Με αφορμή την γιορτή της Παναγίας, η Αικατερίνη Πολυμέρου-Καμηλάκη, Ομότιμη Ερευνήτρια, πρώην Διευθύντρια του Κέντρου Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών μας αναλύει την κρυφή τους σύνδεση με τη θεά Αθηνά των αρχαίων Ελλήνων.
Από την ιστοσελίδα olivenews.gr
Η μετάβαση του αρχαίου κόσμου στον χριστιανισμό δεν υπήρξε μια ξαφνική, ισοπεδωτική ρήξη, αλλά μια μακρά, βαθιά και επώδυνη συχνά διαδικασία πολιτισμικού συγκερασμού. Στην καρδιά αυτού του θρησκευτικού μετασχηματισμού βρίσκεται η μεταμόρφωση των αρχετύπων. Οι Πατέρες της Εκκλησίας έκαναν αγώνα για την καταπολέμηση των παγανιστικών αντιλήψεων. Όμως οι ανθρώπινες κοινωνίες, αντιμετωπίζοντας διαχρονικά τις ίδιες υπαρξιακές ανάγκες— προστασία από την ασθένεια, καλή σοδειά, ελπίδα, παραμυθία—αναζητούσαν, ανεξαρτήτως οργανωμένων θρησκευτικών συστημάτων, στηρίγματα σε δυνάμεις φυσικές και υπερφυσικές. Η εναλλαγή των θρησκειών δεν επηρέαζε τις αντιλήψεις τους για την ύπαρξη των δυνάμεων αυτών, με αποτέλεσμα να μεταφέρουν συχνά τα ιερά τους σύμβολα σε νέα πρόσωπα. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της πνευματικής συνέχειας στον ελλαδικό χώρο είναι για παράδειγμα η μετάβαση από τη λατρεία της Παρθένου Αθηνάς και της Δήμητρας σε εκείνη της Υπεραγίας Θεοτόκου Μαρίας, αλλά και του Πυθίου Απόλλωνα στον Δρακοντοκτόνο Άγιο Γεώργιο.
Για τον άνθρωπο της ύστερης αρχαιότητας, o χώρος για τους ανθρώπους κάθε εποχής διαθέτει εγγενή ιερότητα. Ένα σημείο που είχε καθαγιαστεί από τη λατρεία των προγόνων δεν μποροί εύκολα να απογυμνωθεί από το θρησκευτικό του δέος. Όταν ο χριστιανισμός εδραιώθηκε ως η επίσημη θρησκεία της Αυτοκρατορίας, η στρατηγική της Εκκλησίας — και ιδιαίτερα μετά τα διατάγματα του Ιουστινιανού τον 6ο αιώνα μ. Χ. — δεν ήταν η ισοπέδωση, αλλά η μετατροπή και ο εξαγιασμός των αρχαίων ιερών. Το πιο εμβληματικό παράδειγμα αυτής της πρακτικής είναι ο ίδιος ο Παρθενώνας. Ο ναός, που χτίστηκε για να στεγάσει το χρυσελεφάντινο άγαλμα της Αθηνάς Παρθένου, μετατράπηκε σε χριστιανική βασιλική αφιερωμένη στην Παναγία την Αθηνιώτισσα. Όπως επισημαίνει η αρχαιολόγος Αφέντρα Μουτζάλη, στο μεταίχμιο αυτής της θρησκευτικής μετάβασης, ο συνδυασμός των ειδωλολατρικών στοιχείων με τη νέα θρησκεία λειτούργησε ως καταλύτης για την ομαλή εδραίωσή του, καθώς τα λατρευτικά πρότυπα αιώνων ήταν αδύνατον να διαγραφούν απότομα από τη λαϊκή συνείδηση. Ομοίως, ο αρχαιολόγος Μιχάλης Τιβέριος τονίζει ότι ο Αθηναίος πολίτης συνέχιζε να ανηφορίζει στον ίδιο ακριβώς ιερό βράχο της Ακρόπολης για να προσκυνήσει μια άλλη, νέα Παρθένο, κάνοντας τη μετάβαση ψυχολογικά οικεία και διασφαλίζοντας τη συνέχεια της θρησκευτικής γεωγραφίας. Αυτή η οικειοποίηση αποτυπώνεται ανάγλυφα και στην ίδια την ύλη του μνημείου. Μια μοναδική αρχαιολογική μαρτυρία αποτελούν τα χριστιανικά χαράγματα στους κίονες του Παρθενώνα. Περισσότερες από 200 επιγραφές — προσευχές, επικλήσεις και μνημόσυνα — χαράχτηκαν απευθείας πάνω στο πεντελικό μάρμαρο από τους ίδιους τους πιστούς μεταξύ 7ου και 12ου αιώνα. Ο ναός μετατράπηκε σε ένα ζωντανό «βιβλίο» πίστης, όπου οι Αθηναίοι ζητούσαν από την Παναγία προστασία από τις επιδρομές, ακριβώς όπως οι πρόγονοί τους εμπιστεύονταν την Αθηνά Πρόμαχο. Η ομοιότητα μεταξύ των δύο μορφών εισχωρεί στη θεολογική εικονογραφία, καθώς ο ρόλος της Αθηνάς Πολιάδος, σοφής προστάτιδας, πολιούχου και θεματοφύλακα της πόλης των Αθηνών αφομοιώθηκε και διευρύνθηκε, με αποτέλεσμα η Παναγία να μετατραπεί στην «Υπέρμαχο Στρατηγό» του Βυζαντίου. Ο περίφημος Ακάθιστος Ύμνος χρησιμοποιεί καθαρά στρατιωτική και προστατευτική ορολογία που θα ταίριαζε απόλυτα στην αρχαία Αθηνά Πρόμαχο. Όπως η Αθηνά προστάτευε τα τείχη της πόλης της, έτσι και η Θεοτόκος έγινε το απόλυτο καταφύγιο των πιστών σε περιόδους πολιορκιών και εθνικών δοκιμασιών. Παράλληλα, η Αθηνά ήταν η θεά της σοφίας, και στη χριστιανική γραμματεία η Παναγία γίνεται το «δοχείο» της Θείας Σοφίας, η Μητέρα του Λόγου, όπου η πνευματική καθαρότητα και η νόηση που αντιπροσώπευε η αρχαία θεά μεταμορφώνονται σε χριστιανική ταπεινότητα και ηθική τελειότητα. Αυτή η ανάγκη του λαού να περιγράψει το θείο μεγαλείο οδήγησε στην υιοθέτηση των ίδιων προσωνυμιών, με την Αγνότητα να μεταφέρεται από την Παρθένο στην Αειπάρθενο, την προστασία στο νερό από τη Λημνία στη Ζωοδόχο ή Θαλασσινή, την πολεμική ισχύ από την Πρόμαχο στην Υπέρμαχο, και την τοπική ταυτότητα από την Πολιάδα στην Αθηνιώτισσα ή Καστριώτισσα ή Καταπολιανή κ.ά.. Ο Μιχάλης Τιβέριος επισημαίνει ότι η Θεοτόκος κληρονόμησε χαρακτηριστικά και από άλλες ισχυρές γυναικείες θεότητες της ύστερης αρχαιότητας, όπως η εξελληνισμένη αιγυπτιακή Ίσιδα, η οποία λατρευόταν ως «μυριώνυμος» και «βασίλισσα του ουρανού» – τίτλοι που αποδόθηκαν αυτούσιοι στη Μητέρα του Χριστού.
Ο Edward Burnett Tylor, στο μνημειώδες έργο του «Primitive Culture», εισήγαγε την έννοια των «επιβιωμάτων» (survivals), την οποία υιοθέτησε και ο Ν. Γ. Πολίτης, σύμφωνα με την οποία παλαιότερες θρησκευτικές συνήθειες, δοξασίες και λατρευτικά σχήματα επιβιώνουν μέσα σε μια νέα, πιο εξελιγμένη θρησκευτική τάση. Η λατρεία της Παναγίας ενσωμάτωσε αυτά ακριβώς τα επιβιώματα της αρχαίας πίστης, επιτρέποντας στον απλό άνθρωπο να διατηρήσει τους κώδικες επικοινωνίας του με το θείο. Ο Sir James George Frazer μέσα από τον μνημειώδη «Χρυσό Κλώνο» ανέλυσε πώς η χριστιανική αγιολογία και η λατρεία της Θεοτόκου λειτούργησαν ως υποδοχείς των αρχαίων αρχετύπων. Ο Frazer υποστήριξε ότι οι μεγάλες γυναικείες θεότητες της αρχαιότητας, όπως η Αθηνά, η Άρτεμις και η Δήμητρα, που προστάτευαν τη ζωή, τη σοφία και τη βλάστηση, μετέγγισαν τη λατρευτική τους ουσία στη Μητέρα του Χριστού, καθώς η ψυχολογική ανάγκη του ανθρώπου για μια μητρική, προστατευτική θεότητα παρέμενε αμετάβλητη. Αυτή η ανάγκη φωτίζεται βαθύτερα από την ψυχολογική προσέγγιση του Eric Robertson Dodds. Στο κλασικό του έργο «Εθνικοί και Χριστιανοί σε μια Εποχή Αγωνίας», ο Dodds απέδειξε ότι η μετάβαση από τον παγανισμό στον χριστιανισμό δεν έγινε μέσω δογματικών αναλύσεων, αλλά μέσα από ένα κοινό ψυχολογικό και πνευματικό έδαφος. Σε μια εποχή υπαρξιακής κρίσης και ανασφάλειας, ο λαός αναζήτησε οικεία καταφύγια, και η Θεοτόκος προσέφερε την ίδια αίσθηση προστασίας που παρείχε η Αθηνά Πολιάς, αλλά με μια κρίσιμη διαφορά: η Παναγία γνώρισε τον ανθρώπινο πόνο, γεγονός που την έκανε πιο προσιτή στην αγωνία του ανθρώπου της ύστερης αρχαιότητας.
Ο Γεώργιος Μέγας, στα κλασικά του έργα «Ζητήματα Ελληνικής Λαογραφίας» και «Ελληνικαί εορταί και έθιμα της λαϊκής λατρείας», ανέλυσε συστηματικά πώς ο απλός λαός ενσωμάτωσε τις «απαρχές», δηλαδή τις προσφορές των πρώτων καρπών στις χριστιανικές εορτές, επειδή η επιβίωσή του εξαρτιόταν από την ευφορία της γης στον ετήσιο αγροτικό κύκλο. Τον θρησκευτικό κύκλο ανά εποχή σε συνδυασμό με την αγροτική παραγωγή περιγράφουν τα έργα του Δημ. Λουκάτου και νεότερων λαογράφων. Η πιο ζωντανή επιβεβαίωση αυτής της συνέχειας παραμένει η γιορτή της Παναγίας της Μεσοσπορίτισσας στις 21 Νοεμβρίου, κατά τα Εισόδια της Θεοτόκου. Στην Ελευσίνα, πάνω ακριβώς στα ερείπια του αρχαίου Τελεστηρίου της Δήμητρας, οι πιστοί προσφέρουν ακόμη και σήμερα στην Παναγία το «πολυσπόρι» — ένα μείγμα από βρασμένους σπόρους, όσπρια και ρόδι. Σήμερα, η τελετουργία αυτή δεν αποτελεί πλέον απλώς ένα γραφικό επιβίωμα. Αναγνωρίζοντας τη βαθιά ιστορική και κοινωνική αξία του εθίμου, το Υπουργείο Πολιτισμού και η UNESCO ενέταξαν επίσημα τη Γιορτή της Παναγίας της Μεσοσπορίτισσας στην Ελευσίνα στον Αντιπροσωπευτικό Κατάλογο της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας. Η θεσμική αυτή σφραγίδα αποδεικνύει ότι η διαγενεακή μετάβαση από τις αρχαίες προσφορές ευφορίας στη χριστιανική λατρεία παραμένει ένα ζωντανό, παγκόσμιο μνημείο του ανθρώπινου πολιτισμού.
Σε μια τελική σημειολογική και αισθητική ανάγνωση, η μετάβαση από την Αθηνά στην Παναγία συμπυκνώνει τη μεταβολή της ίδιας της ανθρώπινης συνείδησης. Η Παλλάδα Αθηνά απεικονιζόταν πάντα πάνοπλη, κρατώντας δόρυ, ασπίδα και φορώντας περικεφαλαία — ήταν η ενσάρκωση της θεϊκής, απρόσωπης εξουσίας και της αυστηρής λογικής. Η Παναγία, αντίθετα, ακόμα και ως Υπέρμαχος Στρατηγός, εικονογραφείται πάντα κρατώντας στην αγκαλιά της το Θείο Βρέφος. Η Παλλάδα παρέδωσε το δόρυ και την ασπίδα της, όμως η σοφία της, η παρθενική της αγνότητα, η αγάπη της για τη γη, και κυρίως ο ρόλος της ως η ακοίμητη φρουρός των ανθρώπων, βρήκαν ένα νέο, αιώνιο σπίτι. Όπως θα συμφωνούσε και ο Dodds, το πέρασμα από το «δόρυ» της Αθηνάς στην «αγκαλιά» της Μαρίας σηματοδοτεί τη μετάβαση από μια θεότητα του καθήκοντος σε μια θεότητα της αγάπης, της ευσπλαχνίας και της παρηγοριάς. Είναι αυτή η εσωτερική, μυστική συνέχεια — αναγνωρισμένη πλέον από την παγκόσμια ανθρωπολογική κοινότητα και θεσμικά από την UNESCO — που επιτρέπει στον σύγχρονο επισκέπτη του Παρθενώνα ή ενός επαρχιακού ξωκλησιού να νιώθει ότι πατάει σε χώμα όπου το παρελθόν και το παρόν συνομιλούν.
Παραπομπές
- Bejor, G., et al.The Transition from Paganism to Christianity, Cambridge University Press, σσ. 45-48.
- Blum R. / Blum E., Η κακιά ώρα. Μαγεία, Τελετουργίες και προλήψεις της Ελληνικής υπαίθρου, Αθήνα 2005, εκδ. Αρχέτυπο, μτφr. Αργυρώ Πατσού-Βελούδου.
- Dodds, Eric Robertson.Pagan and Christian in an Age of Anxiety: Some Aspects of Religious Experience from Marcus Aurelius to Constantine, Cambridge University Press, 1965.
- Frazer, James George.The Golden Bough: A Study in Comparative Religion, Macmillan & Co., Λονδίνο, 1890.
- Στ. Δ. Ήμελλος – Αικ. Πολυμέρου – Καμηλάκη, Παραδοσιακός υλικός βίος τού ελληνικού λαού (ερωτηματολόγιο). Αθήνα 1983,σ.113-121.Μπούρας, Χ. Τα Βυζαντινά Μνημεία της Αθήνας, Εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα, σσ. 112-115.
- Λουκάτος, Δημ. Σ.Τα Φθινοπωρινά, Εκδόσεις Φιλιππότη, Αθήνα, 1982 κ.ά.
- Μέγας, Γ. Α.Eλληνικαί Εορταί και Έθιμα της Λαϊκής Λατρείας, Αθήνα, σσ. 42-45, καθώς και Ζητήματα Ελληνικής Λαογραφίας, Ακαδημία Αθηνών.
- Μουτζάλη, Αφέντρα Γ. , «Η Παναγία των αρχαίων Ελλήνων;»περιοδικό Αρχαιολογία Online, 13 Αυγούστου 2012.
- Πολίτης, Ν. Γ.Μελέται επί του βίου και της γλώσσης του ελληνικού λαού: Παραδόσεις, Τόμος Α’, Αθήνα, σσ. 210-214.
- Τιβέριος, Μ. «Ίσιδα, η Παναγία του αρχαίου κόσμου», εφημερίδα Το Βήμα, 24 Νοεμβρίου 2008.
- Tylor, Edward Burnett.Primitive Culture: Researches into the Development of Mythology, Philosophy, Religion, Language, Art, and Custom, John Murray, Λονδίνο, 1871.
- Υπουργείο Πολιτισμού / UNESCO, Εγγραφή της Παναγίας Μεσοσπορίτισσας στον Αντιπροσωπευτικό Κατάλογο της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας, 2024.
