Το τέλος μιας εποχής και η αρχή των Ποδέμος

του Βισέντε Ναβάρρο* από το Άρδην τ. 99 

Κάτι συμβαίνει στην Ισπανία. Ένα κόμμα που δεν υπήρχε πριν από έναν χρόνο, οι Ποδέμος, με ξεκάθαρο αριστερόστροφο πρόγραμμα, θα μπορούσε να κερδίσει έναν επαρκή αριθμό ψήφων ώστε να αποκτήσει την πλειοψηφία στο ισπανικό κοινοβούλιο εφόσον οι εκλογές γίνονταν σήμερα. Την ίδια στιγμή, οι ηγέτες των G-20, κατά την διάρκεια της ετήσιας συνάντησής τους στην Αυστραλία, απηύθυναν τα συγχαρητήριά τους στον πρόεδρο της ισπανικής κυβέρνησης Μαριάνο Ραχόι, για τις πολιτικές που επέβαλε η κυβέρνησή του. (Και γράφω επέβαλε, επειδή καμία από αυτές τις πολιτικές δεν προβλέπονταν στο προεκλογικό του πρόγραμμα.
Αυτές περιελάμβαναν (α) τις μεγαλύτερες περικοπές δημόσιων και κοινωνικών δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από την καθιέρωση της Δημοκρατίας στην Ισπανία το 1978 (και οι οποίες κατέστρεψαν το υποχρηματοδοτούμενο ισπανικό κοινωνικό κράτος) και (β) τις σκληρότερες εργασιακές μεταρρυθμίσεις, που επιδείνωσαν δραματικά τις συνθήκες της αγοράς εργασίας. Οι μισθοί έπεσαν κατά 10% από τη στιγμή της Μεγάλης Ύφεσης που ξεκίνησε το 2007 και η ανεργία έφτασε στο ποσοστό ρεκόρ του 26% (52% μεταξύ της νεολαίας). Το ποσοστό αυτών που τα εργατικά συνδικάτα περιέγραψαν ως «παλιοδουλειές» (δηλαδή ευέλικτης, επισφαλούς εργασίας) αυξήθηκε και αφορά στην πλειοψηφία των νέων εργασιακών συμβολαίων που συνάπτονται αυτήν τη στιγμή στην αγορά εργασίας (σε ποσοστό 52% επί του συνόλου), ενώ το 66% των ανέργων δεν διαθέτουν κάποιου είδους κοινωνική ασφάλιση, η κρατική βοήθεια.
Αυτά τα μέτρα έχουν δημιουργήσει ένα τεράστιο πρόβλημα συρρίκνωσης της εσωτερικής ζήτησης, βασικό παράγοντα της μακροχρόνιας ύφεσης. Μόλις πολύ πρόσφατα, εμφανίστηκε μια μικρή αναπτυξιακή αναλαμπή, κυρίως λόγω της πτώσης της τιμής της βενζίνης, της υποτίμησης του ευρώ και της πιλοτικής υποχρέωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας να αγοράζει κρατικά ομόλογα. Η ισπανική κυβέρνηση δεν επηρέασε καθόλου αυτά τα γεγονότα, παρ’ όλο που τώρα ισχυρίζεται ότι αυτή η μικρή ανάκαμψη είναι αποτέλεσμα των νεοφιλελεύθερων πολιτικών της.
Αυτές οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές προωθούνται από τους θεσμούς της Ε.Ε. (το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, την Κομισιόν και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα) καθώς και από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Υλοποιήθηκαν στην Ισπανία με τη στήριξη και την ενθάρρυνση του χρηματιστικού κεφαλαίου, των μεγάλων επιχειρήσεων και του πολιτικού της εργαλείου, του Λαϊκού Κόμματος, που βρίσκεται τώρα στην κυβέρνηση. Φαίνεται ότι η δεξιά στην Ισπανία αποσπά αυτό που πάντοτε επιθυμούσε: τη μείωση των μισθών και την αποδυνάμωση της κοινωνικής προστασίας μέσω της κατάρρευσης του κοινωνικού κράτους. Αυτές είναι οι πολιτικές που οι υπερεθνικές ελίτ των G-20, που συγκεντρώθηκαν στην Αυστραλία, παρουσίαζαν ως μοντέλο προς μίμηση για όλες τις χώρες, εκθειάζοντας την Ισπανία ως χώρα-πρότυπο.


Οι ιστορικές αιτίες αυτών των γεγονότων

Το ισπανικό φασιστικό πραξικόπημα καθιέρωσε ένα από τα πιο βάναυσα καταπιεστικά καθεστώτα που υπήρξε ποτέ στη Δυτική Ευρώπη κατά τον 20ο αιώνα. Για κάθε πολιτική δολοφονία που διέπραττε ο Μουσολίνι, η δικτατορία του Φράνκο πραγματοποιούσε 10.000. Ακόμα και σήμερα, υπάρχουν πάνω από 120.000 αγνοούμενα θύματα της δικτατορίας. Μετά την Καμπότζη, η Ισπανία είναι δεύτερη στον σχετικό κατάλογο των χωρών με τις περισσότερες εξαφανίσεις ανθρώπων για πολιτικούς λόγους, δίχως αυτές να αφήσουν πίσω τους ίχνη. Η δικτατορία του Φράνκο ήταν μια ταξική δικτατορία εναντίον του εργαζόμενου πληθυσμού. Αυτή η δικτατορία είναι υπεύθυνη για την τεράστια οικονομική και πολιτιστική υπανάπτυξη που αντιμετώπισε η χώρα. Όταν το στρατιωτικό πραξικόπημα πραγματοποιήθηκε το 1936, το ΑΕΠ της Ισπανίας ήταν ανάλογο με αυτό της Ιταλίας. Το 1978, όταν η δικτατορία έπεσε και καθιερώθηκε η κοινοβουλευτική δημοκρατία, το ισπανικό ΑΕΠ αντιστοιχούσε στο 62% του ιταλικού. Αυτό ήταν το οικονομικό κόστος επιβολής της φασιστικής δικτατορίας.
Όταν ο δικτάτορας πέθανε το 1975, η δικτατορία διαρκούσε ήδη επί 40 χρόνια. Ο κρατικός μηχανισμός, μια συμμαχία φασιστικών δυνάμεων γνωστών ως Εθνικό Κίνημα και Όπους Ντέι (μια θρησκευτική σέχτα της καθολικής Εκκλησίας), καθώς και ο στρατός και η ίδια η Εκκλησία, επιθυμούσαν μια συνέχεια της δικτατορίας υπό την ηγεσία του υπαρχηγού του Φράνκο, Καρέρο Μπλάνκο. Αλλά αυτός είχε ήδη δολοφονηθεί από την ΕΤΑ, δημιουργώντας έτσι ένα κενό στην ηγεσία της δικτατορίας.
Εν τω μεταξύ, η αντιφασιστική αντίσταση ενδυναμωνόταν, με μια ισχυρή και ευρεία κοινωνική κινητοποίηση, που καθοδηγούνταν κυρίως από την εργατική τάξη στις μεγάλες βιομηχανικές πόλεις της Βαρκελώνης, του Μπιλμπάο, της Μαδρίτης, και σε άλλες περιοχές της Ισπανίας, όπως η εξορυκτική περιοχή της Αστουρίδας. Από το 1975 μέχρι το 1978, η Ισπανία ήταν η χώρα με τις περισσότερες εργατικές απεργίες στη Δυτική Ευρώπη, παρ’ όλο που απαγορεύονταν διά νόμου. Αυτή η εργατική αναταραχή κλόνισε το ισπανικό κατεστημένο, το οποίο περιλάμβανε εκτεταμένα τμήματα της ισπανικής αστικής τάξης, που δεν θεωρούσαν ως βιώσιμη προοπτική μια συνέχεια της δικτατορίας. Ήθελαν να ενσωματωθούν στην Ε.Ε., και η δικτατορία αντιπροσώπευε ένα εμπόδιο σε αυτή την προοπτική. Ο βασιλιάς, Χουάν Κάρλος, που είχε διοριστεί από τον Φράνκο, ηγήθηκε του κινήματος για μια πολιτική αλλαγή που θα εγγυόταν τη συνέχεια του χρηματοπιστωτικού και βιομηχανικού καθεστώτος κάτω από ένα διαφορετικό πολιτικό καθεστώς. Έτσι, διόρισε τον Αδόλφο Σουάρες, που ήταν ο γενικός γραμματέας του Εθνικού Κινήματος, πρωθυπουργό της χώρας, με την εντολή να εγκαινιάσει τις μεταρρυθμίσεις στο ισπανικό κράτος. Αυτές οι αλλαγές στόχευαν κύρια στην ενσωμάτωση του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (PSOE) στον κρατικό μηχανισμό και στην περιθωριοποίηση του Κομμουνιστικού Κόμματος (PCE), που αποτελούσε την κύρια δύναμη του αντιφασιστικού αγώνα.
Πριν διαλυθεί, το Εθνικό Κίνημα επέβαλε μια σειρά από όρους. Ο πρώτος ήταν ότι ο εκλογικός νόμος θα σχεδιαζόταν έτσι ώστε να ήταν αδύνατο για το Κομμουνιστικό Κόμμα να αποκτήσει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Ο νόμος εγκρίθηκε, και αναθεωρήθηκε κατά τη διάρκεια της δημοκρατίας, ωστόσο συνέχισε να ασκεί διακρίσεις ενάντια στην εργατική τάξη των αστικών κέντρων (όπου το Κομμουνιστικό Κόμμα έπαιρνε και τις περισσότερες από τις ψήφους του). Έτσι, ενώ μια συντηρητική πόλη όπως η Σαλαμάνκα, χρειάζεται 32.000 ψήφους για να εκλέξει έναν αντιπρόσωπο στο κοινοβούλιο, η Βαρκελώνη (μια πόλη που ιστορικά συνδέεται με την αριστερά) χρειάζεται 150.000 ψήφους. Ο νέος εκλογικός νόμος ενθάρρυνε τον δικομματισμό, δηλαδή ένα πολιτικό σύστημα δύο κομμάτων –του συντηρητικού νεοφιλελεύθερου (Λαϊκό Κόμμα – PP) και του σοσιαλιστικού (Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα – PSOE), που ελέγχουν όλον τον κρατικό μηχανισμό υπό την ηγεμονία του Λαϊκού Κόμματος.

Η κυριαρχία των συντηρητικών  δυνάμεων στο κράτος

Έτσι, το δεξιό κατεστημένο ασκούσε πλήρη έλεγχο σε όλους τους κρατικούς θεσμούς και στα ΜΜΕ (ράδιο, Τύπος και τηλεόραση). Οι δημοκρατικές δυνάμεις (υπό την ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος), είχαν μόλις βγει από την παρανομία ή είχαν επιστρέψει από την εξορία και έτσι, η μετάβαση πραγματοποιήθηκε υπό εντελώς δυσμενείς συνθήκες για την αριστερά. Δεν υπήρχε καμία ισορροπία μεταξύ των δεξιόστροφων και των αριστερόστροφων δυνάμεων. Προϊόν αυτής της ανισορροπίας ήταν το ισπανικό Σύνταγμα και οι δημοκρατικοί θεσμοί, οι οποίοι ήταν σαφέστατα επηρεασμένοι από το συντηρητικό κατεστημένο. Έτσι, ενισχύθηκε η δομή της εξουσίας που προϋπήρχε κατά τη διάρκεια της δικτατορίας. Οι τράπεζες συνέχισαν να αποτελούν κεντρικό παράγοντα στην οικονομική ζωή της χώρας και οι μεγαλύτερες βιομηχανίες (που λειτουργούσαν κύρια στη Βαρκελώνη, το Μπιλμπάο και τη Μαδρίτη) και ήταν εξαιρετικά ισχυρές κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, παρέμειναν εξίσου ισχυρές, υπό ευνοϊκότερες μάλιστα συνθήκες: ιδιωτικοποίηση μεγάλων δημόσιων υπηρεσιών –από την ενέργεια μέχρι τις τηλεπικοινωνίες–, οι οποίες ελέγχονταν πλέον από τις ελίτ των πολιτικών κομμάτων, ιδιαίτερα από το Λαϊκό Κόμμα, το οποίο διόρισε φίλους του προέδρου της κυβέρνησης και του κόμματος σε αυτές τις προσφάτως ιδιωτικοποιημένες επιχειρήσεις. Όπως και στη Ρωσία, οι μεγάλες επιχειρήσεις, που παλαιά ήταν υπό τον έλεγχο του κομματικού κατεστημένου, στη νέα κατάσταση ελέγχονταν από τα ίδια άτομα, τα οποία πλέον αποτελούσαν κομμάτι της νέας πλουτοκρατίας.
Ο κύριος κληρονόμος της ισπανικής δικτατορίας, το κυβερνητικό Λαϊκό Κόμμα, είναι μια συμμαχία μεταφασιστικών ομάδων (όπως η Λαϊκή Συμμαχία, με την υπερδεξιά ιδεολογία), νεοφιλελεύθερων και συντηρητικών ενώσεων (όπως χριστιανοδημοκρατικοί θεσμοί που βρίσκονται κοντά στην Καθολική Εκκλησία). Το Λαϊκό Κόμμα περιλαμβάνει και μια πολύ ισχυρή μεταφασιστική, σωβινιστική και αντιμεταναστευτική συνιστώσα, πράγμα που εξηγεί το γιατί η Ισπανία δεν διαθέτει κάποιο μεγάλο ακροδεξιό κίνημα, καθώς αυτό είναι ήδη ενσωματωμένο στο Λαϊκό Κόμμα.

Το Κοινωνικό και το Εθνικό Ζήτημα

Ένα κύριο χαρακτηριστικό της δεξιάς κυριαρχίας πάνω στο κράτος ήταν η φτώχεια του κοινωνικού κράτους και οι πολύ άσχημες συνθήκες λειτουργίας της αγοράς εργασίας. Η ανεργία είναι μόνιμη στην Ισπανία και οι δημόσιες κατά κεφαλήν κοινωνικές επενδύσεις είναι μεταξύ των χαμηλότερων στην Ε.Ε. των 15 (των πλουσιότερων χωρών εντός της Ε.Ε.). Αυτές οι συνθήκες επιδεινώθηκαν ακόμα περισσότερο εξαιτίας της κρίσης.
Μια άλλη συνέπεια ήταν η διαιώνιση μιας αντίληψης για την Ισπανία, που κληροδότησε η δικτατορία, και τα προηγούμενα μοναρχικά καθεστώτα, η οποία απέρριπτε την πολυεθνικότητα του κράτους. Αντίθετα, το ισπανικό Σύνταγμα αναγνώριζε μόνον ένα έθνος, το ισπανικό έθνος, αρνούμενο το ιστορικό αίτημα των αριστερών κομμάτων –του Σοσιαλιστικού και του Κομμουνιστικού– που θεωρούσαν την Καταλωνία, τη χώρα των Βάσκων και τη Γαλικία διαφορετικά έθνη εντός της Ισπανίας και έθεταν κατά τη διάρκεια της δικτατορίας το αίτημα της αυτοδιάθεσης των διαφορετικών εθνών της Ισπανίας. Αυτό το αίτημα αγνοήθηκε κατά τη μετάβαση στη δημοκρατία, εξαιτίας της αντίδρασης της μοναρχίας και του στρατού. Από το 1978 κι έπειτα, όταν καθιερώθηκε το νέο Σύνταγμα και εγκαθιδρύθηκε η δημοκρατία, το σοσιαλιστικό κόμμα (PSOE) αποδέχτηκε πλήρως την μονοεθνική αντίληψη για την Ισπανία.

Ευρώπη, από Όνειρο σε Εφιάλτη: Η Ενσωμάτωση της Ισπανίας στο Ευρώ.

Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, η Ευρώπη υπήρξε ένα όνειρο των αντιφασιστικών δημοκρατικών δυνάμεων, που πάλευαν εναντίον του φασιστικού καθεστώτος υπό πολύ δύσκολες συνθήκες. Η δημοκρατία και το κοινωνικό κράτος είχαν ταυτιστεί με τη Ευρώπη και θεωρούνταν ότι αποτελούσαν αντικειμενικούς προς επίτευξη στόχους άπαξ και εγκαθιδρυόταν η δημοκρατία. Η Ευρώπη ήταν εκείνο που οι ισπανικές δημοκρατικές δυνάμεις πάντοτε επιθυμούσαν. Ένα όνειρο που έπρεπε να πραγματοποιηθεί σε δεύτερο στάδιο. Μεταβλήθηκε, ωστόσο, σε εφιάλτη. Γιατί;
Ο σχεδιασμός του ευρώ ήταν η αφετηρία αυτού του εφιάλτη. Πραγματοποιήθηκε από τα τραπεζικά συμφέροντα ώστε να τους επιτρέψει έναν ισχυρό έλεγχο πάνω στο νόμισμα. Δεν είναι τυχαίο ότι τα γραφεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας βρίσκονται απέναντι από εκείνα της Μπούντεσμπανκ, της Γερμανικής Κεντρικής Τράπεζας, στη Φρανκφούρτη. Η Μπούντεσμπανκ είναι ο εκφραστής του γερμανικού χρηματιστικού κεφαλαίου, του επίκεντρου του ευρωπαϊκού χρηματιστικού συστήματος.
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, ωστόσο, δεν είναι μια κεντρική τράπεζα: Είναι ένα λόμπι τραπεζών, κυρίως των γερμανικών. Η ΕΚΤ τυπώνει χρήματα, αλλά δεν βοηθάει τα κράτη: Δεν αγοράζει το χρέος των κρατών, επιτρέποντας έτσι την εξάρτηση των τελευταίων από τις χρηματοπιστωτικές αγορές (δηλαδή τις ιδιωτικές τράπεζες). Η ΕΚΤ δανείζει χρήματα στις ιδιωτικές τράπεζες με πολύ χαμηλά επιτόκια. Και οι τράπεζες εξαγοράζουν το δημόσιο χρέος με εξαιρετικά υψηλά επιτόκια. Πρόκειται για μια δολοφονία προς χάριν των ιδιωτικών τραπεζών! Αυτές είναι οι αιτίες της τρομακτικής ανάπτυξης του ισπανικού δημόσιου χρέους (οι γερμανικές τράπεζες κατέχουν το 20% του χρέους που κατέχουν ιδιωτικές τράπεζες, που αποτελεί με τη σειρά του το 50% του συνολικού χρέους). Έτσι, η εξυπηρέτηση των επιτοκίων του δημόσιου δανεισμού καταλαμβάνει το δεύτερο μεγαλύτερο μέρος του προϋπολογισμού, μετά την κοινωνική ασφάλιση. Η Γερμανία έχει δανείσει 700 δισ. στα PIGS (Πορτογαλία, Ισπανία, Ελλάδα, και Ιταλία) και 200 δισ. στην Ισπανία. Αυτός είναι ο λόγος που η Ε.Ε. δάνεισε άλλα 100 δισ. στην Ισπανία (στο πλαίσιο της διάσωσης των τραπεζών), με το σκεπτικό ότι η χώρα θα πρέπει να εξυπηρετήσει το χρέος της προς τις γερμανικές τράπεζες. Την ίδια στιγμή, το δημόσιο χρέος της Ισπανίας αυξάνεται σε μη εξυπηρετούμενα επίπεδα.
Αλλά υπάρχει κι ένας άλλους λόγος για τον οποίο το ευρώ πλήττει το ισπανικό κράτος. Τα κριτήρια του Μάαστριχτ ορίζουν ότι το δημόσιο έλλειμμα ενός κράτους δεν μπορεί να είναι ανώτερο του 3% του ΑΕΠ. Από τη στιγμή που στην Ισπανία ήταν 6%, έπρεπε να περικοπεί. Αλλά αυτές οι περικοπές δεν έγιναν μέσω της αύξησης των φόρων, ή της καταπολέμησης της φοροδιαφυγής (η φοροδιαφυγή στην Ισπανία είναι από τις μεγαλύτερες στην Ε.Ε., με διαφεύγοντα έσοδα ύψους 80 δισ.€, ένα 80% των οποίων αφορά τράπεζες, μεγάλες περιουσίες και τις μεγάλες επιχειρήσεις, ο τζίρος των οποίων υπερβαίνει τα 150 εκατ. €, την ίδια στιγμή που αντιπροσωπεύουν το 0,12% όλων των επιχειρήσεων), αλλά μέσω των δημόσιων περικοπών (και συγκεκριμένα της κρατικής κοινωνικής πρόνοιας). Η είσοδος της Ισπανίας στην ευρωζώνη πραγματοποιήθηκε εις βάρος του ισπανικού κοινωνικού κράτους, το οποίο αφορούσε κυρίως τις λαϊκές τάξεις.

Προς τι οι περικοπές;

Οι περικοπές των μισθών, αλλά και του αριθμού των ανθρώπων που παίρνουν μισθούς, καθώς και η μείωση των δημόσιων δαπανών, σηματοδοτούν πάντα μια τεράστια μείωση τόσο της εγχώριας ζήτησης όσο και της οικονομικής ανάπτυξης. Στην Ισπανία, οι μειώσεις των μισθών επέφεραν χρέη στους οικογενειακούς προυπολογισμούς και στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Τα χρέη αυξήθηκαν κατακόρυφα και αυτό με τη σειρά του έφερε τεράστια αύξηση του τραπεζικού τομέα (η Ισπανία έχει έναν από τους μεγαλύτερους τραπεζικούς τομείς στην Ευρώπη, αναλογικά 3πλάσιο από αυτόν των ΗΠΑ). Ωστόσο, η χαμηλή κερδοφορία της παραγωγικής οικονομίας έκανε τις τράπεζες να διοχετεύσουν τεράστια κεφάλαια σε κερδοσκοπικές επενδύσεις, δημιουργώντας γιγάντιες φούσκες, η πιο σημαντική από τις οποίες ήταν η στεγαστική φούσκα.
Κατά τη διάρκεια της δημιουργίας της εν λόγω φούσκας υπήρχε μεγάλη ευφορία στο πολιτικό κατεστημένο. Ο τότε πρωθυπουργός και σοσιαλιστής ηγέτης, Χοσέ Λουίς Θαπατέρο, θεωρούσε ότι, σε εποχές τέτοιας απίστευτης ανάπτυξης, οι φόροι θα έπρεπε να μειωθούν. Το σύνθημά του ήταν «η μείωση των φόρων πρέπει να είναι ο στόχος της αριστεράς». Όντως, προέβη σε γενναίες μειώσεις φόρων. Ο Θαπατέρο ανακοίνωσε το σύνθημά του το 2005. Το 2006 πέρασε το νομοσχέδιο φορολογικής μεταρρύθμισης και το 2007, όταν τελικά έσκασε η φούσκα, εμφανίστηκε μια τρύπα 27 εκατ. ευρώ στα κρατικά έσοδα. Σύμφωνα με τους οικονομολόγους της στατιστικής υπηρεσίας του υπουργείου Οικονομικών, το 70% αυτής της τρύπας οφειλόταν στις μειώσεις φόρων και μόνο το 30% ήταν αποτέλεσμα της μειωμένης οικονομικής δραστηριότητας των αρχών της μεγάλης οικονομικής κρίσης.
Κάπως έτσι ξεκίνησαν οι περικοπές, υπό το ψευδές επιχείρημα ότι η χώρα έπρεπε να εφαρμόσει μέτρα λιτότητας διότι ξόδευε πάρα πολύ. Στην πραγματικότητα, όταν ξεκίνησε η κρίση, το ισπανικό δημόσιο είχε πλεόνασμα και οι δημόσιες δαπάνες ήταν πολύ χαμηλότερες από εκείνες που θα απαιτούσε το επίπεδο ανάπτυξης της χώρας. Οι περικοπές, λοιπόν, εκφράζουν την ταξική φύση των μέτρων που πάρθηκαν. Ο σοσιαλιστής Θαπατέρο πάγωσε τις κρατικές συντάξεις για να βάλει στο χέρι 1.500 εκατ. ευρώ, όταν θα μπορούσε να ενισχύσει πολλαπλάσια τα δημόσια ταμεία, ενεργοποιώντας τους φόρους ιδιοκτησίας που είχε καταργήσει (2.500 εκατ. ευρώ), επαναφέροντας τους φόρους κληρονομιάς στα προ του 2006 επίπεδα (2300 εκατ. ευρώ) και φορολογώντας  αυτούς που είχαν εισόδημα πάνω από 120 χιλ. ευρώ τον χρόνο (2.200 εκατ. ευρώ). Οι περικοπές εντάθηκαν αργότερα από τον συντηρητικό-φιλελεύθερο Ραχόι, ο οποίος έκοψε 6.000 εκατ. ευρώ από το εθνικό σύστημα υγείας, δηλώνοντας, όπως και ο Θαπατέρο πριν απ’ αυτόν, ότι «δεν υπάρχουν εναλλακτικές». Η συγκεκριμένη υπήρξε η πιο συχνά χρησιμοποιούμενη φράση του δημοσίου λόγου των κυβερνητικών παραγόντων. Παρ’ όλα αυτά, εναλλακτικές υπήρχαν. Θα μπορούσε, κάλλιστα, να επαναφέρει τη φορολογία των μεγάλων επιχειρήσεων, τη δραστική μείωση της οποίας είχε εγκρίνει, διοχετεύοντας στα δημόσια ταμεία 5.500 εκατ. ευρώ. Οι οικονομολόγοι Ναβάρο, Τόρες και Γκαρθόν είχαν γράψει ένα βιβλίο με τίτλο Υπάρχουν εναλλακτικές, στο οποίο έδειχναν με ξεκάθαρο και πειστικό τρόπο ότι, όντως, υπήρχαν εναλλακτικές. Το βιβλίο έγινε μπεστ σέλερ στην Ισπανία και χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον από το κίνημα των αγανακτισμένων.

Το κίνημα των αγανακτισμένων

Οι περικοπές στις δημόσιες δαπάνες και οι τρεις μεταρρυθμίσεις στα εργασιακά που εφαρμόστηκαν, πρώτα από τη σοσιαλιστική κυβέρνηση και μετέπειτα από τη συντηρητική-φιλελεύθερη κυβέρνηση, προκάλεσαν την οργή του κόσμου, διότι κανένα από τα δύο μέτρα δεν πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με κάποια λαϊκή εντολή. Καμία από αυτές τις πολιτικές δεν αναφερόταν στα προεκλογικά προγράμματα των κυβερνώντων κομμάτων. Οι υποτιθέμενοι δημοκρατικοί, αντιπροσωπευτικοί θεσμοί, λειτούργησαν εκ μέρους των οικονομικών συμφερόντων των μεγαλοεργοδοτών, οι οποίοι, επιτέλους, πέτυχαν τις πολιτικές που πάντα επιθυμούσαν –τις άγριες περικοπές μισθών και τη διάλυση κάθε κοινωνικής προστασίας– με την παράλληλη παρουσίαση αυτών των πολιτικών ως των μόνων εφικτών, εφόσον «δεν υπήρχαν εναλλακτικές λύσεις». Τι ίδιο μήνυμα προωθήθηκε και από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την ΕΚΤ και το ΔΝΤ. Κάπως έτσι το ευρωπαϊκό όνειρο μετατράπηκε σε εφιάλτη.
Σε απάντηση σε αυτόν τον εφιάλτη εμφανίστηκε το κίνημα των αγανακτισμένων, το οποίο γρήγορα απλώθηκε σε ολόκληρη τη χώρα. Τα συνθήματά του, όπως το «η πολιτική τάξη, δεν μας εκπροσωπεί», έγιναν γρήγορα δημοφιλή. Κατά συνέπεια, οι κρατικοί θεσμοί άρχισαν να χάνουν την όποια νομιμοποίηση είχαν και το καθεστώς αντέδρασε με σφοδρή καταστολή. Αυτό, βέβαια, δεν σταμάτησε τους αγανακτισμένους, πολλοί από τους ηγέτες των οποίων ήταν νέοι και υπέφεραν από τις επιπτώσεις της κρίσης.
Το κίνημα των αγανακτισμένων απαίτησε μια δεύτερη μεταπολίτευση, ζητώντας το τέλος του καθεστώτος του 1978 (του πολιτικού συστήματος που εγκαθιδρύθηκε το 1978 με το τέλος της δικτατορίας του Φράνκο) και της εγκαθίδρυσης μιας νέας δημοκρατικής τάξης η οποία θα αντικαθιστούσε τους υπάρχοντες αντιπροσωπευτικούς θεσμούς με νέους που θα πλαισιώνονταν και με άλλες μορφές δημοκρατικής συμμετοχής, όπως δημοψηφίσματα ή λαϊκές συνελεύσεις. Ο στόχος ήταν να καθιερωθεί ένα αυθεντικό δημοκρατικό σύστημα, που θα προέβλεπε τόσο άμεσες μορφές συμμετοχής των πολιτών, όπως τα δημοψηφίσματα, όσο και έμμεσες, όπως η αντιπροσωπευτική δημοκρατία, με την πρόβλεψη ότι τα πολιτικά κόμματα που θα έπαιρναν μέρος στη δεύτερη θα ήταν πολύ πιο δημοκρατικά από τα υπάρχοντα.
Το κίνημα των αγανακτισμένων είχε μεγάλο αντίκτυπο και η πρώτη του συγκέντρωση στην Πουέρτα ντελ Σολ ήταν μια διαμαρτυρία ενάντια στο σύνθημα «δεν υπάρχουν εναλλακτικές». Πραγματικά, η ηγεσία των αγανακτισμένων επιδείκνυε το βιβλίο Υπάρχουν εναλλακτικές στους αστυνομικούς που προσπαθούσαν να ελέγξουν τη διαδήλωση. Η φωτογραφία χιλιάδων πολιτών να δείχνουν το βιβλίο κυκλοφόρησε παντού και δημοσιεύθηκε στον Τύπο. Ο κύριος στόχος του κινήματος ήταν να αμφισβητηθεί ο ισχυρισμός ότι «δεν υπάρχουν εναλλακτικές» δείχνοντας, τελικά, ότι και εναλλακτικές υπήρχαν και η νομιμότητα ενός καθεστώτος, που επέβαλλε πολιτικές που δεν είχαν τη λαϊκή εντολή, ήταν αμφισβητούμενη.

Ποδέμος: Το νέο πολιτικό κόμμα

Ένα τέτοιο κίνημα είναι λογικό να επιθυμούσε να ιδωθεί ως κάτι πέρα από ένα κίνημα διαμαρτυρίας, αν ήθελε να γίνει αντιληπτό ως η συνείδηση της χώρας. Οι αγανακτισμένοι, λοιπόν, συνειδητοποίησαν ότι έπρεπε να παρέμβουν στην κεντρική πολιτική σκηνή και κάπως έτσι δημιουργήθηκε το Ποδέμος. Οι ηγέτες του ήταν άτομα που έπαιξαν ενεργό ρόλο στους αγανακτισμένους. Κάποιοι είναι νέοι λέκτορες του τμήματος πολιτικών και κοινωνικών επιστημών του Κομπλουτένσε, του μεγαλύτερου δημοσίου πανεπιστημίου στην Ισπανία. Πολλοί προέρχονται από τη νεολαία του ΚΚ Ισπανίας. Άσχετα, βέβαια,  από το πού προέρχονται, όλοι πιστεύουν πως η ρίζα του προβλήματος είναι ο έλεγχος του κράτους από μια κάστα πολιτικών που βρίσκονται κυρίως στα δύο μεγάλα κόμματα (το σοσιαλιστικό ΡΡ και το συντηρητικό-φιλελεύθερο ΡSΟΕ), η οποία είναι στενά συνδεδεμένη με τις μεγάλες χρηματιστηριακές και τραπεζικές επιχειρήσεις που έχουν διαφθείρει τους κρατικούς θεσμούς. Οι Ποδέμος καλούν σε μια συστράτευση για την εγκαθίδρυση ενός δημοκρατικού κράτους και μιας δημοκρατικής Ευρώπης, «μιας Ευρώπης των λαών και όχι των τραπεζιτών».
Στην πρώτη εκλογική τους κάθοδο στις ευρωεκλογές το 2014, οι Ποδέμος πήραν πολύ μεγαλύτερο ποσοστό από αυτό που ανέμεναν, αλλά το σημαντικότερο ήταν πως όλες οι δημοσκοπήσεις, από εκεί και μετά, έδειχναν μια εκπληκτική άνοδο της εκλογικής τους βάσης, με αποκορύφωμα την τελευταία που έδωσε κυβερνητικό προβάδισμα στο κόμμα. Αποδείχθηκε έτσι ότι το σύνθημα των Ποδέμος, «ψήφισε ενάντια στην κάστα: πέταξέ τους όλους έξω», ήταν απόλυτα πετυχημένο. Ήταν, πλέον, φανερό, ότι η πλειοψηφία των ανθρώπων είχε σιχαθεί το πολιτικό και μιντιακό κατεστημένο.
Υπήρχε, όμως, ένα βασικό πρόβλημα. Το νέο κόμμα δεν είχε δομή. Αυτό δημιούργησε την ανάγκη να διαμορφωθεί μια οργάνωση βασισμένη σε μια συνελευσιακή δομή. Επίσης, ζητήθηκε από τους Βιθέντε Ναβάρο και Χουάν Τόρες (συγγραφείς του βιβλίου Υπάρχουν εναλλακτικές) να ετοιμάσουν ένα προσχέδιο του οικονομικού προγράμματος που θα εφαρμόσει μια πιθανή κυβέρνηση των Ποδέμος. Το συγκεκριμένο προσχέδιο θα είναι η βάση για μια ενδελεχή συζήτηση μέσα στο κόμμα. Ο τίτλος του προσχεδίου είναι: «Η ανάγκη για τον εκδημοκρατισμό της οικονομίας για να τερματιστεί η κρίση και να βελτιωθεί η δικαιοσύνη, το ευ ζην και η ποιότητα ζωής: μια πρόταση για την έναρξη ενός διαλόγου για τη λύση των προβλημάτων της ισπανικής οικονομίας» και περιγράφει επακριβώς το σκοπό του εγγράφου. Το προσχέδιο κυκλοφόρησε ευρέως από τους Ποδέμος με τον νέο τίτλο: «Ένα οικονομικό σχέδιο για τον λαό» και είχε τρομερή απήχηση στους Ισπανούς πολίτες.
Η παρουσίαση της πρότασης από τον Πάμπλο Ιγκλέσιας και τους συγγραφείς του προσχεδίου έγινε το γεγονός της χρονιάς στην Ισπανία. Τα καθεστωτικά και οικονομικά ΜΜΕ, καθώς και οι διανοούμενοι και εκπρόσωποι Τύπου των δύο καθεστωτικών κομμάτων (ΡΡ και ΡSΟΕ), επιτέθηκαν με μίσος κατά του εγγράφου και των συγγραφέων του. Ταυτόχρονα, στην Ευρώπη, ο πρόεδρος της Μπούντεσμπανκ δήλωσε ότι οι προτάσεις που περιγράφονται στο πρόγραμμα θα είναι καταστροφικές για τις οικονομίες της Ισπανίας και των ευρωπαϊκών κρατών. Ποτέ πριν ένα έγγραφο δεν είχε τύχει τέτοιας λυσσαλέα εχθρικής αντίδρασης από το οικονομικό, πολιτικό και μιντιακό κατεστημένο. Ωστόσο, έτυχε θετικής ανταπόκρισης από τον ισπανικό λαό και συνεισέφερε τα μέγιστα στην αλλαγή του χαρακτήρα της οικονομικής συζήτησης στη χώρα, καθώς αμφισβήτησε μετωπικά τη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία.
Το οικονομικό προσχέδιο δεν ήταν ο προϋπολογισμός της μελλοντικής κυβέρνησης των Ποδέμος, αλλά μάλλον οι στρατηγικές γραμμές που πρόκειται να ακολουθηθούν από αυτήν. Η ανάλυση των αιτιών της κρίσης στο έγγραφο εστιάζουν στην υπερβολική μεγέθυνση των ανισοτήτων που έφερε τη χρηματιστηριακή, οικονομική και πολιτική κρίση. Στο κέντρο της ανάλυσης τίθεται η σύγκρουση του κεφαλαίου (υπό την ηγεμονία του χρηματιστικού κεφαλαίου) με την εργασία. Αυτή έχει οδηγήσει σε μία άνευ προηγουμένου μείωση της εσωτερικής ζήτησης (μέσω των περικοπών των μισθών και της ανεργίας, αλλά και των μειώσεων των δημοσίων κοινωνικών δαπανών). Έτσι, οι προτάσεις των Ποδέμος στοχεύουν στην αντιστροφή αυτής της μεγέθυνσης των ανισοτήτων, αυξάνοντας την εσωτερική ζήτηση (μέσω της αύξησης των μισθών και της απασχόλησης) και επεκτείνοντας τις δημόσιες δαπάνες και επενδύσεις (ειδικά στις κοινωνικές υποδομές). Επίσης, υπογραμμίζεται η ανάγκη για αύξηση του αριθμού των δημοσίων τραπεζών ως μέσου για την παροχή πίστωσης στις οικογένειες και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Μια ακόμη πρόταση είναι η μείωση της εργάσιμης εβδομάδας στις 35 ώρες και η μείωση της ηλικίας συνταξιοδότησης από τα 67 στα 65. Το προτεινόμενο πρόγραμμα θα ενισχύσει την εργασία εις βάρος του κεφαλαίου και φιλοδοξεί να διορθώσει τις ανισότητες των φύλων ως ένα μέσο για την αύξηση της απασχόλησης. Επιπρόσθετα, προτείνει τρόπους για τη χρηματοδότηση του προγράμματος, στοχεύοντας στην αλλαγή των οικονομικών πολιτικών της χώρας και τη δραστική μείωση της φοροδιαφυγής.

Ποιο είναι το μυστικό της επιτυχίας των Ποδέμος;

Η απάντηση είναι πολύ εύκολη: Υπάρχει πολλή οργή ενάντια σ’ αυτό που οι Ποδέμος αποκαλούν «η κάστα». Η κάστα περιλαμβάνει τις κυβερνώσες ελίτ στο πολιτικό κατεστημένο, που έχουν αναπτύξει στενές σχέσεις συνενοχής με τις μεγάλες χρηματιστηριακές και μη επιχειρήσεις που κυριαρχούν στην πολιτική και μιντιακή σκηνή της χώρας. Το σύνθημα «πετάξτε τους όλους έξω» βρίσκει ευρεία υποστήριξη από την πλειοψηφία των Ισπανών. Επιπρόσθετα, οι Ποδέμος χρησιμοποιούν μια γλώσσα που ο λαός καταλαβαίνει, επαναπροσδιορίζοντας την ταξική πάλη ως μια σύγκρουση ανάμεσα στους πάνω και σ’ όλους τους άλλους, πράγμα που τους δίνει υποστήριξη από ένα μεγάλο μέρος της ισπανικής κοινωνίας. Ένας τρίτος λόγος για την ευρεία αποδοχή τους είναι και το γεγονός ότι οι Ποδέμος έχουν κάνει τον αγώνα για πραγματική δημοκρατία κεντρικό ζήτημα της στρατηγικής τους, με την πρόβλεψη διαφόρων μορφών δημοκρατικής διακυβέρνησης, όπως τα δημοψηφίσματα (που ορίζονται ως το δικαίωμα στην απόφαση), παράλληλα με τις έμμεσες ή αντιπροσωπευτικές μορφές δημοκρατίας. Ακριβώς λόγω της δέσμευσής τους για πραγματική δημοκρατία, οι Ποδέμος έχουν αποδεχτεί το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης για τις διαφορετικές εθνότητες που υπάρχουν στην Ισπανία, πραγματοποιώντας μια ιστορική ρήξη με την Ισπανία ως μονοεθνικό κράτος. Η ύπαρξη της Ισπανίας ως πολυεθνικό κράτος υπήρξε η ιστορική απαίτηση όλων των αριστερών κομμάτων της χώρας (συμπεριλαμβανομένου και του ΡSΟΕ), η οποία εγκαταλείφθηκε με τη μεταπολίτευση λόγω του βασιλιά (που διορίστηκε από τον Φράνκο) και του στρατού. Η τεράστια λαϊκή απαίτηση των Καταλανών για το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση (η οποία δεν πρέπει να συσχετίζεται με την ανεξαρτησία: το 82% των Καταλανών υποστηρίζουν την πρώτη και μόνο το 33% τη δεύτερη) έχει δημιουργήσει εντάσεις με την κεντρική κυβέρνηση, η οποία είναι σήμερα εξαιρετικά μη δημοφιλής. Οι Ποδέμος, αντιθέτως, είναι σήμερα το πρώτο κόμμα στην Καταλονία με βάση τις δημοσκοπήσεις.
Η επιτυχία των Ποδέμος έχει γίνει η μεγαλύτερη απειλή για το ισπανικό (και το ευρωπαϊκό) κατεστημένο. Σήμερα, το ισπανικό χρηματιστικό, πολιτικό και μιντιακό κατεστημένο βρίσκεται σε πλήρη πανικό και άμυνα, ψηφίζοντας νόμους που ενισχύουν την καταπίεση. Οι επικεφαλής των μεγάλων ισπανικών τραπεζών είναι ιδιαίτερα ανήσυχοι, όπως φάνηκε από τις δηλώσεις του κυρίου Μποτίν (προέδρου της Τράπεζας του Σανταντέρ) τέσσερις ημέρες πριν πεθάνει, ότι οι Ποδέμος και η Καταλονία απειλούν την Ισπανία. Προφανώς, εννοούσε ότι απειλούν τη «δική του» Ισπανία και είχε δίκιο. Το μέλλον είναι ανοιχτό και, όπως είχε πει κάποτε ο Γκράμσι: «Βρισκόμαστε στο τέλος μιας περιόδου, χωρίς να γνωρίζουμε πώς θα είναι η επόμενη». Είναι ξεκάθαρο ότι η Ευρώπη, η Ισπανία και η Καταλονία βρίσκονται στο τέλος μιας εποχής. Αυτό που δεν είναι ξεκάθαρο είναι τι θα επακολουθήσει. Μένει να το δούμε.

*Ο Βισέντε Ναβάρρο (Vicenç Navarro) διδάσκει Κοινωνιολογία στα Πανεπιστήμια John Hopkins της Βαλτιμόρης και Pompeu Fabra της Καταλονίας. Μελετά κυρίως με την Ευρώπη και την Ισπανία.
Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε στς 28 Δεκεμβρίου 2014 στο περιοδικό Counterpunch.

Mετάφραση: Dean M., Γιώργος Ρακκάς

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek