ίωνα του Ευριπίδη

από Τάσος Χατζηαναστασίου

Η αυτοδικαίωση της Αθήνας ως ηγεμονικής δύναμης.

Με αφορμή την παράσταση του έργου «Ίων» του Ευριπίδη από τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου στην Επίδαυρο (28-29 Αυγούστου 2026), απόπειρα ερμηνείας.

του Τάσου Χατζηαναστασίου από την ιστοσελίδα Περί Ου

Η ερμηνεία αρχαίου δράματος δεν αποτελεί εύκολη υπόθεση. Πόσο μάλλον όταν αυτό αφορά ένα έργο όπως ο «Ίων» που δεν ανεβαίνει συχνά στη σκηνή και αναφέρεται σε πολλούς μύθους με τους οποίους δεν είμαστε ιδιαίτερα εξοικειωμένοι καθιστούν ωστόσο το έργο εξαιρετικά γοητευτικό και ενδεικτικό των αντιλήψεων και των προβληματισμών της εποχής.

Αυτό που μοιάζει ξεκάθαρο είναι η πρόθεση του Ευριπίδη να τονώσει το ηθικό και την περηφάνια των Αθηναίων για την πόλη τους μ’ έναν ισχυρό καταγωγικό μύθο με τρόπο που όχι μόνο να τονίζει εμφατικά την πεποίθηση της αυτοχθονίας τους αλλά και την προέλευση μεγάλου μέρους των Ελλήνων από αυτούς! Σε μία περίοδο μετά τον δεκαετή Αρχιδάμειο Πόλεμο (431-421π.Χ.) και πιθανότατα μετά την καταστροφή των Αθηναίων στη Σικελία είναι εμφανής η προσπάθεια να υποστηριχτεί η Αθηναϊκή Ηγεμονία και να δικαιολογηθεί η άρνηση της Αθήνας να υποχωρήσει στις απαιτήσεις των Πελοποννησίων και των συμμάχων τους, ιδιαίτερα δε των πρώην δικών της συμμάχων που έχουν ήδη αποστατήσει ή επιθυμούν να το κάνουν. Η πόλη χαρακτηρίζεται «φόβου πλέᾳ», γεμάτη φόβο (στ. 600) μια έκφραση που φαίνεται ν’ αφορά την ψυχολογία των Αθηναίων εκείνη την περίοδο, αλλιώς η χρήση της μοιάζει …αψυχολόγητη. Η θεϊκή και ταυτόχρονα γνήσια αθηναϊκή καταγωγή του Ίωνα, η διάσωση και η επιστροφή του στην πόλη του ως νόμιμου διαδόχου και η προφητεία της κυριαρχίας των απογόνων του ίδιου και της Κρέουσας σε μεγάλο μέρος της Ελλάδας δεν αφήνουν περιθώρια παρερμηνείας: η Αθήνα «δικαιούται, ελέω θεού» να ηγεμονεύει.

Ο λόγος της θεάς Αθηνάς είναι σαφής: οι απόγονοι του Ίωνα «Κυκλάδας ἐποικήσουσιν ησαίας πόλεις», «ἀντίπορθμα δ’ ἠπείροιν δυοῖν   πεδία κατοικήσουσιν, Ἀσιάδος τε γῆς Εὐρωπίας τε·» (θα εξαπλωθούν δηλαδή στις Κυκλάδες και σε ολόκληρο το Αιγαίο, όπως πράγματι έκαναν οι Ίωνες). Ενώ από τα παιδιά της μητέρας του Ίωνα, Κρέουσας, που κατάγεται από τον βασιλιά των Αθηναίων Ερεχθέα (το όνομα παραπέμπει ετυμολογικά στην αυτοχθονία των Αθηναίων ενώ όλοι γνωρίζουμε το Ερέχθειο στην Ακρόπολη της Αθήνας), γιο του Αιόλου κι εγγονού του Δία σύμφωνα με τον Ευριπίδη, «Δῶρος μέν, ἔνθεν Δωρὶς ὑμνηθήσεται   πόλις κατ’ αἶαν Πελοπίαν·» (από τον Δώρο, θα υμνηθεί η Δωρίδα, η χώρα δηλαδή των Δωριέων στην Πελοπόννησο ενώ ο «Ἀχαιός, ὃς γῆς παραλίας Ῥίου (της Πάτρας όχι της Βραζιλίας!) πέλας τύραννος ἔσται» κι από αυτόν θα πάρει το όνομά του ο λαός της ευρύτερης περιοχής (Αχαιοί). Μ’ αυτόν τον τρόπο, Ίωνες, Δωριείς και Αχαιοί ανάγονται στον Ίωνα, και κατ’ επέκταση συνδέονται με τους αυτόχθονες στην Αττική Αθηναίους!

Παρότι αναμενόμενο, λόγω της τάσης να προβάλλονται ανιστόρητα σύγχρονες αντιλήψεις και εμμονές στην αρχαιότητα και ειδικά στο αρχαίο δράμα, η ριζική απόρριψη των θεών και της πατριαρχίας δε φαίνεται να περιλαμβάνεται στις προθέσεις του ποιητή. Η  ισχυρή αμφισβήτηση της ηθικής ακεραιότητας των θεών είναι μεν υπαρκτή, αφού ο Απόλλωνας καταγγέλλεται ανοιχτά για τον βιασμό της Κρέουσας από τον οποίον γεννήθηκε ο Ίων, είναι, ωστόσο, φανερό ότι δεν επιθυμεί να την οδηγήσει στα άκρα όπως δείχνουν να ερμηνεύουν το έργο κυρίως άνθρωποι του σύγχρονου θεάτρου στηριζόμενοι σε ορισμένα σημεία αλλά αγνοώντας το σύνολο και ειδικά τα τελευταία λόγια του χορού που στην πρόσφατη παράσταση έχουν, όπως θα δούμε, βολικά παραλειφθεί.

Στον «Ίωνα» είναι διάχυτη η απόλυτη κατάφαση της μητρότητας και μάλιστα της απόκτησης άρρενων τέκνων σε αντίθεση με την ατεκνία που αντιμετωπίζεται ως δυστυχία (α΄ στάσιμο του χορού), κάτι απόλυτα συμβατό με τις αντιλήψεις της εποχής. Σε άλλα σημεία, μάλιστα, αναπαράγεται το αρνητικό στερεότυπο της γυναικείας δολιότητας (στ. 616-617 και 843): «δεῖ σε δὴ γυναικεῖόν τι δρᾶν», δηλαδή κάτι γυναικείο πρέπει να κάνεις, (εννοείται κατά αυτών που σ’ εκείνο το σημείο του έργου θεωρείς εχθρούς σου). Η ίδια η Κρέουσα ακόμη και μέσα στο αποκορύφωμα της οργής της για την αντιμετώπισή της από τον Απόλλωνα δε συναινεί στην … πυρπόληση του ιερού του όπως εισηγείται ο Πρεσβύτης, ο ηλικιωμένος υπηρέτης της (στ. 975-976) από φόβο προς τους θεούς, καθώς αυτοί διατηρούν τη θέση τους στη συνείδηση των ανθρώπων. Μάλιστα, ήδη από νωρίς η Κρέουσα μας ενημερώνει ότι θα δεχθεί το θέλημα του θεού εφόσον με κάποιον τρόπο «αποκαταστήσει» την αδικία που της προκάλεσε (στ. 428). Στο τέλος μάλιστα αφού έχει αποκαλυφθεί στην πληρότητά του το θεϊκό σχέδιο και έχει συντελεστεί η αναγνώριση μητέρας και γιου, υμνεί τον Απόλλωνα που πριν «δεν επαινούσε»: «αἰνῶ Φοῖβον οὐ καἰνοῦσα πρίν» γιατί της ξαναδίνει το παιδί της. Η επανασύνδεση μάνας και παιδιού αποτελεί τη δίκαιη και ευτυχή κατάληξη μιας τραγωδίας με ευχάριστο τέλος.

Ο δόλος των θεών που εμπλέκουν τους θνητούς στα δικά τους παιχνίδια ενώ αυτοί απλώς προσπαθούν να ξεδιαλύνουν τις προθέσεις τους και την αλήθεια μέσα απ’ ό,τι φαίνεται αρχικά ως πραγματικότητα και τελικά αποδεικνύεται «δόλος κι απάτη» είναι ένα θέμα που συναντάμε και στην «Ελένη» και στην «Ιφιγένεια εν Ταύροις» του Ευριπίδη. Κι εκεί υπάρχουν τα στοιχεία της αναγνώρισης ενός θεωρούμενου ως χαμένου ή ως ευρισκόμενου αλλού αγαπημένου προσώπου που η θεϊκή παρέμβαση ξαπόστειλε τήδε κακείσε. Στον Ίωνα μάλιστα αξιοποιείται το παγκόσμιο μυθολογικό αρχέτυπο της διάσωσης ενός έκθετου χαρισματικού βρέφους (Οιδίποδας, Μωυσής, Ρωμύλος και Ρέμος μεταξύ αυτών). Σχετικό με τον «δόλο» των θεών στον «΄Ιωνα» είναι το διάχυτο στοιχείο της τραγικής ειρωνείας. Εξαιτίας δε της επαναλαμβανόμενης χρήσης του στοιχείου αυτού, όπου ο θεατής γνωρίζει ποιος και κυρίως ποιου είναι τελικά ο Ίων, ενώ οι ήρωες αγνοούν σχεδόν τα πάντα,κάποια σημεία μπορεί να θεωρηθούν κωμικά, όπως η στιχομυθία Ίωνα και Ξούθου που το μαντείο τον θέλει να θεωρεί τον νεαρό υπηρέτη των Δελφών παιδί του και μάλιστα θα παραμείνει ευτυχής στην άγνοιά του και μετά τη «λύση»! Αυτό δε σημαίνει ότι το έργο μπορεί να θεωρεί κωμωδία όπως μάλλον άστοχα αντιμετωπίστηκε έτσι σκηνοθετικά με υπερτονισμό ή και εφεύρεση κωμικών στιγμών που μοιάζουν συχνά ως ανόητα και οπωσδήποτε άκαιρα αστεία.

Όπως κάθε σπουδαίο έργο, στον «Ίωνα» αναδεικνύονται και πολλά ακόμη στοιχεία, αξίες και αντιλήψεις που απασχολούσαν τους ανθρώπους της εποχής, πέρα από την αμφισβήτηση της ηθικής ακεραιότητας των θεών, που κι αυτό εξάλλου αποτελεί δείγμα της ελευθεριότητας και του ορθολογικού στοιχείου που διακρίνει τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό και ιδιαίτερα τον φιλοσοφικό στοχασμό με σημαντικότερο κέντρο την Αθήνα. Τίθεται για παράδειγμα το διαχρονικό ζήτημα της αυτοδικίας, που στο έργο φαίνεται να απορρίπτεται σε τουλάχιστον δύο περιπτώσεις: όταν ο θεός αποτρέπει την απόπειρα δολοφονίας του Ίωνα από τη μητέρα του που εκείνη τη στιγμή τον αντιμετωπίζει ως νόθο γιο του συζύγου της, κυρίως όμως όταν η Πυθία παρεμβαίνει κι αποτρέπει τον Ίωνα αυτήν τη φορά από το να εκδικηθεί τη μητέρα του, πριν την αναγνώρισή τους, επειδή πήγε να τον δηλητηριάσει.Ιδιαίτερα η στιχομυθία Πυθίας – Ίωνα θυμίζει έντονα φιλοσοφικό διαλόγο της Κλασικής Εποχής.

Άμεσα σχετιζόμενο με το θέμα της αυτοδικίας και πολύ συγκινητικό ταυτόχρονα είναι η ανάδειξη της καλοσύνης και της καθαρότητας της ψυχής. Ειδικά, ο Ίων που είναι πολύ νεαρός, αλλά και η Κρέουσα και ο Ξούθος δεν έχουν υποπέσει σε κανένα από τα συνήθη αμαρτήματα των τραγικών ηρώων, την ύβριν που θα επιφέρει την τιμωρία των θεών, την τίσιν. Η καλοσύνη και ευγένειά τους αναγνωρίζονται εξαρχής. Ειδικά ο Ίων παρουσιάζεται ως ένας γλυκύτατος κι ευαίσθητος νεαρός που σέβεται κάθε ζωντανό πλάσμα, μαζί και τα ζώα (στ. 179). Ακόμη κι όταν η Κρέουσα και ο Ίων παρασύρονται από αυτό που αντιλαμβάνονται ως πραγματικότητα, θεωρώντας εσφαλμένα πως έχουν αδικηθεί, και σχεδιάζουν την εξόντωση ο ένας του άλλου, η θεϊκή παρέμβαση τους αποτρέπει από μια ανίερη πράξη στην οποία όμως τους έχει οδηγήσει η εξαπάτησή τους από τους θεούς! Η καλοσύνη μάλιστα τίθεται ψηλότερα στην κλίμακα αξιών από τη σοφία (στ. 834-835), κάτι γνωστό από τη μεταγενέστερη του «Ίωνα» πλατωνική φιλοσοφία,όπως και η μετρημένη ήρεμη ζωή από τον πλούτο, τις τιμές και τα αξιώματα (στ. 625-637). Η άποψη ότι «ὅσοι δέ, χρηστοὶ δυνάμενοί τ’ εἶναι σοφοί, σιγῶσι κοὐ σπεύδουσιν ἐς τὰ πράγματα», δηλαδή οι ικανοί και σοφοί ησυχάζουν και δεν σπεύδουν να καταλάβουν δημόσια αξιώματα, θυμίζει επίσης την πλατωνική θέση ότι οι φιλόσοφοι δεν επιδιώκουν τιμές και αξιώματα. (Γι’ αυτό και ο Πλάτων θεωρεί ότι πρέπει να υποχρεωθούν να το κάνουν για το καλό της πόλης!). Για να μην υπάρχει καμία απολύτως αμφιβολία ως προς τη θέση που κατέχει στο έργο η καλοσύνη, παρατίθενται τα λόγια του χορού με τα οποία τελειώνει το δράμα και που στην αρχαία τραγωδία συνήθως περιέχουν ένα σαφές ηθικό δίδαγμα: «ἐς τέλος γὰρ οἱ μὲν ἐσθλοὶ τυγχάνουσιν ἀξίων,οἱ κακοὶ δ’, ὥσπερ πεφύκασ’, οὔποτ’ εὖπράξειαν ἄν», δηλαδή στο τέλος οι μεν καλοί θα αποκτήσουν όσα τους αξίζουν ενώ οι κακοί δεν θα ευτυχήσουν ποτέ· κι αυτό συνδέεται με την ευσέβεια προς τους θεούς. Παραδόξως αυτά τα λόγια έχουν απαλειφθεί από την παράσταση του «Ίωνα» από τον ΘΟΚ· ίσως γιατί δεν εξυπηρετούν την ερμηνεία του ως έργου απόρριψης των θεών (που δεν ισχύει) στο πλαίσιο,όπως τουλάχιστον αφήνεται να φανεί, του κινήματος «metoo» με την αυθαίρετη προσθήκη ενός καταλόγου κακοποιημένων γυναικών της μυθολογίας, κάτι εντελώς ξένο στην εποχή και στον Ευριπίδη.

Όλα τα παραπάνω επιμέρους θέματα συμπληρώνουν και ενισχύουν με πανανθρώπινες αξίες την κεντρική ιδέα του «Ίωνα» που είναι η ανάδειξη του μεγαλείου της Αθήνας που εμφανίζεται έτσι ως η ιδανική εκπρόσωπος των αξιών αυτών. Η πόλη συνοδεύεται σχεδόν πάντοτε από το επίθετο «κλεινή» (ένδοξη, δοξασμένη) ενώ ο Ίωνας εύχεται να είναι η άγνωστη έως εκείνη τη στιγμή μητέρα του Αθηναία και όχι μία ξένη (στ. 671)! Το έργο αναδεικνύει το θεϊκό σχέδιο με βάση το οποίο η Κρέουσα ως άμεση απόγονος του Ερεχθέα που όπως αναφέραμε ήδη σχετίζεται με την αυτοχθονία των Αθηναίων, αποκτά έναν γιο με τον θεό Απόλλωνα. Αντίθετα με την πρόθεση της Κρέουσας, που απελπισμένη εγκαταλείπει με πόνο ψυχής το νεογέννητο παιδί να πεθάνει προκειμένου να κρατήσει κρυφό τον βιασμό της, το βρέφος μεταφέρεται με θεϊκή παρέμβαση στο μαντείο του Απόλλωνα στους Δελφούς, στον «ομφαλό της Γης» όπου ανατρέφεται υπό την προστασία της Πυθίας αποκτώντας πνευματική καλλιέργεια, αρετή και ήθος, αρετές που ο ποιητής σαφώς αποδίδει στους Αθηναίους. Το σχέδιο ολοκληρώνεται με τη «βάφτιση» από τους θεούς του εφήβου πια παιδιού με το όνομα Ίων και την ανάθεσή του στην Κρέουσα και τον σύζυγό της Ξούθο, εγγονό του Δία παρακαλώ, με τη ρητή πρόβλεψη να βασιλέψει και να συμβάλει στην αύξηση του μεγαλείου της πόλης στις δύο άκρες του Αιγαίου ως γνήσιος Αθηναίος με θεϊκή καταγωγή!

Αν υπάρχει κάποια ένσταση στην όλη οικονομία του έργου, αυτή εντοπίζεται στην αντιμετώπιση του θύματος του βιασμού που δε βρίσκει δικαίωση παρά μόνο ως προς το στοιχείο της μητρότητας ενώ ο θεός–βιαστής παραμένει ατιμώρητος και στο τέλος επαινείται. Κατ’ αναλογίαν προς την επίσης άτυχη Ιφιγένεια που την εξαπατούν και τη θυσιάζουν για το καλό της Ελλάδας (Ιφιγένεια εν Αυλίδι) αλλά και την Ελένη στο ομώνυμο έργο που δυσφημείται γιατί εξαιτίας της ξέσπασε ένας καταστροφικός πόλεμος, η Κρέουσα κακοποιείται προκειμένου να υπηρετήσει την … Αθηναϊκή Ηγεμονία. Άλλοι καιροί όμως, και άλλα ήθη, είτε μας αρέσει είτε όχι.

Τάσος Χατζηαναστασίου, Φιλόλογος

Για να στηρίξετε το Άρδην μπορείτε να κάνετε μια προσφορά ΕΔΩ.

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ