Αρχική » Κατά Νόλαν Οδύσσεια: από τις ομηρικές μάχες για τη διανομή των ρόλων στην αναγνώριση και, δυνητική, αξιοποίηση της διαχρονικής επίδρασης του ελληνικού πολιτισμού

Κατά Νόλαν Οδύσσεια: από τις ομηρικές μάχες για τη διανομή των ρόλων στην αναγνώριση και, δυνητική, αξιοποίηση της διαχρονικής επίδρασης του ελληνικού πολιτισμού

από Τάσος Χατζηαναστασίου

του Τάσου Χατζηαναστασίου*

Ιδού λοιπόν πώς από μία σύγκρουση που ξεκίνησε κυρίως με αφορμή την ανάθεση του ρόλου της Ωραίας Ελένης σε μαύρη ηθοποιό και έλαβε αναπόδραστα τα χαρακτηριστικά της απόρριψης από τη μια μεριά και της υπεράσπισης από την άλλη, της woke ατζέντας, φτάσαμε μετά την εμφάνιση της ταινίας στις αίθουσες, να συνειδητοποιούμε την τεράστια διαχρονική επίδραση του ομηρικού έργου και του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού γενικότερα, καθώς το έργο έχει ήδη σημειώσει τεράστια επιτυχία.

Με βάση όσα ακούμε και διαβάζουμε, τόσο ο αριθμός των εισιτηρίων που ήδη φτάνει τα δεκάδες εκατομμύρια (οι εισπράξεις πλησιάζουν το 1 δισ. δολάρια!), χωρίς να έχει ακόμη προβληθεί στην Κίνα, και στη χώρα μας τις 600.000, όσο και το ενδιαφέρον για τα έργα του Ομήρου και την επίσκεψη στους χώρους που πραγματοποιήθηκαν οι λήψεις (εντός κι εκτός Ελλάδας), ακόμη και για την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας, αποτελούν τεκμήρια της γοητείας που αδιάλειπτα ασκούν οι μύθοι και οι περιπέτειες των ηρώων, οι ίδιες οι προσωπικότητές τους αλλά και οι αξίες και τα πρότυπα που προβάλλονται στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια. Μάλιστα, για τον σκηνοθέτη, Κρίστοφερ Νόλαν, οι εισπράξεις της πρεμιέρας αποτελούν ρεκόρ καριέρας, γεγονός που καταδεικνύει ότι είναι κυρίως το θέμα και δευτερευόντως το όνομα του σκηνοθέτη που προσελκύει το κοινό.

Σε ό,τι αφορά την καλλιτεχνική αξία του έργου, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Νόλαν γνωρίζει την τέχνη του κινηματογράφου, ότι οι ηθοποιοί, ανεξάρτητα από την διανομή στους διάφορους ρόλους και μόνο λόγω της αξίας τους, θα απέδιδαν, οι περισσότεροι τουλάχιστον, σε υψηλό επίπεδο, ότι η φωτογραφία και τα σκηνικά θα ήταν επιπέδου Χόλιγουντ, οπότε είναι κυρίως θέμα προσωπικής αισθητικής και γούστου. Πάντως, φαίνεται ότι και σ’ αυτό το επίπεδο, το καθαρά κινηματογραφικό, η ταινία, σε γενικές γραμμές, παρά τις επιμέρους ενστάσεις, αφήνει θετικές εντυπώσεις στο κοινό.

Οι περισσότεροι στέκονται στο επίπεδο της απόδοσης του ομηρικού μύθου, των επιλογών και των περικοπών, της προβολής και ερμηνείας των αξιών και προτύπων της Οδύσσειας. Κυρίως ενοχλούν οι αυθαιρεσίες στην αφήγηση, καθώς έχουν «εξαφανιστεί» βασικά για την εξέλιξη του μύθου επεισόδια, όπως αυτό του νησιού των Φαιάκων και της Ναυσικάς ενώ άλλα επεισόδια έχουν αλλοιωθεί όπως αυτό της αναγνώρισης του Οδυσσέα από τον Τηλέμαχο, ένα από τα πιο δυνατά της ομηρικής Οδύσσειας. Σε ό,τι αφορά τις αξίες του έργου από την επιλογή των ηθοποιών και κυρίως αυτήν μαύρης ηθοποιού (Λουπίντα Νιόνγκο) για τους ρόλους της ωραίας Ελένης και της Κλυταιμνήστρας έως τον υπερτονισμό της «ξενίας», της αξίας και του τελετουργικού της υποδοχής του ξένου σ’ έναν τόπο, είναι φανερό ότι αποτελούν προβολές σύγχρονων αντιλήψεων και αξιών στο ομηρικό έργο, κάτι μάλλον αναπόφευκτο, που όμως δικαιολογημένα γίνονται αντικείμενα κριτικής ή και απόρριψης.

Στο πλαίσιο αυτό, η αφ’ υψηλού περιφρόνηση όσων απέρριπταν την καταλληλότητα της επιλογής της Νιόνγκο ως ωραίας Ελένης είναι χαρακτηριστική του τρόπου αντιμετώπισης της αμφισβήτησης της woke ιδεολογίας στη βάση μιας ηθικής αυτάρεσκης αυτοεπιβεβαίωσης: όποιος διαφωνεί, π.χ. με την επιλογής μαύρης ή κίτρινης ή …μπλε ηθοποιού για τον ρόλο της ωραίας Ελένης είναι φασίστας κι επομένως απορρίπτεται εκ προοιμίου κι απαξιώνεται ηθικά, δεν είναι καν άνθρωπος αφού του αποδίδεται αυτομάτως «μίσος για το διαφορετικό». Πιθανότερη ωστόσο εξήγηση, για τη συγκεκριμένη κι άλλες ανάλογες επιλογές αν όχι και εμμονές είναι ότι είναι οι δουλείες στις οποίες υποχρεώνονται να υποκύψουν ή να υιοθετήσουν πλέον οι δημιουργοί σ’ αυτό το επίπεδο προκειμένου να είναι αποδεκτοί και άρα να λαμβάνουν χρηματοδότηση, από το «ιερατείο» της κυρίαρχης αντίληψης των δυτικών ελίτ. Των ίδιων που αυτές τις μέρες αποθαρρύνουν την καταγγελία πανεπιστημιακού του Κέιμπριτζ, που ελέγχεται για απάτες που αφορούν τους τίτλους που κατέχει, λόγω του χρώματος του δέρματός του…

Η ειρωνεία είναι ότι βρίσκονται σήμερα να υποστηρίζουν φανατικά και να έχουν σπεύσει να παρακολουθήσουν και να εκθειάσουν …καλλιτεχνικά την ταινία άνθρωποι που σε κάθε άλλη περίπτωση καταγγέλλουν κι απορρίπτουν μετά βδελυγμίας το Χόλιγουντ και κάθε «αμερικανιά» γενικότερα περισσότερο στη βάση ενός ξεπερασμένου και άκαιρου αντιαμερικανισμού της δεκαετίας του ’70 και λιγότερο βάσει της πραγματικής αξίας ενός έργου. Κάτι που παραβλέπεται εύκολα, προκειμένου οι «αντιμπεριαλιστές» της κακιάς ώρας να σκιαμαχήσουν συμμαχώντας για άλλη μια φορά με τους θεωρητικά πολιτικούς αντιπάλους τους «φιλελέδες», κατά του υποτιθέμενου φασισμού και εθνικισμού όσων άσκησαν κριτική για την επιλογή της Λουπίτα Νιόνγκο. Κι αυτό παρότι η ίδια έσπευσε να αποκαλύψει την τραγική άγνοιά της για το πρωτότυπο έργο, παραδίδοντας αυτάρεσκα (σταθερό στοιχείο όσων διεκδικούν για τον εαυτό τους την κατοχή της απόλυτης αλήθειας και της ηθικής ανωτερότητας) μαθήματα… φεμινισμού στον Όμηρο στη διάρκεια τηλεοπτικής της συνέντευξης.

Ακόμη μεγαλύτερη ειρωνεία, ωστόσο, και η βασική ιδέα του παρόντος άρθρου αποτελεί το γεγονός ότι η ταινία του Νόλαν, ανεξάρτητα από τις όποιες ενστάσεις αλλά και τις προθέσεις, εμμονές, αντιλήψεις και την όποια κατανόηση του έργου του Ομήρου, διαθέτει ο ίδιος αλλά και το κοινό του στην Ελλάδα και παντού, αποτελεί τελικά άλλη μία επιβεβαίωση της διαχρονικής επίδρασης των ομηρικών επών στην παγκόσμια κουλτούρα. Κατ’ αναλογίαν κάτι αντίστοιχο ίσχυσε, στο ελλαδικό μικροεπίπεδο και για την ταινία του Καποδίστρια: το κοινό δεν κατέκλυσε τις κινηματογραφικές αίθουσες ούτε χειροκρότησε τόσο την καλλιτεχνική αξία και την ιστορική ερμηνεία του έργου από τον σκηνοθέτη, Γιάννη Σμαραγδή, όσο την προσωπικότητα και τον αυτοθυσιαστικό χαρακτήρα του πρώτου κυβερνήτη της χώρας όπως αυτά διατηρούνται στο συλλογικό μας θυμικό.

Από αυτήν την άποψη, η Ελλάδα μόνο κερδισμένη βγαίνει από την τελευταία μεγάλη χολιγουντιανή επιτυχία που πλέει μάλιστα ολοταχώς προς την κατάκτηση ενός και περισσότερων βραβείων Όσκαρ και άρα για ακόμη μεγαλύτερη προβολή και διάδοση. Το ζήτημα είναι να μπορέσει η χώρα μας να αξιοποιήσει αυτό το πολιτισμικό φαινόμενο, προβάλλοντας τα αδιαμφισβήτητα συγκριτικά της πλεονεκτήματα (τεράστιο ιστορικό και πολιτισμικό βάθος, μνημεία και τοπία που ζωντανεύουν την αρχαία, βυζαντινή και νεότερη ιστορία, φιλοσοφία, θεολογία και λογοτεχνία), τόσο από πλευράς μιας ποιοτικής οικονομικής ανάπτυξης με σεβασμό στα μνημεία και το περιβάλλον, όσο, κυρίως, από πλευράς ενίσχυσης της διεθνούς ήπιας ισχύος της, ως ένα ακόμη ισχυρό μέσον άμυνας έναντι της μόνιμης απειλής, της Τουρκίας, αλλά και της εσωτερικής της πολιτισμικής παρακμής· η Οδύσσεια του Νόλαν και κάθε ανάλογο έργο, μας υποχρεώνει να ξαναγαπήσουμε τον εαυτό μας και να φροντίσουμε έτσι ώστε οι κλασικές σπουδές, η Φιλοσοφία, η Ιστορία, η Θεολογία, ο πολιτισμός αυτού του τόπου γενικότερα να ανακτήσουν τη θέση που τους αξίζει.

*Ιστορικός

Για να στηρίξετε το Άρδην μπορείτε να κάνετε μια προσφορά ΕΔΩ.

ΣΧΕΤΙΚΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ