της Βίλμα Λαδοπούλου, από το Άρδην τ. 53, Απρίλιος-Μάιος 2005

Παρίσι – Αναδρομική
ORLAN
Méthodes de l’ artiste, 1964-2004
31/03/04 – 28/06/04
Centre National de la Photographie

Ε­πει­δή ο κύ­ριος Γιώρ­γος Πα­λαιο­λό­γος θί­γει με γρή­γο­ρο τρό­πο πολ­λά και πο­λύ­πλο­κα θέ­μα­τα, ό­σον με α­φο­ρά, θα μου χρειά­ζο­νταν του­λά­χι­στον δια­κό­σιες σε­λί­δες για να μπο­ρέ­σω να α­πα­ντή­σω ό­πως αρ­μό­ζει σε ό­λα.

Γι’ αυ­τό, με πρό­σχη­μα την α­να­δρο­μι­κή έκ­θε­ση ORLAN – Μέ­θο­δοι του καλ­λι­τέ­χνη, 1964-2004, που στε­γά­στη­κε στο Πα­ρί­σι στο Ε­θνι­κό Κέ­ντρο Φω­το­γρα­φί­ας (31/03-28/06/04), προ­σπα­θώ να α­πα­ντή­σω στα δύ­σκο­λα ε­ρω­τή­μα­τα που θέ­τει το σα­ρά­ντα ε­τών έρ­γο της Ορ­λάν, το ο­ποί­ο για την ερ­μη­νεί­α του α­παι­τεί­ται χρό­νος και σκέ­ψη, αν βέ­βαια δεν ε­πα­να­παύ­ε­ται κά­ποιος μό­νο στις πλη­ρο­φο­ρί­ες που του δί­νουν τα ΜΜΕ.
Με πρό­σχη­μα το έρ­γο της Ορ­λάν προ­σπα­θώ να α­πα­ντή­σω στα ε­ρω­τή­μα­τα που θέ­τει η “Αι­σθη­τι­κή Χει­ρουρ­γι­κή”, προ­σπα­θώ ε­πί­σης να α­πα­ντή­σω στις ε­πι­κρί­σεις για την υ­πο­τι­θέ­με­νη “ναρ­κισ­σι­στι­κή” τέ­χνη με την ο­ποί­α “παί­ζει” η Ορ­λάν. Με πρό­σχη­μα λοι­πόν την έκ­θε­ση αυ­τή, προ­τεί­νω έ­να συ­γκε­κρι­μέ­νο έρ­γο το ο­ποί­ο δεν νο­μί­ζω πως δια­τη­ρεί κά­ποια σχέ­ση με την α­η­δί­α την ο­ποί­α μπο­ρεί να προ­σφέ­ρει στο βλέμ­μα μας ο “φε­τι­χι­σμός των εκ­κρί­σε­ων και των α­κα­θαρ­σιών” ο ο­ποί­ος συ­να­ντά­ται ο­ρι­σμέ­νες φο­ρές σή­με­ρα.
“Το πλα­τύ κοι­νό πε­ριο­ρί­ζει συ­χνά τη δου­λειά μου στις χει­ρουρ­γι­κές ε­πεμ­βά­σεις – per­for­mance γνω­στές α­πό τα ΜΜΕ… Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ε­ρευ­νώ το θέ­μα της αυ­το­προ­σω­πο­γρα­φί­ας και ε­ξε­τά­ζω τις κοι­νω­νι­κές κα­τα­πιέ­σεις που το σώ­μα μας α­να­γκά­ζε­ται να υ­πο­στεί. (…) Η σάρ­κα και η ύ­λη μό­νες τους δεν με εν­δια­φέ­ρουν αν δεν συ­νο­δεύ­ο­νται α­πό έ­να κοι­νω­νι­κό pro­je­ct. Έ­χω κά­νει τις ε­πι­λο­γές μου. Θέ­λω το con­cept να εγ­γρά­φε­ται στη σάρ­κα, στο υ­λι­κό του έρ­γου”.

ΟΡ­ΛΑΝ

Ο­νο­μά­ζο­ντας την τέ­χνη της σαρ­κι­κή (Art Charnel), η Ορ­λάν “κτί­ζει” ε­δώ και σα­ρά­ντα χρό­νια έ­να έρ­γο θε­α­μα­τι­κό και συγ­χρό­νως αυ­στη­ρό. Α­ντί­θε­τη με το Body Art –το ο­ποί­ο α­νε­γεί­ρει τον πό­νο σε κά­θαρ­ση– η Ορ­λάν, δια μέ­σου α­πεί­ρων με­τα­μορ­φώ­σε­ων ε­ρευ­νά την πι­θα­νό­τη­τα ύ­παρ­ξης μιας ταυ­τό­τη­τας α­νε­ξάρ­τη­της προ­δια­γρα­φών. Και εί­ναι αυ­τός ο λό­γος για τον ο­ποί­ο χρη­σι­μο­ποιεί την χει­ρουρ­γι­κή αι­σθη­τι­κή, το μα­κι­γιάζ, τις μά­σκες, τη φω­το­γρα­φί­α, το βί­ντε­ο, την ψη­φια­κή ει­κό­να αλ­λά και την ι­στο­ρί­α της τέ­χνης την ο­ποί­α δια­σταυ­ρώ­νει με το σύγ­χρο­νο κοι­νω­νι­κό πλαί­σιο.

Μια α­να­δρο­μι­κή μας πα­ρα­πέ­μπει –εκ των πραγ­μά­των– στο πα­ρελ­θόν, και μας κα­λεί να α­να­κα­λύ­ψου­με πα­λαιό­τε­ρα έρ­γα του καλ­λι­τέ­χνη. Η έκ­θε­ση που πα­ρου­σιά­ζει το Ε­θνι­κό Κέ­ντρο Φω­το­γρα­φί­ας ε­πι­τρέ­πει ε­πι­πλέ­ον, να εν­νο­ή­σου­με το con­cept το ο­ποί­ο α­πό τη δε­κα­ε­τί­α του ’60 κα­τευ­θύ­νει το διά­βη­μα της Ορ­λάν και τις με­θό­δους που χρη­σι­μο­ποιού­νται για την υ­λο­ποί­η­σή του.
Η έκ­θε­ση κα­λύ­πτει το σύ­νο­λο του έρ­γου και ξε­κι­νά με τα “ι­στο­ρι­κά” έρ­γα με­τα­ξύ των ο­ποί­ων πα­ρου­σιά­ζο­νται και οι πρώ­τες δυ­να­τές συμ­βο­λι­κές ει­κό­νες: Orlan accou­che d’ el­le m’ aime (1964), ό­που βλέ­που­με την Ορ­λάν να βά­ζει στον κό­σμο μια ψεύ­τι­κη κού­κλα, θε­με­λιώ­νο­ντας έ­τσι την ε­πι­θυ­μί­α μιας ταυ­τό­τη­τας η ο­ποί­α δεν υ­πα­κού­ει στους νό­μους της βιο­λο­γί­ας και της γε­νε­τι­κής, της κοι­νω­νί­ας και της κλη­ρο­νο­μι­κό­τη­τας. Ό­πως και στο Ten­tative pour sortir du cadre avec masque no3 (1965), ό­που κα­ταγ­γέλ­λο­νται οι κοι­νω­νι­κές κα­τα­πιέ­σεις, συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νων και αυ­τών των αν­δρών.
Πιο κά­τω θα δού­με μια πα­ρω­δί­α του διά­ση­μου έρ­γου του Courbet, L’ origine du monde (1866): ε­δώ το γυ­ναι­κεί­ο γεν­νη­τι­κό όρ­γα­νο που δεί­χνει ο πί­να­κας έ­χει α­ντι­κα­τα­στα­θεί α­πό την φω­το­γρα­φί­α ε­νός αν­δρι­κού, σε στύ­ση και ο­νο­μά­ζε­ται L’origine de la gu­erre (1989) (Η Κα­τα­γω­γή του Πο­λέ­μου). Στη συ­νέ­χεια η Ορ­λάν, υ­πο­δύ­ε­ται διά­ση­μες γυ­ναι­κεί­ες φι­γού­ρες της ι­στο­ρί­ας της τέ­χνης, ό­πως την Α­φρο­δί­τη του Botticelli ή τη Με­γά­λη Ο­δα­λί­σκη του Ingres πα­ρού­σα στην έκ­θε­ση.

“Δεν έ­χω κά­νει πο­τέ έ­να έρ­γο (σχέ­διο, φω­το­γρα­φί­α, γλυ­πτό, βί­ντε­ο, per­for­mance) χω­ρίς να το σκε­φτώ σαν έ­να σώ­μα που ψά­χνει άλ­λα σώ­μα­τα για να υ­πάρ­ξει” λέ­ει η Ορ­λάν. Έ­τσι στη σει­ρά Mesu­rages, βά­ζει σε α­ντι­πα­ρά­θε­ση το σώ­μα της με τον χώ­ρο της πό­λης, ο ο­ποί­ος της δί­νει το μέ­τρο (έ­να εί­δος “ι­δα­νι­κής σχέ­σης” α­νά­με­σα στο αν­θρώ­πι­νο σώ­μα και την αρ­χι­τε­κτο­νι­κή).
Μια και­νούρ­για “ταυ­τό­τη­τα” κά­νει την εμ­φά­νι­σή της, αυ­τή της “α­γί­ας Ορ­λάν” (1974-1948). Πρό­κει­ται για μια φι­γού­ρα ε­μπνευ­σμέ­νη α­πό την Α­γί­α Τε­ρέ­ζα του Bernin και ε­δώ η Ορ­λάν ε­ξε­ρευ­νά τη θρη­σκευ­τι­κή ει­κο­νο­γρα­φί­α και αυ­τή του μπα­ρόκ. Το project αυ­τό το ο­ποί­ο ο­νο­μά­ζε­ται Le Drapé–Le Baroque α­να­τρέ­πει τα τα­μπού του θα­νά­του, της θρη­σκεί­ας, αυ­τό της σε­ξουα­λι­κό­τη­τας. Το πλού­σιο αυ­τό σύ­νο­λο πε­ρι­λαμ­βά­νει γλυ­πτά, φω­το­γρα­φί­ες σε στού­ντιο, per­for­mance, τε­ρά­στιες ε­γκα­τα­στά­σεις,έ­να γλυ­­­πτό α­πό μάρ­μα­ρο κα­τα­σκευα­σμέ­νο στην Καρ­ρά­ρα του ο­ποί­ου η φω­το­γρα­φί­α ε­κτί­θε­ται στην έκ­θε­ση (Buste d’Orlan, 1978).

Στην σει­ρά των Opérations, οι ο­ποί­ες εμ­φα­νί­ζο­νται το 1990, η Ορ­λάν, “κτί­ζο­ντας” την εμ­φά­νι­σή της θέ­λει να δεί­ξει το δι­καί­ω­μα του κα­θε­νός να α­πο­φα­σί­ζει για την δι­κή του. Έ­χο­ντας φτιά­ξει στον υ­πο­λο­γι­στή μια αυ­το­προ­σω­πο­γρα­φί­α τής ο­ποί­ας τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά α­να­μι­γνύ­ο­νται με αυ­τά που φέ­ρουν κά­ποιες γυ­ναι­κεί­ες φι­γού­ρες της ι­στο­ρί­ας της τέ­χνης, ξε­κι­νά τη συ­νερ­γα­σί­α της με τους χει­ρούρ­γους. Για κά­θε ε­πέμ­βα­ση, η αι­σθη­τι­κή του χει­ρουρ­γεί­ου με­τα­τρέ­πε­ται. Το 1991 π.χ. τα ρού­χα του προ­σω­πι­κού γί­νο­νται α­πό τον Paco Ra­banne. Κα­τά τη διάρ­κεια της εγ­χεί­ρη­σης η ο­ποί­α γί­νε­ται με το­πι­κή α­ναι­σθη­σί­α, η Ορ­λάν δια­βά­ζει φι­λο­σο­φι­κά κεί­με­να (Michel Serres), λο­γο­τε­χνι­κά (Antonin Artaud), ή α­κό­μη συ­ζη­τά με το κοι­νό μέ­σω δο­ρυ­φο­ρι­κής με­τά­δο­σης σε βί­ντε­ο. Τα α­ντι­κεί­με­να και οι ει­κό­νες που προ­έρ­χο­νται α­πό τις εγ­χει­ρή­σεις θα χρη­σι­μεύ­σουν στη συ­νέ­χεια στην πα­ρα­γω­γή νέ­ων έρ­γων…
Τρο­μα­κτι­κό εν­δια­φέ­ρον πα­ρου­σιά­ζει η σει­ρά των Self-Hybri­da­tions η ο­ποί­α εμ­φα­νί­ζε­ται πρό­σφα­τα (1998). Ε­δώ η Ορ­λάν προ­ω­θεί την τέ­χνη της προς έ­να ε­πι­πλέ­ον στά­διο αυ­τό-δη­μιουρ­γί­ας και αυ­τό-α­να­πα­ρα­γω­γής, χρη­σι­μο­ποιώ­ντας α­φε­νός τα στά­νταρ ο­μορ­φιάς άλ­λων πο­λι­τι­σμών και α­φε­τέ­ρου τον υ­πο­λο­γι­στή και γε­νι­κά την ψη­φια­κή τε­χνο­λο­γί­α. Ό­πως οι μο­ντέρ­νοι καλ­λι­τέ­χνες (Braque, Picasso, Breton, Apollinaire…) δεν ε­ξε­τά­ζει τα δυ­τι­κά πρό­τυ­πα ο­μορ­φιάς αλ­λά α­να­φέ­ρε­ται στους: προ­κο­λομ­βια­νό, α­φρι­κα­νι­κό και αι­γυ­πτια­κό πο­λι­τι­σμό…

Έ­τσι ξε­κι­νά στο Με­ξι­κό –το ο­ποί­ο η Ορ­λάν έ­χει ε­πι­σκε­φθεί πολ­λές φο­ρές– η σει­ρά των Self-Hy­bridations η ο­ποί­α δεν πρέ­πει να συγ­χέ­ε­ται με τις χει­ρουρ­γι­κές με­τα­μορ­φώ­σεις. Τα πορ­τραί­τα αυ­τά εί­ναι α­πο­τέ­λε­σμα της συγ­χώ­νευ­σης των χα­ρα­κτη­ρι­στι­κών της Ορ­λάν –κα­τό­πιν των χει­ρουρ­γι­κών ε­πεμ­βά­σε­ων– με αυ­τά που έ­χουν οι μά­σκες και τα α­γαλ­μα­τί­δια των πα­λαιών πο­λι­τι­σμών, των ο­ποί­ων τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά έ­χουν υ­πο­στεί αλ­λοιώ­σεις – ε­φό­σον και υ­πα­κούν σε συ­γκε­κρι­μέ­νους κοι­νω­νι­κούς κώ­δι­κες: πα­ρα­μόρ­φω­ση του κρα­νί­ου, του στό­μα­τος και των λο­βών του αυ­τιού, σω­μα­τι­κά τα­τουάζ… Έ­χο­ντας μοι­ρα­στεί τη ζω­ή των αυ­το­χθό­νων στην Α­φρι­κή, η Ορ­λάν συ­νε­χί­ζει με τα Α­φρι­κα­νι­κά Υ­βρι­δι­κά Πορ­τραί­τα (2000) του ε­αυ­τού της, με­τα­ξύ αρ­χα­ϊ­σμού και κουλ­τού­ρας της κυ­βερ­νη­τι­κής, πορ­τραί­τα με σύν­θε­το τί­τλο σαν αυ­τόν που φέ­ρει έ­να α­πό τα πιο πρό­σφα­τα: Τρι­κέ­φα­λη μά­σκα Ο­γκό­νι της Νι­γη­ρί­ας και με­τα­βλη­τά πρό­σω­πα Γαλ­λο-Ευ­ρω­παί­ων γυ­ναι­κών (2003).
Εμ­φα­νής εί­ναι η σχέ­ση α­νά­με­σα στα τε­λευ­ταί­α αυ­τά πορ­τραί­τα και στις α­σπρό­μαυ­ρες φω­το­γρα­φί­ες του 1965 της σει­ράς “Corps sculp­ture avec masque”. Πί­σω α­πό μια μά­σκα κρύ­βε­ται μια άλ­λη, μοιά­ζει να λέ­ει η Ορ­λάν, ό­ταν α­κό­μη και αυ­τό το “Ε­πί­ση­μο πορ­τραί­το της Ορ­λάν” δεν κά­νει τί­πο­τε άλ­λο πα­ρά να ε­πι­ση­μαί­νει –με­γα­λειω­δώς– την α­που­σί­α του “πραγ­μα­τι­κού” προ­σώ­που της Ορ­λάν.

Το πέ­ρα­σμα α­πό τον ει­κο­στό στον ει­κο­στό πρώ­το αιώ­να, μοιά­ζει να ε­ρευ­νά σή­με­ρα το με­τα­μο­ντέρ­νο έρ­γο της Ορ­λάν, ό­ταν κά­τι σαν Με­τά-Αν­θρώ­πι­νη “ταυ­τό­τη­τα”, με­τα­ξύ μέλ­λο­ντος και πα­ρελ­θό­ντος, μοιά­ζει να κά­νει την εμ­φά­νι­σή της, α­να­γκα­στι­κά.

Τε­λειώ­νο­ντας, προ­τεί­νω δύ­ο α­πο­σπά­σμα­τα α­πό το πε­ριο­δι­κό ψυ­χια­τρι­κής VST, το ο­ποί­ο εκ­δί­δε­ται α­πό το CEMEA (Cen­tre d’ En­trainement aux Méthodes d’ Edu­ca­tion, Active) τεύ­χος Σε­πτ.-Δε­κεμ­βρ. 1991, το ο­ποί­ο α­φιε­ρώ­νει σα­ρα­ντα­ε­πτά σε­λί­δες στην “πε­ρί­πτω­ση Ορ­λάν”. Η γνώ­μη των για­τρών α­πα­ντά σε με­ρι­κά α­πό τα ε­ρω­τή­μα­τα τα ο­ποί­α μας προ­βλη­μα­τί­ζουν:
“Το ό­νο­μά της η Ορ­λάν το έ­χει η ί­δια πα­ρά­ξει, δεν το έ­χει ‘δε­χτεί’. Η πρά­ξη αυ­τή της αυ­τό-ο­νο­μα­σί­ας θε­ω­ρεί­ται ιε­ρο­συ­λί­α α­πό θρη­σκευ­τι­κής πλευ­ράς και ψυ­χω­τι­κή α­πό ψυ­χια­τρι­κής. Το ό­νο­μα έρ­χε­ται πά­ντα α­πό τον Άλ­λο του ο­ποί­ου εί­ναι το ί­χνος και το ο­ποί­ο χρε­ώ­νει κά­θε ταυ­τό­τη­τα. Στην πε­ρί­πτω­ση της Ορ­λάν, η ο­ποί­α παί­ζει με τις έν­νοιες της μα­ταιό­τη­τας και του ναρ­κισ­σι­σμού (σε μια της φω­το­γρα­φί­α εμ­φα­νί­ζε­ται κρα­τώ­ντας έ­ναν νάρ­κισ­σο), το παι­χνί­δι α­να­πλη­ρώ­νει το χρέ­ος, με­τα­μορ­φώ­νο­ντάς το σε πρά­ξη δη­μιουρ­γί­ας.

Για να μπο­ρέ­σει κά­ποιος να πει κά­τι σχε­τι­κά με την πρά­ξη της με­τα­μόρ­φω­σης και της συγ­χρό­νως γέν­νη­σης της ει­κό­νας και του ο­νό­μα­τος, θα έ­πρε­πε να έρ­θει σε ρήγ­μα με το με­τα­φυ­σι­κό ή θρη­σκευ­τι­κό τρό­πο ερ­μη­νεί­ας, κα­θώς ε­πί­σης με τον δυα­δι­σμό υ­πο­κεί­με­νο-α­ντι­κεί­με­νο, ε­γώ-άλ­λος, αν­θρώ­πι­νο-θε­ϊ­κό, ά­ντρας-γυ­ναί­κα, έ­ρως-θά­να­τος κ.λπ., που εί­ναι η συν­θή­κη πα­ρα­γω­γής των ψυ­χια­τρι­κών και ψυ­χα­να­λυ­τι­κών con­cepts.
Ψύ­χω­ση και ιε­ρο­συ­λί­α ε­ξα­φα­νί­ζο­νται ε­δώ, εφ’ ό­σον έ­χουν με­τα­τρα­πεί σε παι­χνί­δι, σε αι­σθη­τι­κή, σε τέ­χνη”. [Patrice Desmons, “Noms de Dieu!” VST (Revue sci­en­tifique et culturelle de santé men­tale), no. 23/24, Sept.-Dec. 1991].

“Ε­δώ και αρ­κε­τά χρό­νια έ­χω συ­χνά θε­ρα­πεύ­σει την Ορ­λάν α­πό μια πο­λύ­πλο­κη και ο­δυ­νη­ρή συ­μπτω­μα­το­λο­γί­α: πο­νο­κέ­φα­λοι συ­νο­δευό­με­νοι α­πό ε­με­τούς, πό­νοι στο υ­πο­γά­στριο μέ­χρι πα­ρο­ξυ­σμού, γα­στραλ­γί­ες ε­ξαι­τί­ας ε­νός έλ­κους, α­σθε­νι­κά α­νε­ξή­γη­τα ε­πει­σό­δια. Ε­δώ και δύ­ο χρό­νια ό­μως, τη βλέ­πω μό­νο για πα­ρα­κο­λού­θη­ση και πο­τέ για ο­δυ­νη­ρή συ­μπτω­μα­το­λο­γί­α.
Πι­στεύ­ω ό­τι δια μέ­σου των εγ­χει­ρή­σε­ων, το γε­γο­νός δη­λα­δή ό­τι η Ορ­λάν ερ­γά­στη­κε πά­νω στην πραγ­μα­τι­κή ει­κό­να του σώ­μα­τος, με­τέ­βαλ­ε συγ­χρό­νως και την α­συ­νεί­δη­τη ει­κό­να, ε­πι­τρέ­πο­ντας έ­τσι σ’ αυ­τό το ‘και­νούρ­γιο’ σώ­μα –προ­σω­πι­κό της γλυ­πτό– να μην μι­λά­ει πλέ­ον δια μέ­σου του πό­νου και της ο­δύ­νης που έ­χει υ­πο­στεί.” [Franηoise Clouzet, “Noms de Dieu!” VST (Revue scientifique et culturelle de santé mentale), no. 23/24, Sept.-Dec. 1991, σελ. 46]

Έ­τσι εί­ναι. Ο Φι­λο­στρά­της, ο Παυ­σα­νί­ας, ο Ο­βί­διος, ο Πλί­νιος μας δί­νουν πλή­θος πλη­ρο­φο­ριών για τον ναρ­κισ­σι­σμό στην τέ­χνη. Αρ­γό­τε­ρα, το 1435, ο Leon Battista Alberti, στο διά­ση­μο βι­βλί­ο του Del­la Pittura, μας δί­νει, στο γνω­στό α­πό­σπα­σμα που α­να­φέ­ρε­ται στον Νάρ­κισ­σο και ε­ρευ­νά την “ου­σί­α” της ζω­γρα­φι­κής, τον κά­τω­θι ο­ρι­σμό: “Θα ’ταν η ζω­γρα­φι­κή άλ­λο πράγ­μα α­πό την τέ­χνη τού να φι­λά­ει κά­ποιος έ­τσι την ε­πι­φά­νεια μιας πη­γής; Να φι­λά­ει κά­ποιος με το βλέμ­μα εν­νο­εί­ται.”

Η τέ­χνη α­πό την αρ­χή της εί­ναι ναρ­κισ­σι­στι­κή. Το βλέμ­μα ό­μως στην τέ­χνη –και ό­χι μό­νο (αλ­λά αυ­τό εί­ναι μια άλ­λη συ­ζή­τη­ση)– δια­μορ­φώ­νε­ται α­νά­λο­γα με τις ε­πο­χές και “κα­τα­σκευά­ζε­ται” α­πό τους δη­μιουρ­γούς α­νά­λο­γα με αυ­τές και α­νά­λο­γα με τα κοι­νω­νι­κο-πο­λι­τι­σμι­κά πλαί­σια (contexte), ό­χι που το πα­ρά­γουν αλ­λά που του ε­πι­τρέ­πουν να δια­τη­ρεί τη σχέ­ση του με το πραγ­μα­τι­κό (le reel).

*Η Βίλμα Λαδοπούλου είναι ι­στο­ρι­κός και θε­ω­ρη­τι­κός της Τέ­χνης
Φω­το­γρα­φί­ες: Centre National De La Photographie
ORLAN: Méthodes de l’ artiste, 1964 – 2004
31/03/04 – 28/06/04

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek