…κι αυτό είναι μια βελτίωση
Δημοσιεύθηκε στον Economist, 3 Σεπτεμβρίου 2026
Μένει ακόμη να φανεί αν ο δήμαρχος Ζόραν Μαμντάνι, με τη δέσμευσή του στην «θέρμη του κολεκτιβισμού», θα εγκαινιάσει μια νέα εποχή αφθονίας για τους Νεοϋορκέζους που δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα. Όμως η νεότευκτη κυβέρνησή του είναι ήδη ένα δώρο για μία συγκεκριμένη εκλογική βάση: τους συντηρητικούς αναγνώστες της ταμπλόιντ εφημερίδας της πόλης, New York Post, η οποία επιβεβαιώνει την άποψή τους για την αριστερά, απολαμβάνοντας τις ιστορίες γύρω από τον προνομιούχο τρόπο ζωής ορισμένων συνοδοιπόρων του κ. Μαμντάνι στους Δημοκρατικούς Σοσιαλιστές της Αμερικής (DSA).
«Ο “αντιπλουτοκράτης” ηγέτης των DSA, Γκουστάβο Γκορντίγιο, ζει πλουσιοπάροχα σε πολυτελές διαμέρισμα 1,5 εκατ.$ στη Νέα Υόρκη, πληρωμένο από τους εκατομμυριούχους γονείς του», διαλαλούσε η Post τον περασμένο μήνα. Σημειώνοντας ότι οι DSA «καταφέρονται εναντίον της ιδιοκτησίας ακινήτων», η Post χαιρόταν ιδιαιτέρως για την «πλούσια διαμόρφωση του κήπου» του σπιτιού που αγοράστηκε «από τη μαμά και τον μπαμπά του μέσω εταιρείας-βιτρίνας». Αργότερα, η Post ανέφερε ότι ο κ. Γκορντίγιο, συμπρόεδρος της τοπικής οργάνωσης των DSA στην πόλη, σπούδασε τέχνη και λογοτεχνία στο Γέιλ· ότι απολύθηκε από πρόγραμμα μαθητείας συνδικάτου ηλεκτρολόγων επειδή δεν παρουσιαζόταν· και ότι η μητέρα του οδηγεί μια ασημί Porsche.
Άλλοι αριστεροί «στόχοι» της Post ήταν η Τρέισι Ρόζενταλ, η οποία υποστηρίζει την κατάργηση του ενοικίου και της οποίας ο πατέρας είναι επιτυχημένος μουσικός παραγωγός. («Ριζοσπάστρια κατά των ενοικίων και φίλη του Μαμντάνι που “καταλαμβάνει” σπίτι στο Μπρούκλιν είναι ‘nepo-baby’ με πατέρα βραβευμένο με Grammy».) Η Post χαρακτήρισε την Γκρέις Ράιαν, «25χρονη κληρονόμο σοκολατοποιίας από το Οχάιο», ως «ένα από τα πιο ξεδιάντροπα» μέλη των DSA, επειδή ανάρτησε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης φωτογραφίες της «να καπνίζει πούρο πάνω σε σκάφος, φορώντας πουλόβερ Ralph Lauren με την αμερικανική σημαία αξίας 400 δολαρίων». Προς ολοφάνερη ευχαρίστηση της Post, η κ. Ράιαν, η οποία εργάστηκε στις προκριματικές εκλογές για έναν επιτυχημένο αριστερό υποψήφιο για το Κογκρέσο, υπερασπίστηκε τον εαυτό της στο X γράφοντας: «Δηλαδή, δεν έχετε ακούσει ποτέ για noblesse oblige;»
Αυτό είναι ένα παλιό παιχνίδι. Από τότε που ο Καρλ Μαρξ στηρίχθηκε στον Φρίντριχ Ένγκελς όχι μόνο για τις ιδέες του περί κομμουνισμού αλλά και για την περιουσία του από την κλωστοϋφαντουργία, οι αριστεροί τρέφονταν από βαθιές τσέπες και οι δεξιοί τούς κορόιδευαν γι’ αυτό. Από την αρχή, ο σοσιαλισμός εξέπεμπε επίσης, για ορισμένους αστούς που ακολουθούσαν τη μόδα, μια ανατρεπτική γοητεία. Οι πιο αυστηροί σοσιαλιστές θεωρούσαν αυτό το στοιχείο ως την αχίλλειο πτέρνα της ιδεολογίας. «Η χειρότερη διαφήμιση για τον Σοσιαλισμό είναι οι οπαδοί του», γκρίνιαζε ο Τζορτζ Όργουελ στον «Δρόμο προς την αποβάθρα του Γουίγκαν». Ο τυπικός σοσιαλιστής ήταν είτε «νεαρός σνομπ-μπολσεβίκος» είτε «ένας καθωσπρέπει ανθρωπάκος, υπάλληλος γραφείου», ο οποίος είχε «κλίσεις προς τη χορτοφαγία» και, πάνω απ’ όλα, «μια κοινωνική θέση την οποία δεν είχε καμία πρόθεση να απαρνηθεί».
Ωστόσο, η κ. Ράιαν έχει ένα δίκιο όσον αφορά το noblesse oblige. Μπορεί να μη ζήσει ποτέ όπως οι απλοί άνθρωποι, αλλά γιατί αυτό να την εμποδίζει να προσπαθεί να τους βοηθήσει; Δεν είναι προτιμότερο από την εναλλακτική εκδοχή: μια κληρονόμος σοκολατοποιίας με πουλόβερ 400 δολαρίων, αδιάφορη για τη μοίρα των λιγότερο προνομιούχων Αμερικανών, αν όχι αποφασισμένη να τους εκμεταλλευτεί;
Εδώ, μέσα στην πόζα και την επίδειξη, φτάνει κανείς σε κάτι που ίσως έχει σημασία: μια αναδυόμενη διάκριση ανάμεσα στις δύο περιόδους αριστερού ακτιβισμού που αρχίζουν να γίνονται γνωστές ως Woke 1 και Woke 2. Κάθε τέτοια διάκριση είναι ακόμα ασαφής και ανολοκλήρωτη, καθώς λίγοι Δημοκρατικοί είχαν την εντιμότητα να αποκηρύξουν ρητά τις ριζοσπαστικές θέσεις που κάποτε υιοθέτησαν. Ορισμένοι απλώς αποστασιοποιήθηκαν από τις προηγούμενες υπερβολές, όπως η βουλευτής Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτέζ, όταν παρέθεσε έναν άλλον Δημοκρατικό που δήλωνε ότι «Το Woke 1 ήταν τρέλα!» και μετά ξέσπασε στα γέλια, σαν να συμμετείχαν όλοι οι Αμερικανοί στο αστείο. Άλλοι προσπάθησαν να επαναπροσδιορίσουν τα συνθήματα, επιμένοντας ότι το «καταργήστε την χρηματοδότηση της αστυνομίας» στην πραγματικότητα δεν σήμαινε κατάργηση της χρηματοδότησης της αστυνομίας. Άλλοι δεν έχουν υποχωρήσει· ο χρόνος θα δείξει αν αποτελούν την πρωτοπορία ή ένα απομεινάρι που αρνείται να παραδοθεί. Παρ’ όλα αυτά, κάποια στιγμή ανάμεσα στη δεύτερη ορκωμοσία του Ντόναλντ Τραμπ τον Ιανουάριο του 2025 και την πρώτη ορκωμοσία του κ. Μαμντάνι τον επόμενο Ιανουάριο, η αμερικανική αριστερά άρχισε να μετατοπίζει την έμφασή της: από τη φυλή και το φύλο προς την τάξη.
Διαλέξτε αιτίες ή αποτελέσματα: τις ανελεύθερες ιδέες που ξεχύθηκαν από την ακαδημαϊκή κοινότητα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης· την άνοδο του κ. Τραμπ· το κίνημα #MeToo· ή τον θάνατο του Τζορτζ Φλόιντ κάτω από το γόνατο ενός αστυνομικού το 2020. Όλα αυτά συνέβαλαν ώστε η αριστερά να επικεντρωθεί στον ρατσισμό και στις διακρίσεις λόγω φύλου. Η ταυτότητα έγινε πεπρωμένο. Ο φτωχότερος λευκός θεωρούνταν ότι απολάμβανε προνόμια που στερούνταν ακόμη και ο πλουσιότερος μαύρος. Θεωρητικά, το κίνημα κοινωνικής δικαιοσύνης επικεντρωνόταν στην αστυνόμευση· στην πράξη, όμως, εμμονικά ασχολήθηκε με άλλες προτεραιότητες της πολυφυλετικής ελίτ της Αμερικής, όπως οι προνομιακές εισαγωγές στα κορυφαία εκπαιδευτικά ιδρύματα. Για καθωσπρέπει λευκά κολλάρα, η καταγγελία των πλεονεκτημάτων που βασίζονταν στη φυλή έγινε τρόπος επίδειξης προοδευτικής συνείδησης· όπως και η περιφρόνηση προς τους «αξιοθρήνητους» που ψήφισαν τον κ. Τραμπ. Κάθε πραγματικός μαρξιστής θα έβλεπε εδώ μια κλασική απόπειρα διάσπασης της εργατικής τάξης, όμως οι ηγέτες των Δημοκρατικών υιοθέτησαν αυτή τη διχαστική πολιτική.
Δεν έχου τίποτε να χάσουν εκτός από περισσότερες εκλογές
Ύστερα ήρθε ο λογαριασμός, και ταυτόχρονα εμφανίστηκαν νέες προοπτικές. Η Κάμαλα Χάρις ηττήθηκε το 2024 και ο κ. Τραμπ κατέγραψε αυξανόμενη υποστήριξη μεταξύ μη λευκών ψηφοφόρων της εργατικής τάξης. Ο κ. Τραμπ περιόρισε τα προγράμματα διαφορετικότητας, ισότητας και συμπερίληψης, ενώ το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε τις εισαγωγές με κριτήριο τη φυλή. Οι Δημοκρατικοί ακτιβιστές άρχισαν να εξοργίζονται περισσότερο για την αδικία στη Γάζα παρά για εκείνη στην Αμερική. Ίσως σημαντικότερο απ’ όλα, ο κ. Μαμντάνι κέρδισε με ένα συμπεριληπτικό μήνυμα που εστίαζε στο να γίνει η ζωή πιο προσιτή οικονομικά — όπως συνέβη και με μετριοπαθείς Δημοκρατικούς υποψηφίους για κυβερνήτες στη Βιρτζίνια και το Νιου Τζέρσεϊ.
Παρά τις συγκρούσεις ανάμεσα σε προοδευτικούς και μετριοπαθείς, οι ατζέντες τους επικαλύπτονται όταν πρόκειται για το πρεκαριάτο, αν όχι για το προλεταριάτο. Από την Τζόρτζια μέχρι την Αλάσκα, όλοι οι Δημοκρατικοί είναι πλέον οικονομικοί λαϊκιστές, ζητώντας υψηλότερους μισθούς, χαμηλότερες τιμές και πιο προσιτή υγειονομική περίθαλψη. Θύματα και θύτες δεν κρίνονται πλέον από το χρώμα του δέρματός τους αλλά από το υπόλοιπο των τραπεζικών τους λογαριασμών. Οι δισεκατομμυριούχοι είναι οι κακοί και, με τον ευρύ ορισμό που χρησιμοποιείται σε όλο το φάσμα των Δημοκρατικών, όποιος εργάζεται για να πληρώνει τους λογαριασμούς του ανήκει στην εργατική τάξη. Αυτό μπορεί τελικά να μην αναζωογονήσει τους Δημοκρατικούς, πόσο μάλλον να σώσει τους Αμερικανούς που δυσκολεύονται. Αν όμως το πετύχει, το κόμμα θα οφείλει τουλάχιστον κάποια ευγνωμοσύνη σε ορισμένους νεαρούς σνομπ-μπολσεβίκους, επειδή το βοήθησαν να θυμηθεί τι είδους πράγματα υποστήριζε κάποτε.
Για να στηρίξετε το Άρδην μπορείτε να κάνετε μια προσφορά ΕΔΩ.
