του Αναστασίου Μπαράκου, από το Άρδην τ. 96, Μάρτιος-Μάιος 2014

Ο χώρος της παγκόσμιας αμυντικής βιομηχανίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τις αμυντικές δαπάνες των κρατών από τις οποίες και τροφοδοτείται. Προκειμένου να αξιολογηθούν οι δραστηριότητες της αμυντικής βιομηχανίας στο διεθνές περιβάλλον, πρέπει προφανώς να αναλυθούν οι καταγραφείσες τάσεις της παγκόσμιας αγοράς αμυντικού υλικού.

Οι παγκόσμιες στρατιωτικές δαπάνες για το έτος 2012 ανήλθαν στα 1.756 δισεκατομμύρια δολάρια, ποσό που αντιπροσωπεύει το 2,5 % του παγκόσμιου Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ). Το σύνολο των δαπανών κινήθηκε 0,4 % χαμηλότερα από το αντίστοιχο του 2011. Η κατανομή των παγκόσμιων δαπανών για το 2012 καταδεικνύει την απαρχή μιας μετατόπισης από τη Δύση σε άλλες περιοχές του αναπτυσσόμενου κόσμου και, κυρίως, σε αυτές της Ανατολικής Ευρώπης και της Ασίας. Παρά την παγκόσμια οικονομική κρίση, οι αμυντικές δαπάνες παραμένουν σταθερές την πενταετία 2008-2012.

Οι πέντε μεγαλύτεροι εξαγωγείς στρατιωτικού εξοπλισμού κατά την περίοδο 2008-2012 ήταν οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ρωσία, η Γερμανία, η Γαλλία και η Κίνα. Τη συγκεκριμένη περίοδο, ήταν η πρώτη φορά, μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, κατά την οποία ένα κράτος που δεν προέρχεται από την Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική εμφανίστηκε μεταξύ των πέντε μεγαλύτερων εξαγωγέων στρατιωτικού εξοπλισμού.

ΗΠΑ 3 0%
ΡΩΣΙΑ 2 6%
ΓΕΡΜΑΝΙΑ 7%
ΓΑΛΛΙΑ 6 %
ΚΙΝΑ 5 %
σύνολο Ε.Ε 25%

Οι πωλήσεις όπλων και υπηρεσιών από τις εκατό κορυφαίες εταιρείες στον κόσμο ανήλθαν σε 410 δισεκατομμύρια δολάρια για το 2011. Σε σύγκριση με τις εκατό κορυφαίες εταιρείες το 2010, οι πωλήσεις όπλων και υπηρεσιών κατά το έτος 2011 εμφάνισαν μείωση 5%. Η μείωση αυτή οφείλεται σε διάφορους παράγοντες και, κυρίως:

– Στην απόσυρση δυνάμεων από το Ιράκ.
– Στο εμπάργκο των Ηνωμένων Εθνών στη Λιβύη.
– Στις καθυστερήσεις υλοποίησης εξοπλιστικών προγραμμάτων λόγω των μέτρων λιτότητας που σχετίζονται με περικοπές των στρατιωτικών δαπανών.

Οι πέντε μεγαλύτεροι εισαγωγείς εξοπλισμών στον κόσμο, κατά την περίοδο 2008-2012 ήταν η Ινδία 12%, η Κίνα 6%, το Πακιστάν 5%, η Νότια Κορέα 5% και η Σιγκαπούρη 4%.
Επιπρόσθετα, ως αξιοσημείωτο συγκρατείται το γεγονός ότι η ροή των εξοπλισμών προς την Ασία και την Αφρική αυξήθηκε σημαντικά την περίοδο 2008-2012 σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο 2003-2007, ενώ οι ροές προς την Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή μειώθηκαν μεταξύ των δυο αυτών περιόδων αναφοράς.

Η Κατάσταση στην Ευρωπαϊκή Αμυντική Βιομηχανία

Στη Δυτική και Κεντρική Ευρώπη, τα μέτρα λιτότητας αποτέλεσαν την κύρια αιτία μείωσης των στρατιωτικών δαπανών. Ο όγκος του αμυντικού υλικού που εισήχθη από τα κράτη της Δυτικής και Κεντρικής Ευρώπης αντικατοπτρίζει σε γενικές γραμμές τις πρόσφατες τάσεις για μειώσεις των στρατιωτικών δαπανών στην περιοχή.
Πιο συγκεκριμένα, παρατηρήθηκε ότι, μεταξύ 2003-2007 και 2008-2012, οι εισαγωγές στη Δυτική Ευρώπη μειώθηκαν κατά 16%, ενώ στην Κεντρική Ευρώπη η μείωση ανήλθε στο 49%. Στη Δυτική Ευρώπη, η συνολική μείωση των εισαγωγών οφείλεται κατά μεγάλο βαθμό στη μείωση των εισαγωγών στρατιωτικού εξοπλισμού από την Ελλάδα και την Ιταλία, η οποία κινήθηκε στο 61% και 55 %, αντίστοιχα.

Οι περικοπές στον προϋπολογισμό των ευρωπαϊκών χωρών έχουν επηρεάσει αρνητικά τις αμυντικές βιομηχανίες της Ευρώπης, οι οποίες κατά μεγάλο βαθμό στηρίζονται σε χώρες της ΕΕ.

Παράλληλα, οι προσπάθειες που γίνονται στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Άμυνας για την προώθηση της Ενιαίας Ευρωπαϊκής και Βιομηχανικής και Τεχνολογικής Βάσης στον πεδίο της Άμυνας έχουν επιβραδυνθεί.
Η υλοποίηση των ενιαίων αμυντικών πολιτικών μεταξύ κρατών-μελών της ΕΕ και ειδικότερα όσον αφορά στον τομέα της αμυντικής βιομηχανίας στηρίζεται στην αξιοποίηση των δυνατοτήτων που παρέχει η Ευρωπαϊκή Οδηγία 2009/81/ΕΚ. (Στην Ελλάδα, η υπόψη οδηγία ενσωματώθηκε στο Εθνικό Δίκαιο με τον Ν.3978/2011).

Σύμφωνα με την ανωτέρω οδηγία, η σταδιακή διαμόρφωση μιας ευρωπαϊκής αγοράς αμυντικού εξοπλισμού είναι αναγκαία προκειμένου να ενισχυθεί η αμυντική, βιομηχανική και τεχνολογική βάση στην Ευρώπη και να αναπτυχθούν οι στρατιωτικές δυνατότητες που είναι απαραίτητες για την υλοποίηση της ευρωπαϊκής πολιτικής ασφάλειας και άμυνας.

Από ελληνικής πλευράς, τα ανωτέρω ενσωματώθηκαν στην ελληνική νομοθεσία με το άρθρο 3 του ν.3978/11, σύμφωνα με τον οποίο προβλέπεται η εγκαθίδρυση και διατήρηση μίας εγχώριας τεχνολογικής βιομηχανικής βάσης.
Η σχετική οδηγία κατήργησε την Εγχώρια Βιομηχανική Συμμετοχή (ΕΒΣ) και τα Αντισταθμιστικά Ωφελήματα (ΑΩ) από τα οποία στηρίζονταν κυρίως οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, γεγονός το οποίο αποτελεί απειλή για τη συρρίκνωση των εθνικών αμυντικών βιομηχανιών των μικρότερων κρατών, η βιομηχανική βάση των οποίων αποτελείται από τέτοιου είδους επιχειρήσεις, όπως η χώρα μας.

Η ενσωμάτωση της κοινοτικής οδηγίας 2009/81/ΕΚ στο εθνικό δίκαιο περί προμηθειών στον τομέα της άμυνας και της ασφάλειας δυσχεραίνει περαιτέρω την ήδη βεβαρημένη κατάσταση, καθόσον απαγορεύει οποιαδήποτε προνομιακή ανάθεση έργου στην εγχώρια βιομηχανία.

Η κατάργηση της Εγχώριας Βιομηχανικής Συμμετοχής (ΕΒΣ), της Ελληνικής Προστιθέμενης Αξίας (ΕΠΑ) και των Αντισταθμιστικών Ωφελημάτων (ΑΩ), που αποτελούσαν σημαντική παράμετρο για τη βιωσιμότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και την εισαγωγή τεχνογνωσίας στη χώρα μας, δημιουργεί πλέον ένα αβέβαιο περιβάλλον για τη βιομηχανική δραστηριότητα αυτών των επιχειρήσεων.

Ωστόσο, η εφαρμογή της οδηγίας 2009/81 κατά το διάστημα Αύγουστος 2011-Μάρτιος 2013 στην Ε.Ε., είχε ως αποτέλεσμα το 92% των συμβάσεων που υπογράφηκαν από τα κράτη μέλη να ανατεθεί στην εγχώρια βιομηχανία τους, ενώ σε αξία συμβάσεων το αντίστοιχο ποσοστό ανέρχεται σε 97%.

Είναι προφανές ότι, στην πράξη, οι χώρες της Ε.Ε με στοχευμένες κινήσεις κατορθώνουν να αναθέτουν σχεδόν το σύνολο των αμυντικών τους δαπανών στην εγχώρια βιομηχανία τους.

Οι απαιτήσεις ασφάλειας εφοδιασμού και ασφάλειας πληροφοριών, σε πολλές περιπτώσεις εκτιμάται ότι δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από ξένες εταιρείες. Οι εταιρείες της εγχώριας βιομηχανίας αποκτούν πλεονέκτημα έναντι των αλλοδαπών επιχειρήσεων, καθόσον οι προμήθειες υλικών από πηγές του εξωτερικού δεν είναι πάντοτε εξασφαλισμένες, αφού η ελληνική κυβέρνηση σε πολλές περιπτώσεις δεν μπορεί να ελέγξει τις αλλοδαπές προμηθεύτριες εταιρείες και ιδιαίτερα σε περίπτωση κρίσης, όπου αυξάνονται οι απαιτήσεις για ασφάλεια εφοδιασμού και πληροφοριών. Στις ανωτέρω περιπτώσεις η επίκληση των κατάλληλων διατάξεων της κοινοτικής οδηγίας 2009/81/ΕΚ, με την ταυτόχρονη αιτιολόγηση στην ευρωπαϊκή επιτροπή, μη επιδεχόμενης αμφισβήτησης (απαίτηση των άρθρων 30 παράγραφοι 2, 3 και 31 της οδηγίας), οι ελληνικές επιχειρήσεις θα μπορούσαν να ευνοηθούν.

Είναι δυνατή η επίκληση του άρθρου 346 της ΣΛΕΕ για την εξαίρεση μέρους ή του συνόλου της προμήθειας από την οδηγία, για λόγους που η παροχή πληροφοριών είναι αντίθετη με τα ουσιώδη συμφέροντα εθνικής ασφάλειας. Σύμφωνα με το άρθρο 346 της ΣΛΕΕ:

Κανένα κράτος-μέλος δεν υποχρεούται να παρέχει πληροφορίες, τη διάδοση των οποίων θεωρεί αντίθετη προς ουσιώδη συμφέροντα ασφαλείας του.

Κάθε κράτος-μέλος δύναται να λαμβάνει τα μέτρα που θεωρεί αναγκαία για την προστασία ουσιωδών συμφερόντων της ασφαλείας του, που αφορούν την παραγωγή ή εμπορία όπλων, πυρομαχικών και πολεμικού υλικού· τα μέτρα αυτά δεν πρέπει να αλλοιώνουν τους όρους του ανταγωνισμού εντός της εσωτερικής αγοράς σχετικά με τα προϊόντα που δεν προορίζονται για στρατιωτικούς ειδικά σκοπούς».

Η απαίτηση των δανειστών της χώρας μας για συρρίκνωση της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας αποτελεί απειλή για τα ζωτικά συμφέροντα της πατρίδα μας και των απαιτήσεων των ΕΔ . Ταυτόχρονα αποτελεί ευκαιρία για τις μεγάλες αμυντικές βιομηχανίες διεθνώς που στοχεύουν να εδραιώσουν περαιτέρω τη θέση τους σε μια ελκυστική αγορά όπως η Ελλάδα.

Η Κατάσταση στην Ελληνική Αμυντική Βιομηχανία

Η εγχώρια αμυντική βιομηχανία αποτελείται από ογδόντα περίπου μικρομεσαίες κυρίως επιχειρήσεις, που απασχολούν περί τους 8000 εργαζόμενους

Η Ελλάδα, παρά τις παραγωγικές δυνατότητες που έχει αναπτύξει, δεν έχει καταφέρει να καλύψει τις επιχειρησιακές απαιτήσεις των ΕΔ από την εγχώρια βιομηχανία, με αποτέλεσμα να εισάγει τη συντριπτική πλειοψηφία του αναγκαίου αμυντικού υλικού.

Τη χρονική περίοδο 2007 έως 2011 η χώρα μας ήταν ο μεγαλύτερος εισαγωγέας εξοπλισμών στην Ευρώπη, παρά το γεγονός ότι οι εισαγωγές εξοπλισμών στην Ελλάδα παρουσίασαν μείωση κατά 18%, σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο 2002-2006 και είχε ως αποτέλεσμα η χώρα μας να υποχωρήσει από την 4η θέση, στη 10η θέση διεθνώς.
Τα μέτρα λιτότητας κατά το έτος 2012 επηρέασαν περαιτέρω τις διατιθέμενες πιστώσεις της χώρας μας για εξοπλιστικά προγράμματα, με αποτέλεσμα αυτή να υποχωρήσει στη 15η θέση της παγκόσμιας κατάταξης κατά την περίοδο 2008-2012 σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο 2003-2007, ενώ ο όγκος των εισαγωγών της μεταξύ των δυο περιόδων αναφοράς μειώθηκε κατά 61%.

Οι δαπάνες της χώρας μας σε € για αγορά εξοπλισμών από το 2003 έως 2012 εμφαίνονται στον πίνακα 2.
Η χώρα μας αποτελεί μια εκ των σημαντικότερων αγορών της διεθνούς αμυντικής βιομηχανίας και ιδίως των επιχειρήσεων που εδρεύουν στην Ευρώπη. Αυτό επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι κατά την περίοδο 2007-2011 ήταν ο σημαντικότερος πελάτης της γερμανικής αμυντικής βιομηχανίας και εισήγαγε το 13% του εξαγόμενου γερμανικού αμυντικού υλικού, ενώ ήταν ο δεύτερος μεγαλύτερος πελάτης της Γαλλίας, εισάγοντας το 10% των γαλλικών εξαγωγών αμυντικού υλικού.

Αδυναμίες της Εγχώριας Αμυντικής Βιομηχανίας

Οι αδυναμίες της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας θα μπορούσαν να συνοψιστούν:
α. Στα οικονομικά αποτελέσματα των αμυντικών βιομηχανιών
β. Στον περιορισμό της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας στην εσωστρέφεια.
γ. Στην τεχνολογική υστέρηση
δ. Στην περιορισμένη συμμετοχή της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας στον τομέα της υποστήριξης- συντήρηση των υφιστάμενων συμβάσεων.

Πλεονεκτήματα της Εγχώριας Αμυντικής Βιομηχανίας

Παρά τις αδυναμίες της, η εγχώρια αμυντική βιομηχανία έχει και πλεονεκτήματα, όπως:
α. Η αποκτηθείσα πείρα.
β. Το συγκριτικό πλεονέκτημα που προκύπτει για τη χώρα μας ως μέλος του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε.
γ. Το χαμηλό εργασιακό κόστος.

Η εξωστρέφεια της βιομηχανίας μας αποτελεί μονόδρομο για τη βιωσιμότητά της, καθόσον η παρούσα οικονομική συγκυρία οδηγεί στην απεξάρτηση πολλών εταιρειών από τις εγχώριες αμυντικές δαπάνες. Οι προοπτικές τις Ελληνικής Αμυντικής Βιομηχανίας οφείλουν να είναι πλέον συνυφασμένες με τις απαιτήσεις της αγοράς στρατιωτικού εξοπλισμού τόσο σε ευρωπαϊκό, όσο και σε διεθνές επίπεδο.

Σε μία εποχή που η παγκοσμιοποίηση αποτελεί δομικό στοιχείο του διεθνούς γίγνεσθαι, η εγχώρια αμυντική βιομηχανία οδηγείται σε αναγκαιότητες αναπροσαρμογής τόσο σε επίπεδο δομών, όσο και σε επίπεδο λειτουργιών. Προς αυτή την κατεύθυνση, η ενίσχυση και ανάπτυξη της εξωστρέφειας της αμυντικής βιομηχανίας της χώρας αποτελεί στρατηγική επιλογή.

Από την ανάλυση τόσο του διεθνούς, όσο και του εσωτερικού περιβάλλοντος, προκύπτει ότι οι ένοπλες δυνάμεις της χώρας μας δεν μπορούν από μόνες τους να στηρίξουν την εγχώρια αμυντική βιομηχανία και, ταυτόχρονα, η αμυντική βιομηχανία δεν είναι σε θέση να καλύψει τις ανάγκες των ενόπλων δυνάμεων σε τεχνολογίες αιχμής.
Η εγχώρια αμυντική βιομηχανία απαιτείται πλέον να ακολουθήσει ένα σαφές και αυστηρό πλάνο δράσης προκείμενου να μετασχηματιστεί και να ευδοκιμήσει αφενός στην ελληνική επικράτεια, ικανοποιώντας τις απαιτήσεις των ΕΔ, και αφετέρου σε ένα κυρίως διεθνοποιημένο περιβάλλον. Επομένως, απαιτείται συγκεκριμένη λήψη μέτρων και η στόχευση στην εφαρμογή συγκεκριμένων πολιτικών.

Τα παραπάνω οδηγούν απαραίτητα στη χάραξη της Εθνικής Αμυντικής Βιομηχανικής Στρατηγικής (Ε.Α.Β.Σ.).
Σκοπός της Εθνικής Αμυντικής Βιομηχανικής Στρατηγικής (ΕΑΒΣ) είναι να καθορίσει συγκεκριμένες ενέργειες, μέτρα και πολιτικές, προκειμένου να ενισχυθεί η εγχώρια αμυντική βιομηχανία, η οποία αναμφισβήτητα αποτελεί πολλαπλασιαστή εθνικής ισχύος για τη χώρα μας. Συνακόλουθα, είναι στρατηγική επιλογή για το ΥΠΕΘΑ, όχι μόνο να δημιουργήσει εκείνο το θεσμικό πλαίσιο που θα επιτρέψει τη διατήρηση της αμυντικής βιομηχανίας, αλλά και αυτό που θα την ενισχύσει, καταβάλλοντας κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να την καταστήσει ανταγωνιστική και αποτελεσματική.

Προϋποθέσεις για την εφαρμογή της στρατηγικής αποτελούν:

Η αμοιβαία δέσμευση των ΕΔ της χώρας με τους φορείς της αμυντικής βιομηχανίας, για έναν κοινό μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, με στόχο τη βελτίωση των βιομηχανικών δυνατοτήτων οι οποίες θα ικανοποιούν τις επιχειρησιακές προτεραιότητες των ΕΔ.

Ο προσδιορισμός του επίπεδου αμυντικής τεχνολογίας το οποίο είναι ρεαλιστικά εφικτό.

Η συγκέντρωση των εγχώριων δεξιοτήτων σε καθορισμένους τομείς ανάπτυξης βιομηχανικών δυνατοτήτων, λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος τους και την αποκτηθείσα πείρα των ελληνικών εταιρειών της αμυντικής βιομηχανίας.

Ο προσανατολισμός στην εξωστρέφεια.

Η άμεση κατάρτιση του Μακροπρόθεσμου Προγράμματος Προμηθειών Αμυντικού Υλικού και του Τριετούς Κυλιόμενου Προγράμματος Προμηθειών Παραλαβών Αμυντικού Υλικού προκειμένου να αποτυπωθούν με ακρίβεια, μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα, οι απαιτήσεις των ΕΔ.

* Ο Αναστάσιος Μπαράκος είναι Χημικός Βιομηχανίας και έχει θητεύσει Σύμβουλος στη Δ/ση της Δ.Ε.Η, Πρόεδρος Δ.Σ της ΒΙ.Ε.Χ, Δ/νων Σύμβουλος της Ε.Β.Ο, Πρόεδρος και Δ/νων Σύμβουλος της Α.Ε ΧΥΤΗΡΙΑ ΗΠΕΙΡΟΥ, Πρόεδρος και Δ/νων Σύμβουλος της ΛΑΡΚΟ

One Comment

  1. Σωστο και ποιοτικο το αρθρο καθως εχει καποια στοιχεια στα οποια βασιζεται αλλα κυριως γιατι δινει βαση σε προτασεις απλες και βασικες.
    Ενα πραγμα εχω να προσθεσω ειναι οτι συντομα η παραγωγη οπλων θα γινεται με τη βοηθεια τεχνητης νοημοσυνης (οπως και ο πολεμος) και τρισδιαστατων εκτυποτων. Οποτε και το κοστος παραγωγης θα πεσει κατακορυφα.
    Ειναι κριμα που στην Ελλαδα δεν ασχοληται κανενας με αυτα αν και στα χρονια που ερχονται θα ειναι απαραιτητα και βασικα. Αν και βασικη πλεον ειναι και η αμυνα στο internet που και γι αυτο βεβαια δεν ασχολειται κανενας στην Ελλαδα.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek