«Ηλέκτρα» του Σοφοκλή σε σκηνοθεσία Άρη Μπινιάρη

του Κώστα Σαμάντη από την Ρήξη φ. 158

Γιατί ανάμεσα στους εξαίρετους και πράγματι θεϊκούς θεσμούς που η Αθήνα σας έχει γεννήσει και φέρει στην ανθρωπότητα, καμία, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι καλύτερη από αυτά τα Μυστήρια. Γιατί μέσω αυτών αποβάλαμε το βάρβαρο και άγριο τρόπο ζωής και μορφωθήκαμε και εκπολιτιστήκαμε. Και «μύησις» καθώς αποκαλείται, πράγματι μάθαμε τις απαρχές της ζωής και αποκτήσαμε τη δύναμη όχι μόνο να ζούμε ευτυχισμένοι, αλλά και να πεθαίνουμε με μια καλύτερη ελπίδα.
Κικέρων, Περί νόμων, Βιβλίο Β΄, 36

Η Ηλέκτρα του Σοφοκλή, αν και είναι έργο άγνωστης χρονολογίας θεωρείται από τα όψιμα έργα του. Ως θέμα θεωρείται από τα πλέον πολύσημα ανάμεσα στα άλλα της αρχαίας δραματουργίας γι’ αυτό άλλωστε και έχει λειτουργήσει ως αφορμή για έργα που δεν περιορίζονται αποκλειστικά στο θέατρο. Είναι σημείο εκκίνησης για τον κινηματογράφο, τη λογοτεχνία, την ποίηση, τη ζωγραφική, ακόμη και την όπερα. Έχει εμπνεύσει τόσο Έλληνες όσο και ξένους επιφανείς ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών, από τον Μιχάλη Κακογιάννη μέχρι τον Ευγένιο Ο΄Νηλ, τον Χούγκο φον Χόφμανσταλ μέχρι και τον Ρίχαρντ Στράους. Λογικό, μιας μέσα στον μύθο εμπεριέχεται το χρέος προς τις θείες επιταγές, αλλά και τις ανθρώπινες αξίες, η προσωπική διαπάλη, το προσωπικό και ανθρώπινο δράμα.
Την Ηλέκτρα τη συναντούμε, αν και με διαφορετική πρόσληψη, και στους τρεις μεγάλους τραγωδούς. Τη βρίσκουμε στην ομώνυμη τραγωδία του Ευριπίδη αλλά και στις Χοηφόρους του Αισχύλου. Στην δική του Ηλέκτρα ο Σοφοκλής δεν επιλέγει την αντίθεση ανάμεσα στον θείο νόμο και τον ανθρώπινο σχεδιασμό. Το κέντρο βάρους μετατίθεται σε ανθρώπινο επίπεδο. Είναι η Ηλέκτρα που θα βρεθεί αντιμέτωπη με τη δολοφονία του αγαπημένου πατέρα της από την ίδια τη μητέρα της. Θα φορτωθεί το βάρος να αποδώσει την εκλιπούσα δικαιοσύνη. Θα κυριαρχηθεί από το χρέος της εκδίκησης, θα παραμερίσει τα πάντα στη ζωή της, ακόμη και τον φόβο του θανάτου. Όπως χαρακτηριστικά καταγράφεται μέσα στην παράσταση: «Όσο οι πληγές της ματώνουν ακόμα, δεν πρόκειται ποτέ να σταματήσει. Ώσπου να στραγγιστεί εντελώς, όλο το μαύρο σκοτάδι της νύχτας. Δεν πρόκειται ποτέ να σταματήσει. Τα ατελείωτα τραγούδια της οργής, θ’ ακούγονται συνέχεια από εκείνη… Πώς να συζεί με τους φονιάδες; …Πώς μια γυναίκα σαν εκείνη; Πώς αλλιώς να κάνει; Πώς θα φυτρώσει μέσα της, ένα κλωνάρι αγαπημένο; Αν δεν αστράψει απάνω απ’ τους φονιάδες. Αν δεν μεσουρανήσει πάνω απ’ τους γελαστούς εχθρούς. Άμα δεν λύσει με ορμή το σκοτάδι».
Αυτό ακριβώς το σκοτάδι είναι και ο άξονας πάνω στον οποίο στήνει την πρότασή του ο Μπινιάρης. Κυριαρχεί στη σκηνή, στις ενδυμασίες της παράστασης, στην ψυχολογική κατάσταση των ηρώων του. Όπως επίσης και η συμφιλίωση με τον θάνατο. Τόσο τον θάνατο της Κλυταιμνήστρας όσο και τον σίγουρο, συνεπαγόμενο λόγω της πράξης της Ηλέκτρας. Η όλη παράσταση δομείται σαν μια τελετουργική, μυστηριακή λειτουργία. Σαν μια παραλλαγή των Ελευσίνιων Μυστηρίων όπου, καθόλου τυχαία, η συμφιλίωση με τον θάνατο και η λύτρωση λειτουργούσαν καθοριστικά για τους μυημένους. Η ηρωίδα μας είναι αποφασισμένη. Χωρίς την εκδίκηση για τον αδικοχαμένο δεν υπάρχει ζωή για αυτήν. Αυτό ακριβώς το πλαίσιο αναπτύσσει ο σκηνοθέτης. Ξεκινώντας από την εσωτερική διαπάλη, τον ζόφο της συζυγοκτονίας, την εμμονή για την εκδίκηση, η Ηλέκτρα καταλαμβάνεται από ένα είδος ιερής μανίας μέχρι που ο φόνος της Κλυταιμνήστρας, του εχθρού, θα οδηγήσει στη λύτρωση.
Η σκηνοθετική πρόταση υποστηρίζει πλήρως την πρόσληψη του Μπινιάρη. Η διαρκής επανάληψη του κειμένου οδηγεί τους εμπλεκόμενους σε μια κατάσταση έκστασης, γεγονός που επιτείνει ο μυστηριακά στημένος σκηνικός χώρος, αλλά και οι ενδυμασίες με αναφορές στο άγριο, το πρωτόγονο, το αρχέγονο, μιας και η εκδίκηση είναι ακριβώς αυτό. Το αποτέλεσμα δεν κάτι άλλο παρά η καταβύθιση στην κρυφή, σκοτεινή δύναμη της ψυχής.
Δίπλα του ο Μπινιάρης έχει άξιους βοηθούς τον σωστά προσανατολισμένο φωτισμό που αναδεικνύει την ψυχολογική περιδίνηση των ηρώων του και, βέβαια, τη μουσική, ζωντανή για μια ακόμη φορά, που φτιάχνει το ιδανικό περιβάλλον για την πρότασή του. Κυρίως όμως καθοριστική είναι η διεύθυνση των ηθοποιών μέσα από τους οποίους κατορθώνει να αποσπάσει καθοριστικές ερμηνείες. Όσο και αν στο σύνολό τους οι συμμετέχοντες λειτουργούν υποδειγματικά, αξίζει να ξεχωρίσουμε κάποιους περισσότερο. Η Εβελίνα Παπούλια (Κλυταιμνήστρα) ενσαρκώνει ιδανικά μια ξεχωριστή βασίλισσα. Δεν είναι το αρχέτυπο της αδικημένης γυναικείας φιγούρας όπως αναδεικνύεται σε άλλες περιπτώσεις, είναι το στυγνό πρόσωπο της εξουσίας, το αποστεωμένο από συναισθήματα. Η Ελένη Μπούκλη (Ηλέκτρα) ερμηνεύει την ηρωίδα ιδανικά, ως ένα πρόσωπο το οποίο έχει εγκλωβιστεί στο αναγκαίο χρέος με την προσωπικότητά της να είναι κυριαρχημένη από τη μανία αυτού του χρέους. Ξεχωρίζουν επίσης ο Δημήτρης Μανδρινός (Ορέστης) τη στιγμή ακριβώς που ο ρόλος του βγαίνει στην επιφάνεια, αλλά και ο Νίκος Τσολερίδης (Αίγισθος) ως το απαραίτητο συμπλήρωμα του δράματος. Σε ζοφερούς καιρούς όπου οι γελαστοί εχθροί δείχνουν να κυριαρχούν, το χρέος απέναντι στην αδικία που εκπέμπουν αποτελεί ίσως τη μόνη επιλογή.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek