Η “Οδύσσεια” του σερ Κρίστοφερ Νόλαν είναι μια εξαιρετικά ανόητη ταινία. Αλλά είναι επίσης και χαρακτηριστική της εποχής της.
The Economist 15 Ιουλίου 2026
Οι αντιπαραθέσεις ήταν επικών διαστάσεων. Η διασκευή της «Οδύσσειας» από τον σερ Κρίστοφερ Νόλαν προκάλεσε πάταγο πολύ πριν καν δει κανείς την ταινία. Ενόψει της κυκλοφορίας της στις 17 Ιουλίου, εκφράστηκαν οργισμένες αντιδράσεις για τα πάντα: από την ηθοποιό που υποδύεται την Ελένη (υπερβολικά μαύρη) και το χρώμα του λοφίου στο κράνος του Οδυσσέα (υπερβολικά κόκκινο), μέχρι τις πανοπλίες των στρατιωτών (κι αυτές υπερβολικά μαύρες και υπερβολικά όμοιες με του Μπάτμαν) και το λεξιλόγιο του γιου του Οδυσσέα (υπερβολικά αμερικανικό: κάποια στιγμή λέει «Dad»). Στο YouTube, το τρέιλερ της ταινίας αντιμετωπίστηκε με επικρίσεις. «Ακόμη κι αν το έβλεπα σε αεροπλάνο, πάλι θα σηκωνόμουν να φύγω», γράφει ένας δυσαρεστημένος θεατής.
Η ίδια η ταινία δύσκολα θα κατευνάσει τις ανησυχίες για τους αναχρονισμούς της. Από τα σκηνικά έως την ψυχολογία της, λέει πολύ περισσότερα για τη σύγχρονη Δύση παρά για την αρχαία Ελλάδα. Υπάρχει πολλή αυθαιρεσία ως προς την πλοκή, ώστε και ο Οδυσσέας –ο αρχετυπικά ατελής ήρωας της αρχαιότητας– μετατρέπεται σε έναν απλοϊκό, σύγχρονο «καλό», με τα ελαττώματά του να εξομαλύνονται. Κάθε κακή συμπεριφορά αποδίδεται είτε στη χρήση ναρκωτικών, είτε υπονοείται ότι οφείλεται σε ένα είδος πρωτο-μετατραυματικού στρες (η επιδημία της υπερδιάγνωσης φαίνεται πως έφθασε ακόμη και στις αρχαίες ακτές της Ιθάκης). Το τέλος, όπου ο ήρωας διαπερνάται από βέλη και μετατρέπεται σε μαξιλαράκι για καρφίτσες αλά Άγιος Σεβαστιανός, είναι ακόμη πιο ανόητο.
Το σκηνικό είναι την ταυτόχρονα ακατάλληλο και συχνά υπερβολικά φτιασιδωμένο. Οι στρατιώτες, ντυμένοι σε κομψό γκρι του ατσαλιού, μοιάζουν λιγότερο με αρχαίους πολεμιστές και περισσότερο με φιγούρες «Warhammer»[1]. Τα ωχρά, φωτισμένα με κεριά ανάκτορα δεν θυμίζουν λημέρια πολεμάρχων, αλλά ξενοδοχεία μπουτίκ. Στις σκηνές της παραλίας με τη νύμφη Καλυψώ (Σαρλίζ Θερόν), ο Οδυσσέας (Ματ Ντέιμον) μοιάζει λιγότερο να βιώνει μια οδυνηρή εξορία και περισσότερο να βρίσκεται σε μια σύντομη απόδραση στην Καραϊβική (φορούν ένα σωρό λινά). Και όσο λιγότερα ειπωθούν για τον Κύκλωπα, τόσο το καλύτερο.
Αυτό είναι ενοχλητικό, αλλά μάλλον κοινότυπο. Κάθε διασκευή ενός αρχαίου κειμένου αφορά εξίσου την δική μας εποχή, όσο και το πρωτότυπο· λειτουργεί περισσότερο σαν καθρέφτης παρά σαν φακός. Οι αρχαίοι Αθηναίοι μετέτρεψαν το ομηρικό έπος σε ψυχολογικά οξυδερκή τραγωδία. Τον 18ο αιώνα, η μετάφραση του Αλεξάντερ Πόουπ κατάφερε να κάνει τον Οδυσσέα να ακούγεται σαν εκλεπτυσμένος, παρακμιακός ποιητής του Διαφωτισμού και όχι σαν αρχαίος πολεμιστής-βασιλιάς. Το 1922, η εκδοχή του Τζέιμς Τζόις πρόσφερε σεξ, ροή συνείδησης και εκείνο το βασικό συστατικό της μοντερνιστικής λογοτεχνίας: την πλήξη.
Υπό αυτή την έννοια, η διασκευή του σερ Κρίστοφερ εντάσσεται σε μια παράδοση που μετρά αιώνες. Είναι ολοφάνερα προϊόν της σημερινής εποχής. Οι γυναικείοι χαρακτήρες εκφωνούν συχνά απολογίες υπέρ του φεμινισμού (που δεν ήταν ακριβώς ένα από τα ισχυρά σημεία των αρχαίων). Ως αιτία του Τρωικού Πολέμου παρουσιάζεται η επιθυμία βελτίωσης των εμπορικών οδών, σαν να ήταν ο Αγαμέμνων απλώς ένας άμεμπτος υπέρμαχος του ελεύθερου εμπορίου και όχι ένας από τους μεγαλύτερους τραμπούκους της αρχαιότητας.
Οι διασκευές δικαιούνται κάποια ελευθερία, διότι η «Οδύσσεια» περιέχει μέσα της πολλούς κόσμους. Σε μία από τις πιο διάσημες σκηνές, ο Πρωτέας μεταμορφώνεται πρώτα σε λιοντάρι, έπειτα σε φίδι και κατόπιν σε ορμητικό νερό. Η «Οδύσσεια» είναι ακόμη πιο πρωτεϊκή. Στις τρεις χιλιετίες που έχουν περάσει από τη σύνθεσή της, έχει διανύσει την δική της οδύσσεια.
Το Έπος έχει καταστεί ταυτοχρόνως ουσιαστικό (μια οδύσσεια) και επίθετο (οδυσσειακός). Έχει αποδοθεί ως θεατρικό έργο, τηλεοπτική σειρά, μυθιστόρημα («Οδυσσέας») και πορνοταινία («Odyssey: The Ultimate Trip»). Έχει δώσει το όνομά του σε σεληνάκατο (IM-1 Odysseus), μεγάλο αστεροειδή (1143 Odysseus) και γαλάκτωμα σώματος (το οποίο, με νότες μαύρου πιπεριού και σανταλόξυλου, αναμφίβολα μυρίζει καλύτερα απ’ ό,τι θα μύριζε ο συνονόματός του).
Δεν προκαλεί, επομένως, έκπληξη το γεγονός ότι ο Οδυσσέας, ο πορθητής πόλεων, μεταμορφώθηκε για ακόμη μία φορά από τον σερ Κρίστοφερ. Από άλλη άποψη, όμως, είναι πράγματι παράξενο, καθώς η «Οδύσσεια» έχει καταστρέψει και υπολήψεις. Το 2024, μια ταινία με πρωταγωνιστή τον Ρέιφ Φάινς απορρίφθηκε ως «ανιαρή» και «αγγαρεία». Μια ταινία του 1954, με πρωταγωνιστή τον Κερκ Ντάγκλας, περιγράφηκε ως «αλλόκοτη» και «κενή».
Ο σερ Κρίστοφερ έχει αποδεδειγμένη εμπειρία στα δύσκολα θέματα: η προηγούμενη ταινία του, «Οπενχάιμερ», με αντικείμενο τη σωματιδιακή φυσική και τα πυρηνικά όπλα, απέφερε σχεδόν 1 δισ. δολάρια στο παγκόσμιο box office. Παρ’ όλα αυτά, θα έμαθε τώρα ότι η «Οδύσσεια» δεν είναι εύκολο βιβλίο για κινηματογραφική μεταφορά.
Εκείνη η πορνοταινία μας το αποδείχνει: περιγράφει τον εαυτό της, με αξιοθαύμαστη καλλιτεχνική ειλικρίνεια, ως «Τρεις άσχετες μεταξύ τους ιστορίες». Η πρωτότυπη «Οδύσσεια» δεν τα καταφέρνει πολύ καλύτερα. Αφηγείται το δεκαετές ταξίδι του Οδυσσέα προς την πατρίδα μετά τον Τρωικό Πόλεμο και, ως εκ τούτου, συχνά θεωρείται ένα είδος ελληνικού road movie επί θαλάσσης. Είναι όμως επίσης μια ταινία με σεξ και θαλάσσια τέρατα, μια ταινία για έναν πατέρα και έναν γιο, καθώς και μια ταινία για έναν σύζυγο και μια σύζυγο.
Η δομή της είναι διαβολικά δαιδαλώδης. Αφορά στον Οδυσσέα —αλλά οι αναγνώστες δεν τον συναντούν πριν περάσουν τέσσερις ραψωδίες. Επιπλέον, πολλές από τις ιστορίες που θεωρούνται κατεξοχήν οδυσσειακές είτε δεν περιλαμβάνονται καθόλου είτε παρουσιάζονται μέσα από σύντομες, ταχείες αναδρομές: οι Σειρήνες περιγράφονται μόλις σε περίπου 60 στίχους και οι Λωτοφάγοι σε περίπου 20. Είναι, όπως είπε ο σερ Κρίστοφερ, «το αρχέτυπο της μη γραμμικής αφήγησης». Σύμφωνα με την Έμιλι Γουίλσον, την κλασική φιλόλογο που δημοσίευσε μια εκθαμβωτική μετάφραση το 2017, η Οδύσσεια είναι «περίπλοκη».
Και επίσης εξαιρετικά, διάσημη. Ως το δεύτερο έργο της δυτικής λογοτεχνίας, θεωρούνταν κάποτε λιγότερο σοβαρή από το πιο ανδροπρεπές έργο που προηγήθηκε, την «Ιλιάδα». Τα τελευταία χρόνια, όμως, η φήμη της έχει ξεπεράσει κατά πολύ εκείνη της «Ιλιάδας». Το πρώτο Penguin Classic που τυπώθηκε ποτέ ήταν η «Οδύσσεια». Η πυραμίδα πνευματικής βιομάζας που στηρίζεται επάνω της είναι τεράστια. Το έργο έχει έκταση μόλις 12.000 στίχων, αλλά μια αναζήτηση του όρου «Odyssey» στη Βρετανική Βιβλιοθήκη προσφέρει 34.000 τίτλους: σχεδόν τρεις για κάθε στίχο. Η αναζήτηση «Iliad» δίνει μόλις 9.000.
Το γεγονός ότι έγινε ακόμη μία ταινία —και προκάλεσε ακόμη περισσότερες αντιπαραθέσεις— αποτελεί μία ακόμη απόδειξη της διαχρονικότητάς της. Υπάρχουν δύο τρόποι να δει κανείς τέτοιους καβγάδες. Ο πρώτος είναι να τους αντιμετωπίσει με τους δικούς τους όρους. Οι ενστάσεις αυτές έχουν κάποια βάση: στον Όμηρο, η Ελένη περιγράφεται σαφώς ως «λευκώλενος»· ο Οδυσσέας πιθανότατα δεν φορούσε κράνος με κόκκινο λοφίο (το κόκκινο ήταν σπαρτιατική συνήθεια)· οι αρχαιοελληνικές πανοπλίες ήταν χάλκινες, όχι μπατμανικές· και ο γιος του Οδυσσέα σίγουρα δεν έλεγε «Dad». Όπως επισημαίνει ο Τιμ Γουίτμαρς, κάτοχος της βασιλικής έδρας Ελληνικών στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ: «Οι αρχαίοι Έλληνες μιλούσαν ελληνικά».
Ο άλλος τρόπος είναι να δει κανείς αυτές τις αντιπαραθέσεις ως απόδειξη της ευπλαστότητας της «Οδύσσειας». Σε μια εποχή κατά την οποία οι άνθρωποι ενοχλούνται από την αμερικανική επιρροή στην Ευρώπη, το έργο τούς επιτρέπει να ενοχλούνται από αμερικανισμούς («Dad!») στην αρχαία Ελλάδα. Σε μια εποχή που ανησυχεί για την υπερβολικά ανδροπρεπή «ανδρόσφαιρα», μπορούν να αγωνιούν για υπερβολικά ανδροπρεπείς πανοπλίες. Σε μια εποχή διχασμένη από τις συζητήσεις για το χρώμα του δέρματος, κακότροποι καβγάδες ξεσπούν για τη διανομή των ρόλων. Όταν διαφωνούμε για την «Οδύσσεια», δεν διαφωνούμε για την «Οδύσσεια». Διαφωνούμε για τον εαυτό μας.
Κάθε γενιά ξαναπλάθει την «Οδύσσεια» κατ’ εικόνα της: παίρνει την εκδοχή που της αξίζει. Οι ευφυείς και εριστικοί αρχαίοι Αθηναίοι πήραν τον Όμηρο και τον μετέτρεψαν σε ευφυή και εριστική τραγωδία. Οι μοντερνιστές τον μετέτρεψαν σε μοντερνιστική πρόζα και ποίηση. Ο απλουστευτικός, οπτικοκεντρικός σύγχρονος κόσμος πήρε τον Όμηρο και τον μετέτρεψε σε καβγάδες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και σε έναν παράλογο Κύκλωπα —και, έτσι, σε μια τραγωδία ολότελα δική μας.
[1] Το Warhammer είναι ένα βρετανικό επιτραπέζιο πολεμικό παιχνίδι με μινιατούρες με θέμα τον μεσαίωνα.
Για να στηρίξετε το Άρδην μπορείτε να κάνετε μια προσφορά ΕΔΩ.

2 ΣΧΟΛΙΑ
Η Οδύσσεια του 1954 θεωρείται κλασσική διασκευή με πολύ μεγάλη αξιοπρέπεια, καμία σχέση με τα σημερινά.
Στις σύγχρονες υποτιθέμενες “διασκευές” συνήθως έχουμε ένα μοντέρνο story, συχνά ορθοπολιτικό, με φόντο κάποιους “αρχαίους” ή άτομα άλλης εποχής.
Έχουμε δει μαύρους αρχαίους τύπου Μπάτμαν, λοατκι καουμπόηδες, φεμινίστριες μεσαιωνικής εποχής. Η υπερβολή όμως καταντά γελοία. Παρόμοια μόδα με ψευδοαναπαραστάσεις παλαιών εποχών υπάρχει και σε σειρές του Νέτφλιξ.
Γιατί η ταινία δεν ασχολήθηκε καθόλου με τη Ναυσικά. Χόρτασα από πλάνα όπου πραγματοποιούνται έφοδοι αρματωμένων προς τα μεσόγεια και τούμπαλιν, ενώ η εξόντωση των μνηστήρων θύμιζε κατορθώματα του Τζάκυ Τσαν! Σπάνια στη ζωή μου σκέφθηκα να μην δω μία ταινία μέχρι το τέλος…..