Κοινωνία

Αποχαιρετισμός στον Τζίμη Πανούση…

Μαράθηκε η λουλουδιασμένη ιτιά…

Ο δικός μου Τζιμάκος

Του Κώστα Σαμάντη

Πανούσης: Υπηρέτης που κρατάει το φαλλικό σύμβολο (το φλάμπουρο), χορεύει ρυθμικά και κωμικά και λέει στους θεατές πειρακτικά-αισχρόλογα. Είναι ντυμένος κάτι μεταξύ Τούρκου (κόκκινο φέσι, λευκό τουρπάνι) και Αλβανού (σεντούκα φλοκωτή και γουρουνοτσάρουχα με μύτες, χωρίς φούντες). Οι παλιότεροι βλάχοι υποστηρίζουν πως παρίστανε μια συμβολική αντιστροφή, εκείνον δηλαδή που αυτομόλησε μετά την επικράτηση της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 και από αφέντης έγινε τώρα υποτακτικός στον νικητή-Έλληνα.

Γ. Κατσιμπάρδη, Βλάχοι και Βάκχοι στη Θήβα, 1977

Η πρώτη φορά που συνάντησα τον Τζιμάκο ήταν πριν τριάντα οχτώ χρόνια. Ήταν όντως Τζιμάκος. Είκοσι πέντε χρονών, με το μαλλί μαύρο, με το ίδιο σαρκαστικό χαμόγελο και απαραίτητο συμπλήρωμα στο εκκεντρικό ντύσιμό του το κολάν, που για πολλά χρόνια ήταν το σήμα κατατεθέν του. Ήταν Δεκέμβριος του 1979 και στις σχολές επικρατούσε μεγάλος αναβρασμός. Αίτημα του φοιτητικού κινήματος (που ξέσπασε με πολιτική ηγεμονία της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς και το οποίο, μερικές εβδομάδες αργότερα, θα κατήγαγε περήφανη νίκη) ήταν η κατάργηση του Νόμου 815. Ο Τζιμάκος, με μια κιθάρα, διανυκτέρευε μαζί με μας τους υπόλοιπους στην κατάληψη της Νομικής παίζοντας τα τραγούδια του, που λίγο αργότερα θα σιγοτραγουδούσε η νεολαία της χώρας. Τότε ήταν που έγραψε το «S.O.S. Πεντάγωνο καλεί Μόσχα», για την επιδρομή των ΚΝΑΤ και του Μαλάμη στο Χημείο.
Τον συνάντησα ξανά μερικούς μήνες αργότερα στο Skylab της Πλάκας. Μαζί με τον Ανδρέα Τζ., μελλοντικό κουμπάρο μου, και κάποιους άλλους, μαζεύαμε το χαρτζιλίκι μας δραχμή-δραχμή και τη βγάζαμε δύο φορές την εβδομάδα, κάποιες φορές και τρεις, στις παραστάσεις του. Κάθε βράδυ το πρόγραμμα ήταν λίγο πολύ το ίδιο, όμως περιμέναμε το ξέσπασμα του ανκόρ. Και όταν αυτό δεν γινόταν, τον πιάναμε στην έξοδο και του παραπονιόμασταν. Η απάντηση του: «Παιδιά, ήμουν λίγο κρυωμένος σήμερα, την άλλη φορά». Το κοινό συγκεκριμένο: Ο χώρος της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, ανάκατα με αναρχικούς και χουλιγκάνους. Τότε ήταν που προμηθεύτηκα την περίφημη πλέον κασέτα του «Disco tsoutsouni», την οποία διαφύλαξα μέχρι σήμερα ως κόρη οφθαλμού.
Αργότερα, το 1982, ακολούθησε ο στρατός. Αυλώνα, Κέντρο Εκπαίδευσης Τεθωρακισμένων, μετά ως έφεδρος ανθυπίλαρχος στην Κομοτηνή και τέλος μετάθεση και απολυτήριο στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, στους Μεταξάδες. Στις άδειές μου ανελλιπώς έδινα το παρών στις παραστάσεις του. Σιγά- σιγά όμως το κλίμα άλλαζε. Τέλη της δεκαετίας του ’80 νοίκιασα σπίτι στου Γκύζη. Τον συναντούσα συχνά έξω από το Μετρό, όπου είχε αρχίσει να δίνει τις συναυλίες του. Ετοιμόλογο όπως πάντα. Θυμάμαι ένα Σάββατο απόγευμα, ανηφορίζοντας για την πλατεία του Γκύζη, να πειράζει την κοπέλα μου που προπορευόταν με τις σακούλες του σούπερ μάρκετ στα χέρια: «Τι έγινε, κούκλα; Μικρή – μικρή στην κατανάλωση;»
Το κοινό του πλέον ήταν διαφορετικό: Βολεμένοι μικροαστοί που πάρκαραν τα αυτοκίνητά τους πάνω στα πεζοδρόμια, συνέρρεαν για να τον ακούσουν να καυτηριάζει αυτόν ακριβώς τον μικροαστισμό. Αυτός δεν έβαζε νερό στο κρασί του. Λίγο πριν είχε κυκλοφορήσει τον δίσκο «Κάγκελα παντού», με το γνωστό κομμάτι «Π.χ.» και τους επίσης γνωστούς στίχους, «Θα πάω στον Καραμπελιά, που ‘χει λεβέντες νέους, αναρχικούς κι ωραίους».
Ήξερα ότι όσο και αν ο δεσμός μας ήταν πλέον υπόγειος, στην ουσία παρέμενε αρραγής.
Τα χρόνια που ακολούθησαν ξέκοψα, με ενοχλούσε ολοένα και περισσότερο η σύνθεση του κοινού του. Ίσως αναπολούσα τις βραδιές στο Skylab. Πάντα όμως μου έβγαινε μια τρυφερότητα όταν έπεφτα πάνω στις συνεντεύξεις του και στα καινούρια τραγούδια του. Ήταν το ’93 όταν άκουσα το κομμάτι «Νεοέλληνας» (από τον δίσκο Vivere Pericolosamente), που έμελλε να είναι και το αγαπημένο μου. Ένα κομμάτι καυστικής καταγγελίας του παρασιτισμού, που στα χρόνια του ΠΑΣΟΚ αναδείχθηκε σε ύψιστη αξία.
Άρχισα να τον προσεγγίζω ξανά τα τελευταία δέκα χρόνια. Τα χρόνια του μνημονίου ο Τζιμάκος, ολοένα και περισσότερο, έβγαζε την οργή και τον θυμό που κουβαλούσε μέσα του για τις ευθύνες όσων είχαν φέρει αυτό τον τόπο σε τέτοιο χάλι. Έβαλλε κατά παντός. Κυρίως όμως κατά της αριστεράς. Τα έβαζε με την επίσημη εκδοχή της, μιας και πάντα κατηγορούσε το ΚΚΕ για τη Συμφωνία της Βάρκιζας. Γόνος ο ίδιος Μικρασιατών προσφύγων και από οικογένεια που συμμετείχε στην εθνική αντίσταση, δεν του συγχωρούσε το ξεπούλημα του αγώνα. Όμως και με τη λάιτ εκδοχή της αριστεράς, τους ανανεωτικούς, τους αριστερούς του Κολωνακίου, όπως έλεγε, δεν είχε λιγότερα προβλήματα.
Στα πρώτα χρόνια του μνημονίου αρθρογραφούσε σταθερά στο Χωνί, πριν στη συγκεκριμένη εφημερίδα (επί ΣΥΡΙΖΑ) αρχίζουν να συρρέουν κρατικές διαφημίσεις, αλλάξει γραμμή και μετατραπεί σε φερέφωνο του ΣΥΡΙΖΑ. Ήταν τότε που έβγαλε τον πατριωτισμό που χρόνια ολόκληρα κουβαλούσε, αλλά και τον σεβασμό που έτρεφε για τους θεσμούς και τις παραδόσεις αυτής της χώρας. Είχαμε παραμείνει όλα αυτά τα χρόνια σύντροφοι και ας μην γνωριζόμασταν προσωπικά. Δεν με απογοήτευσε ποτέ.
Η είδηση του θανάτου του με βρήκε το Σάββατο το μεσημέρι σε ένα ρακάδικο στο Κουκάκι. Αμέσως βγήκα να τηλεφωνήσω στον Ανδρέα για να του το ανακοινώσω. Τη συζήτησή μας επισκίαζε βαριά θλίψη και στενοχώρια. Κανονίσαμε συνάντηση τις επόμενες ημέρες για να τα συζητήσουμε όλα αυτά από κοντά. Μόλις τελείωσε η κουβέντα μας, επέστρεψα στο φιλικό τραπέζι όπου καθόμουν, κατέβασα μονορούφι τη ρακή που είχε απομείνει στο ποτήρι και σιγοτραγούδησα: «Σαράντα χρόνια θητεία, στραβάδια, απολύομαι».

 

Leave a Comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*