Ο Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος μέσα από την

ιστορία ενός κύπριου εθελοντή

  

ΣΑΒΒΑΣ Π. ΜΑΣΤΡΑΠΠΑΣ* 

            Τις πρώτες πρωινές ώρες της 1ης Σεπτεμβρίου 1939 Γερμανικά στρατεύματα εισβάλουν στο Πολωνικό έδαφος, χωρίς να προηγηθεί κήρυξη πολέμου.

Στις 10 π.μ. της ίδιας μέρας ο Αδόλφος Χίτλερ αναγγέλλει στο Ραϊχστάγ (Γερμανική Βουλή) ότι οι πολεμικές επιχειρήσεις άρχισαν. Το απόγευμα ο πρέσβης της Μ. Βρετανίας στο Βερολίνο επιδίδει στον υπουργό εξωτερικών του Ράιχ, Ρίμπεντροπ διακοίνωση με την οποία το Λονδίνο απαιτεί την διακοπή κάθε επιθετικής ενέργειας κατά της Πολωνίας.

Στις 3/9/1939 ο Ρίμπεντροπ απορρίπτει τις αξιώσεις του Λονδίνου. Την ίδια μέρα η Μ. Βρετανία δηλώνει επίσημα ότι από το μεσημέρι βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση με την Γερμανία.

Η Κύπρος ως αποικία του Βρετανικού στέμματος βρέθηκε αυτομάτως και αυτή σε εμπόλεμη κατάσταση. Από τον Αύγουστο του 1939 κυβερνήτης της Κύπρου είναι ο Σερ Ουίλιαμ Ντένις Μπάττερσχιλ, ο οποίος αντικατέστησε τον γνωστό για την σκληρότητά του Πάλμερ.

Η Βρετανική στρατιωτική δύναμη που υπήρχε στην Κύπρο το 1939 αριθμούσε μόλις 200 άνδρες.

Στις 5 Σεπτεμβρίου 1939 ο Μπάττερσχιλ συγκάλεσε το συμβουλευτικό συμβούλιο και τους ανακοίνωσε ότι αποφάσισε τη σύσταση στρατιωτικού σώματος που θα αποτελείτο από 500 Κυπρίους. Τον Οκτώβριο άνοιξε στρατολογικό γραφείο στη Λευκωσία.

Μέχρι τον Δεκέμβριο 1939 παρουσιάστηκαν 1000 υποψήφιοι και έγιναν δεκτοί οι 250.

 

ΚΑΤΑΤΑΞΗ ΚΑΙ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

            Ο παππούς μου Σάββας Θεοδούλου Μαστραππάς (γεννήθηκε στις 7-7-1912 στη Λάπηθο και απεβίωσε στις 15-7-1982 στην προσφυγιά), κατατάχτηκε στο Κυπριακό Σύνταγμα του Αγγλικού Στρατού στις 14-2-1940 με αριθμό CY950 και υπηρέτησε με τον βαθμό του Λοχία (Σάρτζις όπως έλεγε) (Σύμφωνα με το βιβλίο του Πέτρου Παπαπολυβίου «Εθελοντές Β.Π.Π.). Όπως γράφει ο Γερμανός ιστορικός Χάιντς Ρίχτερ (Ιστορία της Κύπρου, τόμος Α):

«Στην πρώτη φάση μέχρι την επίθεση της Ιταλίας στην Ελλάδα παρουσιάστηκαν 6000 υποψήφιοι οι οποίοι δεσμεύτηκαν για μερικά χρόνια. Ο στρατός πλήρωνε 3 σελίνια, τη μέρη δηλαδή το τριπλάσιο από το μεροκάματο ενός ανειδίκευτου εργάτη, σε μια εποχή που η ανεργία μάστιζε τον πληθυσμό μετά το κλείσιμο των Ορυχείων χαλκού και αμιάντου».

«Δούλευα στα μεταλλεία της Λεύκας (μου έλεγε ο παππούς). Οι Εγγλέζοι έκλεισαν τα μεταλλεία και έμεινα χωρίς δουλειά. Είχα τέσσερα παιδιά τότε και δεν είχα άλλη λύση για να τα αναγιώσω από το να καταταχτώ στον Στρατό».

Η βασική στρατιωτική εκπαίδευση γινόταν αρχικά στη Λευκωσία και από το Νοέμβριο του 1939 στα Πολεμίδια.

Ήταν θυμάμαι χαρακτηριστική η ορολογία που χρησιμοποιούσε ο παππούς μου καθώς και οι άλλοι συνυπηρετήσαντες. Αγγλικοί όροι και παραγγέλματα προσαρμοσμένοι στην Κυπριακή διάλεκτο.

«Εμαθέναμεν Λεφράιτ (αριστερό-δεξί), βήμα. Οι πιο πολλοί δεν έξεραν ποιο εν τω δεξί τζιαί πιο ήταν το αριστερό τους πόδι, με αποτέλεσμα να μπερδεύονται. Τότε ένας Μέιτζερ (ταγματάρχης) έδωσε διαταγή να τους δέσουν ένα σκόρδο στο ένα πόδι και έναν κρεμμύδι στο άλλο, μ’ αυτό τον τρόπο απλοποίησε τα πράγματα για τους εκπαιδευτές που έδιναν το παράγγελμα: Σκόρτος – Κρομμύδιν, σκόρτον – Κρομμύϊν».

ΜΕΤΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ

            Στην συνέχεια μεταφέρονταν στην Αίγυπτο όπου παραλάμβαναν στολή και εξοπλισμό και εκπαιδεύονταν να οδηγούν φορτηγά τα οποία μετέφεραν με υδροφόρες πόσιμο νερό στις μαχόμενες μονάδες στην Αιγυπτιακή έρημο.

Το «Κυπριακό σύνταγμα» αποτελούνταν κυρίως από βοηθητικά σώματα. Ημιονηγοί, σκαπανείς, μεταγωγικό σώμα.

Την άνοιξη του 1940 σχηματίστηκαν και δύο λόχοι μηχανικού. Συνολικά είχαμε 10 Λόχους Κυπρίων που στάλθηκαν εκτός Κύπρου.

Τον Φεβρουάριο του 1940, σύμφωνα με τον καθηγητή Ρίχτερ: «Οι Κυπριακές μονάδες που αποτέλεσαν διοικητικά το Σύνταγμα Κύπρου, προσαρτήθηκαν στο Βασιλικό Βοηθητικό Σώμα Στρατού (Royal Army Service Corps)».

Σύμφωνα με τις ενθυμίσεις του πατέρα μου Πανίκου Μαστραππά: «μετά τα Πολεμίδια ο παππούς μεταφέρθηκε στην Αίγυπτο. Έπειτα, θυμάμαι ότι συμμετείχε σε εχθροπραξίες που έγιναν στην Λιβύη, Μάρσα Ματρούχ, Τομπρούκ (είχαμε και ένα κάλυκα από οβίδα πυροβόλου στο σπίτι μας στη Λάπηθο που έγραφε πίσω Τομπρούκ) και Σίντι Μπαράνι ή Σίντι ελ Μπαράνι».

Ποια ήταν η κατάσταση των εμπολέμων στην Αφρική. Ο Χρ. Ανδρ. Καβαφάκης (Ιστορία του ΒΠΠ, τόμος Β) αναφέρει:

«Στις 13 Σεπτεμβρίου 1940 τα Ιταλικά στρατεύματα πέρασαν στην επίθεση από το ανατολικό τμήμα της Κυρηναϊκής με σκοπό να εισβάλουν στην Αίγυπτο για να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για την κατάληψη των κυριότερων βάσεων του αγγλικού στόλου της Αλεξάνδρειας και τις διώρυγας του Σουέζ.

Τα στρατεύματα του Γκρατσιάνι που άρχισαν την επίθεση, ακολούθησαν τις ακτές ως το λιμάνι Σίντι ελ Μπαράνι, δηλαδή προχώρησαν καμμιά εκατοστή χιλιόμετρα. Ύστερα σταμάτησαν. Ο Γκρατσιάνι οχύρωσε τις θέσεις του περιμένοντας ενισχύσεις κι ανεφοδιασμό.

Είχαν απωθήσει τους Βρετανούς εξαναγκάσαντες αυτούς να συγκεντρωθούν παρά την Μάρσα Ματρούχ.

Αυτή την κατάσταση παρουσίαζε το αφρικανικό μέτωπο στα μέσα Σεπτεμβρίου ενάμιση περίπου μήνα πριν από την ιταλική επίθεση της 28ης Οκτωβρίου κατά της Ελλάδας».

Την ανάπαυλα που επικράτησε στο δεύτερο δεκαπενθήμερο του Σεπτεμβρίου του 1940 χρησιμοποιήθηκε από τον Στρατηγό Wavell αρχηγό των Βρετανικών αυτοκρατορικών στρατευμάτων στην Μέση Ανατολή, για να ενισχύσει τα στρατεύματά του στην Αίγυπτο και να ετοιμαστεί για την αντεπίθεση.

Οπότε μάλλον σ’ αυτό το χρονικό διάστημα ήταν που μεταφέρθηκαν και οι Λόχοι των Κυπρίων στην Αίγυπτο.

Η ζέστη ήταν αφόρητη ο παππούς μου μου έλεγε χαρακτηριστικά ότι «οι λαμαρίνες των υδροφόρων και των τανκς έβραζαν κάτω από τον ήλιο, έσπαγαν αυγά πάνω στις λαμαρίνες και σε μηδέν χρόνο τηγανίζονταν».

Και συνεχίζει ο Καβαφάκης:

«Στις αρχές Δεκεμβρίου 1940 οι Άγγλοι κατόρθωσαν να ενισχύσουν το συγκρότημα της Αιγύπτου με δύο μεραρχίες πεζικού και ένα σύνταγμα αρμάτων μάχης και να αυξήσουν την αεροπορική τους δύναμη από 600 σε 1.000 αεροπλάνα.

Εκμεταλλευόμενοι την ήττα της φασιστικής Ιταλίας στην Ελλάδα, την παθητικότητα της Ιταλικής διοίκησης και το σκόρπισμα των στρατευμάτων του εχθρού σε όλο το μήκος των παραλίων της Λιβύης – οι Άγγλοι τη νύχτα της 9ης Δεκεμβρίου 1940 πέρασαν στην επίθεση.

Πριν από την επίθεση η αεροπορία βομβάρδισε τα σπουδαιότερα κατοικημένα σημεία και αεροδρόμια και ο πολεμικός στόλος το Μακτίλ και το Σίντι ελ Μπαράνι. Με το τέλος της ημέρας οι Άγγλοι κατόρθωσαν να καταλάβουν τα οχυρά της πρώτης γραμμής ανατολικά και νότια του Σίντι ελ Μπαράνι.

Άρχισαν την επίθεση εναντίον του Σίντι ελ Μπαράνι από το Νότο. Ταυτόχρονα ο πολεμικός στόλος και η αεροπορία βομβάρδιζαν χωρίς διακοπή την πόλη.

Η ιταλική φρουρά του Σίντι ελ Μπαράνι με 40.000 περίπου άνδρες δεν υποστηρίχθηκε από τις εφεδρείες των μετόπισθεν. Το βράδυ της 10ης Δεκεμβρίου παραδόθηκε στους Άγγλους».

Ο παππούς έλεγε ότι οι Ιταλοί αιχμάλωτοι ήταν σε κακή κατάσταση. Η δίψα τους θέριζε. «Είδα μια ομάδα απ’ αυτούς στο Σίντι Μπαράνι να μπαίνει στην θάλασσα και να πίνει νερό. Σταμάτησα τον οδηγό της υδροφόρας μου και τους έδωσα να πιούν».

Οι Ιταλοί άρχισαν να υποχωρούν άτακτα και οι Άγγλοι τους καταδίωκαν. Εκυρίευσαν χωρίς δυσκολία τη Μπάρντια, το Τομπρούκ και τη Βεγγάζη, κατέλαβαν όλη την Αίγυπτο. Στις αρχές Φεβρουαρίου 1941 τα Αγγλικά στρατεύματα είχαν φτάσει στα δυτικά σύνορα της Κυρηναϊκής.

Σ’ όλα αυτά τα μέτωπα πολέμησαν λοιπόν οι Κύπριοι στρατιώτες στην Αφρική καταβάλλοντας βαρύ φόρο αίματος.

Αφού σταθεροποιήθηκε η κατάσταση στην Αφρική, τον Φεβρουάριο του 1941 ένα μέρος των Αγγλικών δυνάμεων συμπεριλαμβανομένων και 9 Λόχων Κυπρίων στάλθηκε στην Ελλάδα, όπου ωρίμαζε η απειλή μιας Γερμανικής Επίθεσης. Ανάμεσα στις μονάδες που μετακινήθηκαν ήταν και αυτή του Λοχία Σάββα Θ. Μαστραππά.

 

«ALLΟRSC’ EST LA GUERRE» (ΩΣΤΕ ΛΟΙΠΟΝ ΠΟΛΕΜΟΣ)

            Στις 28 Οκτωβρίου 1940 ο Ιωάννης Μεταξάς απέρριπτε με τα παραπάνω λόγια την ιταλική αξίωση για παράδοση της Ελλάδας. Η Ελλάδα έμπαινε στον πόλεμο. Τα πολεμικά γεγονότα είναι γνωστά, παρουσιάζει όμως μεγάλο ενδιαφέρον το αίσθημα του κόσμου στην Ελλάδα και στην Κύπρο.

Γράφει ο Άγγελος Τερζάκης (Ελληνική εποποιία 1940-1941).

«Ένας άνεμος καινούργιος, ανυποψίαστος άρχισε να φυσάει πάνω στην Αθήνα.

Μια διάθεση ευφορίας, κέφι ανάλαφρο, αλλόκοτο, ξεσήκωνε τις ψυχές, πρωινό αγέρι που κολπώνει το πανί. Στα μάτια των ανθρώπων που αντικρίζονταν έφεγγε ένα χαρούμενο ξάφνιασμα σάμπως όλος αυτός ο κόσμος, ίσαμε χθες βουτηγμένος στην καθημερινότητα και τη βιοπάλη, να μάθαινε ξαφνικά πως έχει μέσα του κρυμμένα νιάτα…

Κι ο καθένας, ο πιο ταπεινός, ένιωθε να ξυπνάει μέσα του μια επίγνωση πως τρεις χιλιάδες χρόνια τον καλούν με τ’ όνομά του, το άσημο ίσαμε χθες, να τα δικαιώσει, να τα υπερασπίσει.

Η ιστορία έπαυε να είναι λόγια των σχολικών βιβλίων και των πανηγυρικών λόγων, γινόταν πράξη ζωής. Κι ο πιο ταπεινός, έκανε τη σκέψη άθελά του, πως σ’ αυτόν έλαχε να τιμήσει αυτή τη φάλαγγα των νεκρών που ξεκινάει από πολύ μακριά και δίνει νόημα στο χρόνο.

… Το διάταγμα της επιστρατεύσεως άρχισε να τοιχοκολλείται στα κέντρα. Μέσα του ο καθένας άκουγε τον Εθνικό ύμνο ν’ ανακρούεται χαμηλόφωνα, τον ύμνο της Ελευθερίας, σαν προσκλητήριο και σαν προσευχή».

Όσον αφορά την Κύπρο ο ανταποκριτής του πρακτορείου Ρόιτερ από την Λευκωσία αναφέρει:

«Εις ολόκληρον την Κύπρο επικρατεί αφάνταστος ενθουσιασμός. Αφ’ ης στιγμής ελήφθη η είδησις ότι η Ελλάς απεφάσισε ν’ αμυνθεί δια των όπλων εις την Ιταλική επίθεσιν. Εις ολόκληρον την νήσον υψώθησαν Ελληνικαί σημαίαι αι οποίαι κυμάτιζαν παρά τας Αγγλικάς. Μέγα πλήθος έψαλλεν Ελληνικούς και Αγγλικούς ύμνους… Εις το προξενείον της Λευκωσίας κατά πυκνάς μάζας προσέρχονται ευσταλείς Κύπριοι ζητούντες ν’ αποσταλούν εις την Ελλάδα, όπως υπηρετήσουν, εις τας τάξεις του Ελληνικού στρατού».

Όπως αναφέρει ο καθηγητής Ρίχτερ:

«Τον Σεπτέμβριο του 1940 έγινε ιταλική αεροπορική επιδρομή με δύο νεκρούς στην Κύπρο, παρ’ όλα αυτά όμως ο πόλεμος για τους Κυπρίους παρέμεινε μια αφηρημένη υπόθεση, η οποία πολύ λίγο άγγιζε τον Κυπριακό πληθυσμό.

Τα πράγματα όμως άλλαξαν άρδην με την επιδρομή της Ιταλίας του Μουσολίνι κατά της Ελλάδας στις 28 Οκτωβρίου 1940, γιατί τώρα πια οι Ελληνοκύπριοι εμπλέκονταν συναισθηματικά. Η εισροή εθελοντών στο Κυπριακό σύνταγμα υπήρξε πλέον μαζική.

Ως το τέλος Οκτωβρίου 1941 είχαν παρουσιαστεί 19.000 Κύπριοι στην στρατολογία. Υπήρξαν και διαδηλώσεις όπου Βρετανικές και Ελληνικές σημαίες κυμάτιζαν μαζί.

Αμέσως μετά την έναρξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου άρχισε στην Κύπρο έρανος υπέρ της Ελλάδος. Ο Μπάττερσχιλ παρατηρούσε τη στάση των Ε/Κ λέγοντας ότι «ο κόσμος βάζει ενέχυρο τις βέρες του στο Ελληνικό ταμείο πολεμικής αρωγής. Φοβάμαι ότι οποιαδήποτε Βρετανική φιλανθρωπική εκδήλωση δε θα είχε πολλή τύχη σε αυτόν τον τόπο».

Ως το τέλος του 1940 ο έρανος είχε αποδώσει πάνω από 60.000 στερλίνες, ενώ για τα καταδιωκτικά της RAF είχαν συγκεντρωθεί μόλις 5.000 στερλίνες. Ήταν ολοφάνερο για ποιον χτυπούσαν οι καρδιές των Κυπρίων.

Όπως αναφέρει ο καθηγητής Πέτρος Παπαπολυβίου (Ιστορικά Ελευθεροτυπίας):

«Η απόφαση της Ελληνικής κυβέρνησης να αμυνθεί κατά των πολλαπλασίων φασιστικών στρατευμάτων ήταν μια επιβράβευση για τον Κυπριακό αλυτρωτισμό και οδήγησε στην αναθέρμανση του ενωτικού κινήματος.

Χιλιάδες Κύπριοι ζήτησαν να εγγραφούν στους ειδικούς καταλόγους ως εθελοντές του Ελληνικού στρατού.

Η Βρετανική κυβέρνηση δεν είχε σκοπό να επιτρέψει τη μαζική κατάταξή τους στον Ελληνικό στρατό, φοβούμενη τις μελλοντικές επιπτώσεις από την παρουσία χιλιάδων (συμμάχων έστω) απομάχων με το Ελληνικό εθνόσημο στη Μεγαλόνησο».

Έτσι κατεύθυνε δεκάδες χιλιάδες Κύπριους εθελοντές να καταταγούν στον Αγγλικό στρατό.

Στον στρατό κατετάγησαν Κύπριοι οι οποίοι ανήκαν σε όλο το τότε κομματικό φάσμα της Κύπρου. Το φιλοσοβιετικό ΑΚΕΛ μετά από απόφαση της κεντρικής του επιτροπής προέτρεπε τα μέλη και τους φίλους του να καταταγούν. Το παρακάτω απόσπασμα της συνέντευξης του Χρίστου Κουρτελλάρη (μετέπειτα βουλευτή του ΑΚΕΛ) που παραχώρησε στον Κορνήλιο Χατζηκώστα και η οποία δημοσιεύεται στο βιβλίο του «Το Όχι της Κύπρου το ’40», είναι χαρακτηριστική του κλίματος:

«Δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί ότι στα πρώτα στάδια, όταν ξεκίνησε ο πόλεμος, το πρώτο κίνητρο εκείνων που κατατάχθηκαν στον Αγγλικό Στρατό ήταν το οικονομικό, λόγω της ανάγκης για εργασία που υπήρχε για να επιβιώσει η οικογένεια. Όμως, από τη στιγμή που έγινε η επίθεση της Ιταλίας εναντίον της Ελλάδος, τα κίνητρα ήταν διαφορετικά. Τότε το βασικότερο κίνητρο ήταν τα πατριωτικά αισθήματα. Πέραν των εράνων και των διαδηλώσεων που γίνονταν, όπου ο λαός της Κύπρου συνέβαλε σημαντικά, ήταν και το θέμα της ενίσχυσης των ενόπλων δυνάμεων για να βοηθήσουμε στην απελευθέρωση της Ελλάδος. Όταν αργότερα έγινε και η κατάληψη της Ελλάδος από τη Γερμανία, τότε η κατάσταση είχε φορτιστεί ακόμη περισσότερο».

 

 

ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΕΣ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΕΠΙΘΕΣΗ

            «Ο Χίτλερ είχε αρχίσει πλέον να σκέφτεται μια γερμανική εισβολή στην Ελλάδα, τόσο για να δώσει τέλος στην Ιταλική ταπείνωση – η οποία είχε άσχημο αντίκτυπο στο κύρος ολόκληρου του Άξονα – όσο και για να προστατεύσει τις πετρελαιοπηγές της Ρουμανίας.

Στις 12 Νοεμβρίου 1940 διέταξε το επιτελείο της Βέρμαχτ να καταστρώσει ένα σχέδιο εισβολής στην Ελλάδα. Το σχέδιο πήρε την κωδική ονομασία επιχείρηση «MARITA» (Antony Beevor: Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος).

Στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 1941 πραγματοποιείται ευρεία σύσκεψη στην οποία συμμετέχουν μεταξύ άλλων ο Άγγλος αρχιστράτηγος της Μέσης Ανατολής Wavell (ο οποίος είχε εγκαταλείψει κάθε σκέψη να προελάσει προς την Τριπολίτιδα και αντί γι’ αυτό να στείλει τρεις Μεραρχίες στην Ελλάδα). Καθώς και οι Ι. Μεταξάς και Α. Παπάγος.

Ο Έλληνας αρχιστράτηγος που πήρε πρώτος τον λόγο είπε ότι: «για να κρατηθεί το μέτωπο στην Α. Μακεδονία και Δ. Θράκη χρειάζεται να ενισχυθούν οι Ελληνικές δυνάμεις με εννέα Αγγλικές μεραρχίες μαζί με την ανάλογη αεροπορία».

Ο Wavell ανέφερε ότι δεν μπορεί να διαθέσει πάνω από τρεις Μεραρχίες. Έτσι στα μέσα Φεβρουαρίου 1941 αποβιβάζονται στην Ελλάδα 58 χιλιάδες άνδρες του Αγγλικού Στρατού (οι 6 χιλιάδες εκ των οποίων ήταν Κύπριοι) οι δε υπόλοιποι στην συντριπτική τους πλειοψηφία ήταν Αυστραλοί και Νεοζηλανδοί, με διοικητή τους τον Στρατηγό Sir MWilson.

Όπως αναφέρει ο Α. Beevor, «ο Wilson δεν έτρεφε αυταπάτες για την επικείμενη μάχη. Σε μια ενημέρωση που έκανε στον Άγγλο πρέσβη στην Αθήνα ακούστηκε να λέει «Εγώ ήδη παρήγγειλα τους χάρτες της Πελοποννήσου», υπονοώντας το σχέδιο εκκένωσης που είχαν τα Βρετανικά στρατεύματα μέσω των Λιμανιών της Πελοποννήσου σε περίπτωση ήττας».

Οι Κύπριοι Στρατιώτες ανήκαν σε 9 Λόχους σκαπανέων και έναν Γενικού Μηχανοκίνητου Μηχανικού. Οι περισσότεροι προωθήθηκαν στο κυρίως θέατρο του πολέμου, οι Κύπριοι Σκαπανείς διακρίθηκαν στο Αλβανικό Μέτωπο.

Ο παππούς μου παρέμεινε στις αποθήκες ανεφοδιασμού και τροφίμων στο Λιμάνι του Πειραιά και στο Δαφνί.

Του παππού μου του έκανε τεράστια εντύπωση η πειθαρχία που είχαν οι Στρατιώτες του Ελληνικού Στρατού, συχνά μου διηγούνταν την πιο κάτω σκηνή: «Ένας δίμετρος Εύζωνας με φουστανέλα φύλαγε σκοπός με ένα τεράστιο όπλο με ξιφολόγχη σε μια αποθήκη του Αγγλικού Στρατού στο Λιμάνι του Πειραιά.

–       Τι φυλάς ρε πατριώτη του λέει ο Μαστραππάς.

–       Κουτάκια κ. Λοχία, κουτάκια.

Του απάντησε ο Εύζωνας.

–       Ξέρεις τι έχουν μέσα τα κουτάκια;

–       Όχι κ. Λοχία (δεν είχε διανοηθεί καν να κοιτάξει).

–       Έχεις οικογένεια; Τον ρώτησε.

–       Μάλιστα. Έχω 8 παιδιά.

Πήρα ένα κασόνι, λέει ο παππούς, και το πέταξα κάτω, έσπασε και το έδαφος γέμισε με κονσέρβες.

–       Πάρε όσες μπορείς, γέμισε το σακίδιό σου για να φάνε τα παιδιά σου, του είπε».

Η ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΕΠΙΘΕΣΗ ΚΑΙ Η ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑ

            Στις 6 Απριλίου 1941, η 12η Στρατιά της Βέρμαχτ, υπό τον Στρατηγό List, επιτέθηκε στην Ελλάδα. Ο Ελληνικός Στρατός και οι Βρετανοί, αντιστάθηκαν ηρωικά στην Γραμμή Μεταξά, μετά όμως την 17η Απριλίου και την παράδοση της Γιουγκοσλαβίας οι ελπίδες για αποτελεσματική αντίσταση κατέρρευσαν.

Το σχέδιο του Χίτλερ ήταν να αποκόψει την Αγγλική συμμαχική δύναμη στην Ελλάδα και να την καταστρέψει. Ο Στρατηγός Wilson έμαθε από τις υποκλοπές αυτή την πληροφορία.

Στις 20 Απριλίου ο Wilson αποφασίζει να εκκενώσουν την Ελλάδα τα Βρετανικά στρατεύματα.

Ο Άγγλος ιστορικός ABeevor αναφέρει σχετικά:

«Τα συμμαχικά στρατεύματα αναγκάζονταν να καταστρέφουν γέφυρες και σιδηροδρομικές γραμμές καθώς υποχωρούσαν, παρ’ όλα αυτά οι ντόπιοι συνέχιζαν να είναι φιλικοί μαζί τους. Ορθόδοξοι ιερείς ευλογούσαν τα οχήματά τους και χωρικές τους έδιναν λουλούδια και ψωμί καθώς αποχωρούσαν παρ’ όλο που γνώριζαν ότι σύντομα θα βρίσκονταν υπό την εχθρική κατοχή και το μέλλον τους έδειχνε δυσοίωνο.

Τα υπολείμματα της Δύναμης του Wilson, συγκρότησαν μια ισχυρή οπισθοφυλακή, αποτελούμενη από Αυστραλούς και Νεοζηλανδούς, προκειμένου να καθυστερήσουν τους Γερμανούς και στη συνέχεια κινήθηκαν προς τα σημεία εκκένωσης που βρίσκονταν στα νότια της Αθήνας – στη Ραφήνα και το Πόρτο Ράφτη – και στη νότια ακτή της Πελοποννήσου. Οι Γερμανοί ήταν αποφασισμένοι να μην αφήσουν να συμβεί άλλο ένα θαύμα της Δουνκέρκης (Dunkrichen – W under).

Στις 26 Απριλίου, μια τεράστια κόκκινη σημαία με τη σβάστικα υψώθηκε πάνω από την Ακρόπολη.

Τα χαράματα εκείνης της ημέρας γερμανικές μονάδες αλεξιπτωτιστών ρίφθηκαν στη νότια πλευρά του Ισθμού της Κορίνθου, σε μια προσπάθεια να αποκόψουν την υποχώρηση των Συμμάχων. Σε μια χαοτική σύγκρουση υπέστησαν βαριές απώλειες από μερικούς Νεοζηλανδούς που χειρίζονταν αντιαεροπορικά πυροβόλα Bofors και από λίγα ελαφρά άρματα μάχης της 4ης Επιλαρχίας Αρμάτων Ουσάρων. Επίσης, οι αλεξιπτωτιστές απέτυχαν στην κύρια αποστολή τους να καταλάβουν τη γέφυρα. Οι δύο σκαπανείς αξιωματικοί που είχαν προετοιμάσει την καταστροφή της κατάφεραν να συρθούν πίσω και να την ανατινάξουν.

Ενώ οι Γερμανοί γιόρταζαν τη νίκη τους στην Αττική, η εκκένωση των δυνάμεων του Wilson συνεχιζόταν με ταχύτατους ρυθμούς. Κάθε διαθέσιμο μέσο χρησιμοποιήθηκε. Τα ελαφρά βομβαρδιστικά Blenheim και τα υδροπλάνα Sunderland μόλις που κατάφεραν να απογειωθούν, μεταφέροντας άνδρες που ήταν άβολα στριμωγμένοι μέσα σε χώρους αποθήκευσης βομβών και σε πύργους πολυβόλων. Καΐκια, εμπορικά πλοία και οποιοδήποτε άλλο διαθέσιμο πλοίο έπλευσε νότια προς την Κρήτη. Το Βασιλικό Ναυτικό έστειλε έξι καταδρομικά και δεκαεννέα αντιτορπιλικά για να φυγαδεύσουν έναν, για άλλη μια φορά, νικημένο στρατό. Οι δρόμοι που οδηγούσαν στα λιμάνια επιβίβασης της νότιας Πελοποννήσου ήταν κλεισμένοι με στρατιωτικά μεταφορικά μέσα, τα οποία είχαν παγιδευτεί βιαστικά. Τελικά, μόνο 14.000 άνδρες από τους 58.000 που στάλθηκαν στην Ελλάδα συνελήφθησαν αιχμάλωτοι. Άλλοι 2.000 είχαν σκοτωθεί ή τραυματιστεί κατά τη διάρκεια των μαχών. Από πλευράς ανθρώπινου δυναμικού, η ήττα θα μπορούσε να είναι πολύ χειρότερη. Όμως, οι απώλειες σε τεθωρακισμένα οχήματα, μεταφορικά μέσα, όπλα και άλλο εξοπλισμό ήταν τεράστιες. Η χρονική συγκυρία ήταν πολύ κακή, δεδομένου ότι εκείνη τη στιγμή ο Ρόμελ προήλαυνε στην Αίγυπτο».

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα με απίστευτες δυσκολίες οι περισσότερες Κυπριακές μονάδες υποχώρησαν προς την Πελοπόννησο ακολουθώντας τον Αγγλικό Στρατό, με την ελπίδα να μεταφερθούν σε ασφαλή προορισμό.

            Έτσι ο Σ. Μαστραππάς βρέθηκε στην Καλαμάτα.

«Ήταν συγκεντρωμένες αρκετές μονάδες του Βρετανικού Στρατού κοντά στο Λιμάνι της Καλαμάτας». Αφηγείται ο παππούς μου. «Έλαβα διαταγή από κάποιον ανώτερό μου να βρω μια πηγή και να φέρω με την υδροφόρα νερό για τους στρατιώτες που διψούσαν. Εντοπίσαμε μια πηγή. Ένας ηλικιωμένος μπήκε μπροστά και μας εμπόδισε να πάρουμε νερό.

–       Η πηγή είναι δική μου και εσείς είστε Άγγλοι και δεν θα πάρετε νερό από ’δω.

–       Δεν είμαστε Άγγλοι, είμαστε Έλληνες από την Κύπρο που υπηρετούμε στον Αγγλικό Στρατό. Του είπε ο Μαστραππάς.

–       Όχι είστε Άγγλοι και δεν θα πάρετε.

Ο οδηγός της υδροφόρας όπλισε το όπλο του.

Ο παππούς μπήκε μπροστά.

–       Άφησμε Μάστρε να τον ράψω (να τον γαζώσω) τον παλιόγερο».

Ο παππούς αντιτάχθηκε και έφυγαν άπραγοι.

Η προτεραιότητα των Άγγλων ήταν να φορτώσουν πρώτα τις μονάδες του Στρατού και μετά τα βοηθητικά σώματα. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα να μην προλάβουν αρκετοί Κύπριοι, μεταξύ των οποίων και ο παππούς μου να επιβιβαστούν και έτσι πιάστηκαν αιχμάλωτοι. (Ο Ρίχτερ αναφέρει ότι το 81% των Κύπριων πιάστηκαν αιχμάλωτοι).

«Μας συγκέντρωσαν όλους σε ένα κάμπο κοντά στην πόλη της Καλαμάτας, έλεγε ο παππούς μου. Μετά ξεχώρισαν τους Κυπραίους. Ένας Γερμανός συνταγματάρχης τότε ρώτησε τον παππού στα Ελληνικά

–       Εσύ πόσους Γερμανούς σκότωσες;

–       Κανέναν, ήντα που μου κάμασιν τα πλάσματα…

–       Μα δεν γίνεται εσείς είσαστε Ες Ες, τάγματα θανάτου, εθελοντές, πρέπει να σκοτώσατε πολλούς Γερμανούς Στρατιώτες ο καθ’ ένας. Γι’ αυτό σας ξεχωρίσαμε για να σας εκτελέσουμε.

Τότε ο παππούς μου του είπε:

–       Εγώ έχω τέσσερα παιδιά και δούλευα στα μεταλλεία. Οι Εγγλέζοι έκλεισαν τα μεταλλεία και έμεινα χωρίς δουλειά όπως και όλοι αυτοί που βλέπεις. Γι’ αυτό αναγκαστήκαμε για να παίρνουμε ένα μεροκάματο να καταταγούμε στον Στρατό των Εγγλέζων. Εμείς είμαστεν Έλληνες, δεν είμαστε Εγγλέζοι, τον τόπο μας τον κρατούν οι Εγγλέζοι.

Τότε ο Γερμανός αξιωματικός, χαλάρωσε και διέταξε τους στρατιώτες του να κατεβάσουν τα όπλα.

–       Α, ώστε έτσι, εμείς λοιπόν θα νικήσουμε την γαμημένη την Αγγλία θα σας απελευθερώσουμε, και θα σας αφήσουμε ελεύθερους να ενωθείτε με την Ελλάδα» του είπε.

Πάντα όταν άκουγα μικρός αυτή την ιστορία, μου έκανε εντύπωση η ενημέρωση που είχε ο Γερμανός Συνταγματάρχης.

Ανατρέχοντας όμως σε διάφορα βιβλία για τους σκοπούς αυτού του κειμένου έπεσα σε κάποιες υποσημειώσεις του καθηγητή Πέτρου Παπαπολυβίου (Αναζητώντας την Ελευθερία) τα οποία αναφέρουν:

«Υπάρχουν δεκάδες δημοσιεύματα γερμανικών εφημερίδων υπέρ της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα. Που αναπαράγουν το ύφος και την επιχειρηματολογία του Κυπριακού Παραδοσιακού αλυτρωτικού λόγου.

Η χιτλερική προπαγάνδα υπέρ της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα αποτελεί ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον ζήτημα, που δεν έχει μελετηθεί μέχρι σήμερα».

Δεν μπορώ να γνωρίζω αν αυτό το γεγονός καθώς και η γενναιότητα της γνώμης που διέθετε λόγω χαρακτήρα ο παππούς μου , αποτέλεσε τον καταλύτη της μη εκτέλεσης των Κυπρίων αιχμαλώτων.

Πάντως ο Beevor στο βιβλίο του (σ. 140) αναφέρεται σε περιστατικά εκτελέσεων αντίστοιχων Γαλλικών αποικιακών Στρατευμάτων που συλλαμβάνονται αιχμάλωτοι.

«Συνολικά εκτιμάται ότι μέχρι 3.000 αποικιακοί στρατιώτες αιχμάλωτοι εκτελέστηκαν επί τόπου κατά την διάρκεια της Μάχης της Γαλλίας».

Όσον αφορά τώρα τους Κύπριους αιχμαλώτους μεταφέρονται στην Θεσσαλονίκη στο Στρατόπεδο του «Παύλου Μελά» στη Σταυρούπολη. Από εκεί αρχίζει μια μακρά περίοδος αιχμαλωσίας για τον Σ. Μαστραππά.

 

Η ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑ

            Υπολογίζεται ότι 2.500 Κύπριοι στρατιώτες συνελήφθησαν αιχμάλωτοι από τους Γερμανούς.

Οι αιχμάλωτοι μεταφέρθηκαν σιδηροδρομικά (υπάρχει και μια πληροφορία που λέει ότι κάποιοι μεταφέρθηκαν ακτοπλοϊκώς) από την Πελοπόννησο στην Θεσσαλονίκη. Κατά την διάρκεια της μεταφοράς σημειώθηκαν κάποιες αποδράσεις.

Στο στρατόπεδο του «Παύλου Μελά» σύμφωνα με μαρτυρία του Φυλακτή Αριστοτέλους που αναδημοσιεύεται στο βιβλίο που επιμελήθηκε ο Π. Παπαπολυβίου με τίτλο «Αναζητώντας την Ελευθερία». Τον Ιούνιο του 1941 κρατούνταν 1.080 – 1.090 Κύπριοι αιχμάλωτοι τοποθετημένοι σε έντεκα μεγάλες διμοιρίες των εκατό ανδρών.

Ο Αριστοκλέους ισχυρίζεται πειστικά ότι από τον «Παύλο Μελά» απέδρασαν γύρω στους 80-90 Κύπριοι».

            Όπως αναφέρει ο Κορνήλιος Χατζηκώστας στο βιβλίο του ( Το Όχι της Κύπρου το 40′)

«Οι Άγγλοι αξιωματικοί προέτρεπαν τους Κύπριους αιχμαλώτους να δραπετεύσουν και να διασκορπιστούν στην χώρα όπου ήταν δύσκολο να εντοπιστούν από τους Γερμανούς διότι μιλούσαν Ελληνικά».

Ο παππούς μου μου μιλούσε συχνά για το στρατόπεδο του «ΜΕΛΑ».

«Τον πρώτο καιρό ήταν εύκολο να δραπετεύσουμε. Το έκαναν αρκετοί στην αρχή από την κύρια πύλη του στρατοπέδου ντυμένοι ως εργάτες. Μετά φτιάξαμε μια επιτροπή που ήρθε σε επαφή με τον ντόπιο πληθυσμό. Οι αιχμάλωτοι έμπαιναν σ’ έναν υπόνομο που τον είχαμε καμουφλαρισμένο με κάτι παλιόρουχα. Έξω όταν έβγαιναν σ’ ένα ρέμα τους περίμεναν νέες κοπέλες οι οποίες τους έδιναν πολιτικά ρούχα να φορέσουν, τους έπιαναν αγκαζέ και έφευγαν. Η επιτροπή οργάνωνε ποιοι θα έφευγαν κάθε μέρα. Πλησίαζε και η σειρά μου όμως μερικές ώρες πριν αποδράσω οι Γερμανοί ανακάλυψαν τον υπόνομο με αποτέλεσμα να σταματήσουν πια οι αποδράσεις. Σύντομα, θα πρέπει να ήταν Ιούνιος ή Ιούλιος του 1941, μας επιβίβασαν σε τρένα. Τα βαγόνια ήταν κλειστά χωρίς παράθυρα, χωρίς αέρα, απ’ αυτά που μετέφεραν τα ζώα. Μας στοίβαξαν και εμάς μέσα και ξεκίνησε ένα μακρύ ταξίδι, δύσκολο. Δεν ξέραμε που μας πήγαιναν. Κάποιοι πέθαναν μέσα στα τρένα αυτά. Είχαμε γεμίσει ψείρες (φτείρες όπως λέμε στην Κύπρο) ήταν τόσες πολλές που για να περνάει η ώρα μας παίρναμε μια χούφτα απ’ αυτές από το κεφάλι μας και τις βάζαμε στο πάτωμα του τρένου. Οι φτείρες ξεκινούσαν κάνοντας μια γραμμή η μία πίσω από την άλλη και ξανανέβαιναν στο κεφάλι μας.

Μας μετέφεραν στην Πράγα, μετά στο Βερολίνο, σε στρατόπεδο συγκέντρωσης ως εργάτες καταναγκαστικών έργων, εκεί έμεινα τέσσερα χρόνια».

Ήταν «οι φθηνοί σκλάβοι» όπως τους αποκαλούσε ο Αδόλφος Χίτλερ. Όπως αναφέρει ο TONY JUDT στο βιβλίο του «Η Ευρώπη μετά τον πόλεμο»:

”Τον Σεπτέμβριο του 1944 στην Γερμανία, εργάζονταν 7.487.000 ξένοι, οι οποίοι είχαν μεταφερθεί εκεί παρά τη θέλησή τους, και αποτελούσαν το 21% του εργατικού δυναμικού της χώρας”.

Και συνεχίζει ο Σ. Μαστραππάς: «Μας είχαν να δουλεύουμε 12 με 14 ώρες την ημέρα υποχρεωτικά. Οι συνθήκες ήταν απάνθρωπες. Η διατροφή τον πρώτο καιρό ήταν ένα ζουμί που έμοιαζε με σούπα. Είχαμε βρει κάτι πατατοχώραφα δίπλα στο στρατόπεδο, κλέβαμε πατάτες με τον γιατρό τον Μικελλίδη (Ανδρέας Μικελλίδης, ψυχίατρος, αργότερα έγινε υπουργός υγείας στην Κυβέρνηση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου) και τον Κουρτελλάρη (Χρίστος Κουρτελλάρης, αργότερα έγινε βουλευτής του ΑΚΕΛ της επαρχίας Κερύνειας) και τις κάναμε οφτές και τις τρώγαμε. Αργότερα όταν μας κατέγραψε ο Ερυθρός Σταυρός λαμβάναμε κατά καιρούς πακέτα στα οποία υπήρχαν μέσα τρόφιμα και σοκολάτες. Αρχίσαμε να επικοινωνούμε με γράμματα με τις οικογένειές μας. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την ημέρα που έλαβα μια φωτογραφία στην οποία ήταν η γιαγιά σου μαζί με τα παιδιά μου, ήταν σαν να ξαναγεννήθηκα.

Οι Ρώσοι αιχμάλωτοι δεν λάμβαναν πακέτο από τον Ερυθρό Σταυρό. Τους θυμάμαι σκελετωμένους να πέφτουν κάτω στα τέσσερα και να τρώνε χορτάρι. Δουλεύαμε ο καθένας στην ειδικότητά του. Εγώ που ήμουν κτίστης, τον πρώτο καιρό με έβαζαν και έκτιζα διάφορα που είχαν ανάγκη στο Βερολίνο. Σύντομα όμως οι αεροπορικές επιδρομές των συμμάχων πολλαπλασιάστηκαν. Ο ουρανός σκοτείνιαζε από το πλήθος των βομβαρδιστικών που έκαναν συχνές επιδρομές. Τρέχαμε μόλις άρχιζαν οι σειρήνες στα καταφύγια με τα εργαλεία μας μαζί και μόλις έληγε ο συναγερμός βγαίναμε και επισκευάζαμε αυτά που κατέστρεφαν οι βόμβες. Την ομάδα την δικιά μας την έβαζαν συνήθως να επισκευάζει σιδηροδρομικές γραμμές».

Για τις συνθήκες της αιχμαλωσίας μιλάει και ο Α. Μικελλίδης (Κ. Χατζηκώστας «Το Όχι της Κύπρου»).

«Οι πρώτοι μήνες της αιχμαλωσίας εις την Γερμανίαν υπήρξαν πραγματικά μαρτυρικοί. Υποχρεωτική, πολύωρος βαρεία εργασία, 10-14 ώρας ημερησίως, κάτω από δυσμενεστάτας καιρικάς συνθήκας, όπου το ψύχος έφθανε τους 26-28 βαθμούς υπό το μηδέν με κακήν ένδυσιν και κακίστην διατροφήν. Η δε στέγασις εις τα παραπήγματα πολύ απείχεν από του να είναι ανθρώπινος. Απετέλει πράγματι παραδεισιακήν ευτυχίαν η κατοχή μιας πατάτας ή ενός σιγαρέττου ή ενός τεμαχίου ξηρού ψωμιού. Ομηρικοί δε πράγματι ήσαν αι συμπλοκαί αι οποίαι παρετηρήθησαν κατά το μεσημβρινόν γεύμα. Η πείνα, η εξαθλίωσις και η δυστυχία, τας οποίας ενίσχυον η βάρβαρος μεταχείρισις των αιχμαλώτων υπό των φρουρών των ήσαν παράγοντες, οι οποίοι ηδύναντο να γονατίσουν και να ρίψουν εις λιποψυχίαν και απόγνωσιν και τον πλέον σταθερόν άνθρωπον. Ο Κύπριος, όμως, αντεπεξήλθε με την καρτερικότητα που του εκληροδότησεν η μικρά του πατρίς και την αδιάσειστον πίστιν και προσμονήν πως κάποτε όλα θα άλλαζαν».

Τέσσερα χρόνια κράτησε η αιχμαλωσία.

«Τους τελευταίους μήνες, η πείνα θέριζε, όχι μόνο εμάς τους αιχμαλώτους αλλά και τον ντόπιο Γερμανικό πληθυσμό του Βερολίνου», έλεγε ο παππούς μου. «Οι Γερμανοί κυκλοφορούσαν μ’ ένα ξυράφι στην κολότζεπη, όταν από την πείνα κατέρρεε κάποιο άλογο στον δρόμο, έτρεχαν και έκοβαν ένα κομμάτι του ζώου. Πήγαιναν τότε στο σπίτι τους όπου οι γυναίκες το μαγείρευαν. Ο Γερμανικός στρατός είχε αποδεκατιστεί και πολεμούσαν παιδάκια 12 με 14 ετών».

Στις 16 Απριλίου 1945 ο Σοβιετικός Στρατάρχης Ζούκοφ εξαπέλυε την τελική επίθεση προς το Βερολίνο. Οι Σοβιετικοί πεζικάριοι φωνάζοντας Na Berlin (Στο Βερολίνο) έμπαιναν στην μάχη. Στις 21 Απριλίου ο Σοβιετικός στρατός περικυκλώνει το Βερολίνο, την επομένη μέρα ο Χίτλερ παραδέχεται για πρώτη φορά ανοικτά ότι «ο πόλεμος έχει χαθεί». Στις 30 Απριλίου ο Αδόλφος Χίτλερ αυτοκτονεί στο υπόγειο καταφύγιο της Καγκελαρίας.

Στις 2 Μαΐου 1945 όλα είχαν τελειώσει «πάνω από την ερειπωμένη και καμένη πόλη του Βερολίνου, γράφει ο Beevor, επικράτησε μια απόκοσμη γαλήνη, την οποία διατάρασσαν μόνο κάποιοι μακρινοί πυροβολισμοί από στρατιώτες των SS που αυτοκτονούσαν ή τα περιστασιακά πυρά των υποπολυβόλων των Σοβιετικών».

«Έφτασαν έξω από το Στρατόπεδο συγκέντρωσής μας Ρώσοι στρατιώτες πάνω σε κάτι κοντά άλογα. Τα κτυπούσαν στα καπούλια και αυτά πηδούσαν μ’ ένα τεράστιο σάλτο τα συρματοπλέγματα και βρέθηκαν μέσα στο στρατόπεδο. Εμείς συγκεντρωθήκαμε ζητωκραυγάζοντας», μου έλεγε ο παππούς μου. «Μας κατέγραψαν και μετά από λίγο μας παρέδωσαν στον Αγγλικό στρατό όπου ανήκαμε».

Αυτό ήταν το τέλος της αιχμαλωσίας.

… ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΑΠΟΣΤΡΑΤΕΥΣΗ

            «Μας έντυσαν οι Εγγλέζοι μόλις μας παρέλαβαν από τους Ρώσους. Ενώ περιμέναμε να μας στείλουν πίσω στην Κύπρο, μας έβαλαν σε αεροπλάνα και μας πήγαν στην Αγγλία. Εκεί μας παρασημοφόρησαν και παρελάσαμε μετά από λίγο καιρό μαζί με άλλα τμήματα του Βρετανικού στρατού μπροστά στον Βασιλιά της Αγγλίας και τον Πρωθυπουργό Τσόρτσιλ. Τέλος μας μετέφεραν στην Κύπρο στο στρατόπεδο του Καράολου κοντά στο Βαρώση. Θυμάμαι συνεχίζει ο παππούς μου ότι δεν μας αποστράτευσαν αμέσως. Μας κράτησαν ακόμα ένα δύο χρόνια στον στρατό».

Υπάρχει όμως και η ιστορία των γυναικών που έμειναν πίσω και οι οποίες πέρασαν πολλές αντιξοότητες.

Η γιαγιά μου Χρυσταλλού Μαστραππά (γεννήθηκε το 1912), πάλεψε όλα αυτά τα χρόνια της απουσίας του παππού και κράτησε με αξιοπρέπεια την οικογένειά της. Με το μεροκάματο του στρατιώτη παππού και ράβοντας ρούχα (ήταν ράφτρα) κατάφερνε να τα βγάζει πέρα, όμως ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα ήρθε να προστεθεί μετά την κατάληψη της Ελλάδας από τους Γερμανούς. Ο σύζυγός της δηλώθηκε αγνοούμενος και έκανε πάνω από τρία χρόνια να μάθει νέα του.

Είχε εναποθέσει όλες της τις ελπίδες στον Θεό και στον Άγιο Φανούριο, παρακαλώντας τον να της τον φανερώσει.

Θυμάμαι πάντοτε, μικρός στο εικονοστάσι της γιαγιάς μου στην Λάπηθο, τον Άγιο Φανούριο να έχει δεσπόζουσα θέση. Θυμάμαι ακόμα συχνά που πήγαινε για να προσκυνήσει την εικόνα του Αγίου που ήταν σε μια σπηλιά στην θάλασσα κοντά στην «Αναμορφωτική σχολή της Λάμπουσας».

Μετά που έλαβε την είδηση ότι ο παππούς μου είναι ζωντανός, άρχισε αραιά να λαμβάνει γράμματά του, ο πατέρας μου θυμάται ότι της τα έφερνε ο τότε Κοινοτάρχης Τσαγγαρίδης (ο πατέρας του Στρατηγού).

Στον Βρετανικό Αυτοκρατορικό στρατό υπηρέτησαν συνολικά περίπου 30 χιλιάδες Κύπριοι. Ο φόρος αίματος που κατέβαλε η μικρή Κύπρος ήταν βαρύς, τουλάχιστον 650 Κύπριοι στρατιώτες έχασαν την ζωή τους και βρίσκονται σε 47 κοιμητήρια 12 διαφορετικών χωρών.

Την προσφορά της Κύπρου την χαιρέτησαν τόσο ο Τσόρτσιλ όσο και ο Συνταγματάρχης FLushington:

«Έχετε παραπάνω από δικαίωμα να είστε περήφανοι για τον ρόλο που διαδραματίσατε για την επιτυχία».

Πριν τον πόλεμο οι Άγγλοι έλεγαν:

«Πολεμώντας για την Ελευθερία των λαών, πολεμάτε και για τη δική σας Ελευθερία».

Οι σύμμαχοι όμως δεν κράτησαν τον λόγο τους. Ο Κυπριακός λαός σύσσωμος έδωσε το παρόν του στον αγώνα ενάντια στον φασισμό και το ναζισμό, «μα οι φίλοι του άλλου πολέμου» – όπως τους χαρακτήριζε ο Γ. Σεφέρης – αρνήθηκαν το αναμενόμενο. Την Ένωση με την Ελλάδα.

Η ιστορία του παππού μου είναι μια ταπεινή ιστορία επιβίωσης αλληλοεπιδρούμενη με την ιστορία της μεγάλης ιδέας του Κυπριακού Αλυτρωτισμού, όπως το σύνολο σχεδόν των ιστοριών των ανθρώπων μας.

«Ήταν – θυμάται ο πατέρας μου – σε εξέλιξη ο αγώνας της ΕΟΚΑ του 1955-59. Μια ομάδα ανταρτών έκανε σαμποτάζ σε κάποια Βρετανικά στρατιωτικά οχήματα στην περιοχή της Λαπήθου. Οι Εγγλέζοι στρατιώτες μπήκαν στα σπίτια και άρχισαν να μαζεύουν όλους τους εφήβους και τους άντρες της Λαπήθου στην Πλατεία Ηρώων.

Έβαλαν γύρω-γύρω οπλοπολυβόλα Μπρεν και μας είπαν να κάτσουμε κάτω στην άσφαλτο, ταυτόχρονα άλλαξαν την πορεία του νερού που έπεφτεν από τον καταρράκτη του Δημαρχείου και πλημύρισαν την πλατεία. Ο παππούς σου τότε σηκώθηκε όρθιος. Ένας στρατιώτης όπλισε το Μπρεν και ένας νεαρός αξιωματικός κατευθύνθηκε προς το μέρος του.

–       Εσύ γιατί δεν κάθεσαι κάτω όπως οι υπόλοιποι; Του λέει.

–       Εγώ πολέμησα στον πόλεμο με τον Αγγλικό στρατό, υπηρέτησα 10 χρόνια και τα τέσσερα ήμουν αιχμάλωτος στην Γερμανία, και μας λέγατε τότε ότι πολεμάμε για την Ελευθερία μας. Που είναι λοιπόν η Ελευθερία; Έτσι είναι η Ελευθερία να μας βάζετε να κάτσουμε μεσ’ τα νερά;

Του είπε ο παππούς.

Έσκυψε το κεφάλι του ο νεαρός αξιωματικός και του είπε:

–       Εντάξει εσύ μείνε όρθιος!

 

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

            Μετά από την αποστράτευσή του ο Σ. Μαστραππάς έκανε ακόμα δύο παιδιά, εκ των οποίων του ενός του Αντρέα αγνοείται η τύχη από την πρώτη ημέρα της εισβολής των Τούρκων το 1974.

Την εικόνα του Αγίου Φανουρίου την μετέφερε η γιαγιά μου στην προσφυγιά, συνέχισε να έχει δεσπόζουσα θέση στο εικονοστάσι της και να την παρακαλά μέχρι τον θάνατό της το 1998 να της φανερώσει τον γιο της.

 

  • Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΚΕΡΥΝΕΙΩΤΙΚΗ ΗΧΩ Φεβρουάριος 2020 τεύχος 177
ΣΗΜ.:     
    1. Οι φωτογραφίες που συνοδεύουν το κείμενο και οι οποίες δημοσιεύονται για πρώτη φορά προέρχονται από το οικογενειακό μας αρχείο, και μου της παραχώρησε η θεία μου Μαρία Νικηφόρου.

     2. Οι χάρτες προέρχονται από το βιβλίο του Antony Beevor «Δεύτερος Παγκόσμιος πόλεμος» εκδ. ΓΚΟΒΟΣΤΗ.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek