από το Άρδην τ. 51, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2004

ενας α­πο τους πρωτους λο­γί­ους που τα­ξί­δε­ψαν στην Ι­τα­λί­α και προ­ε­τοί­μα­σε το έ­δα­φος για το κύ­μα που α­κο­λού­θη­σε ή­ταν ο Μα­νου­ήλ Χρυ­σο­λω­ράς1 ο ο­ποί­ος, ε­νώ βρι­σκό­ταν στην Ι­τα­λί­α το 1396 σε δι­πλω­μα­τι­κή α­πο­στο­λή, πεί­στη­κε α­πό τους Φλω­ρε­ντι­νούς να μεί­νει για τρί­α χρό­νια στην Ι­τα­λί­α για να πα­ρα­δί­δει μα­θή­μα­τα. “Στη διάρ­κεια του ε­πό­με­νου η­μί­σε­ως του αιώ­να, οι μα­θη­τές του Χρυ­σο­λω­ρά, κα­θώς και ο­ρι­σμέ­νοι ρι­ψο­κίν­δυ­νοι λό­γιοι που εί­χαν πράγ­μα­τι σπου­δά­σει στο Βυ­ζά­ντιο, κυ­ριάρ­χη­σαν στις ελ­λη­νι­κές σπου­δές στην Ι­τα­λί­α”2. Ο μα­θη­τής του Χρυ­σο­λω­ρά Guarino θε­ω­ρεί πως ο Χρυ­σο­λω­ράς, πα­ράλ­λη­λα με τις ελ­λη­νι­κές σπου­δές, α­νέ­στη­σε και τις λα­τι­νι­κές,3 ό­σο πα­ρά­δο­ξο και αν φαί­νε­ται, διό­τι δί­δα­ξε στους Ι­τα­λούς, α­να­φέ­ρει ο Γκουα­ρί­νο, πώς να χρη­σι­μο­ποιούν το λε­ξι­κό, τη γραμ­μα­τι­κή και το λο­γο­τε­χνι­κό εί­δος. Σύ­ντο­μα θα τον α­κο­λου­θή­σει η πλειά­δα των λο­γί­ων που θα ε­γκα­τα­στα­θεί στην Ι­τα­λί­α και θα σκορ­πι­στεί σε ό­λη τη Δύ­ση, μέ­χρι την Αγ­γλί­α. Ο Θεσ­σα­λο­νι­κεύς Θε­ό­δω­ρος Γα­ζής (1370-1475) θα φύ­γει για την Ι­τα­λί­α με­τά την ά­λω­ση της Θεσ­σα­λο­νί­κης το 1429. Θα με­τα­φρά­σει Α­ρι­στο­τέ­λη και Θε­ό­φρα­στο στα Λα­τι­νι­κά, θα πα­ρέμ­βει στη δια­μά­χη πλα­τω­νι­κών-α­ρι­στο­τε­λι­κών με τά­σεις συν­διαλ­λα­γής, ως με­τριο­πα­θής α­ρι­στο­τε­λι­κός, και θα γρά­ψει την πε­ρι­βό­η­τη Γραμ­μα­τι­κή Ελ­λη­νι­κή που εκ­δό­θη­κε για πρώ­τη φο­ρά το 1516 και γνώ­ρι­σε στη συ­νέ­χεια ά­πει­ρες α­να­τυ­πώ­σεις, εκ­παι­δεύ­ο­ντας και “τα­λαι­πω­ρώ­ντας” με την ατ­τι­κί­ζου­σα γλώσ­σα του ό­λους τους Έλ­λη­νες μέ­χρι τον 19ο αιώ­να4. Ο Γε­ώρ­γιος Τρα­πε­ζού­ντιος (1395-1484), που έ­φυ­γε για την Ι­τα­λί­α το 1430, α­ξί­ζει να α­να­φερ­θεί ό­χι μό­νο ε­πει­δή με­τέ­φρα­σε Πλά­τω­να, Α­ρι­στο­τέ­λη, Ευ­σέ­βιο Και­σα­ρεί­ας κ.ά., ε­πι­τέ­θη­κε στους “πλα­τω­νί­ζο­ντες” με ε­πι­χει­ρή­μα­τα α­ντά­ξια του δυ­τι­κού σχο­λα­στι­κι­σμού αλ­λά και για­τί υ­πήρ­ξε ί­σως ο πρώ­τος Έλ­λη­νας δια­νο­ού­με­νος που ει­ση­γή­θη­κε τη συ­νεν­νό­η­ση Ελ­λή­νων και Τούρ­κων, στις πε­ρι­βό­η­τες ε­πι­στο­λές του προς τον Μω­ά­μεθ το 1465:


Ει τις ουν τα δύ­ο ταύ­τα των αν­θρώ­πων γέ­νη, χρι­στια­νούς τε λέ­γω και μου­σουλ­μά­νους. Εις μί­αν πί­στιν και ο­μο­λο­γί­αν ε­νώ­σοι,… δο­ξα­σθή­σε­ται πα­ρά πά­ντας αν­θρώ­πους… τού­το δε, θαυ­μά­σιε α­μη­ρά, ου­δείς πλην σου κα­τορ­θώ­σαι δύ­να­ται5.


Και το διά­βη­μα του Τρα­πε­ζού­ντιου ή­ταν α­ξιο­ση­μεί­ω­το για­τί δεν πα­ρέ­μει­νε, ό­πως ο Α­μι­ρού­τζης στο κα­τα­κτη­μέ­νο Βυ­ζά­ντιο, αλ­λά έ­κα­νε το διά­βη­μά του με­τά α­πό τριά­ντα πέ­ντε χρό­νια πα­ρα­μο­νής στην Ι­τα­λί­α και ε­νώ τα­ξί­δε­ψε στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη ως α­πε­σταλ­μέ­νος του Πά­πα6. Ε­ξάλ­λου αυ­τή η α­πό­πει­ρα θα του στοι­χί­σει τη φυ­λά­κι­σή του στον πύρ­γο του Α­γί­ου Αγ­γέ­λου στη Ρώ­μη. Ε­πρό­κει­το ά­ρα­γε για έ­σχα­τη κα­τά­πτω­ση των Ελ­λή­νων λο­γί­ων που ε­πέ­λε­γαν τον αυ­θέ­ντη τους βά­σει των προ­σω­πι­κών τους συμ­φε­ρό­ντων ή για μια α­πό­πει­ρα δια­φυ­γής α­πό την κη­δε­μο­νί­α των κα­θο­λι­κών;


Η ση­μα­ντι­κό­τε­ρη προ­σω­πι­κό­τη­τα του Βυ­ζα­ντί­ου στη Δύ­ση υ­πήρ­ξε ο τρα­πε­ζού­ντιος Βησ­σα­ρί­ων(1389/1395-1472), ο με­τέ­πει­τα Καρ­δι­νά­λιος και τι­του­λά­ριος κα­θο­λι­κός πα­τριάρ­χης Κων­στα­ντι­νου­πό­λε­ως. Ο Βησ­σα­ρί­ων υ­πήρ­ξε μα­θη­τής του Πλή­θω­να και έ­μει­νε πι­στός στις πλα­τω­νι­κές ε­πι­λο­γές του. Ως αρ­χιε­πί­σκο­πος Νι­καί­ας συμ­με­τεί­χε στη Σύ­νο­δο της Φερ­ρά­ρας-Φλω­ρε­ντί­ας ό­που α­να­δεί­χθη­κε σε υ­πο­στη­ρι­κτή της Ε­νώ­σε­ως των εκ­κλη­σιών, σε α­ντί­θε­ση με τον δά­σκα­λό του Γε­μι­στό και ως κύ­ριος α­ντί­πα­λος του Μάρ­κου Ευ­γε­νι­κού. Το 1439, θα ε­γκα­τα­στα­θεί ο­ρι­στι­κά στην Ι­τα­λί­α και θα χρι­στεί καρ­δι­νά­λιος. Ο Βησ­σα­ρί­ων, που θα διεκ­δι­κή­σει δύ­ο φο­ρές την πα­πι­κή έ­δρα και θα την χά­σει λό­γω της ελ­λη­νι­κής του κα­τα­γω­γής7 και της άρ­νη­σής του να εν­δώ­σει σε χα­μερ­πείς συ­ναλ­λα­γές, εί­ναι ε­κεί­νος που θα συ­γκε­ντρώ­σει και θα προ­στα­τεύ­σει τους Έλ­λη­νες λο­γί­ους που βρί­σκο­νταν ή έ­φθα­σαν στην Ι­τα­λί­α. Ο Θε­ό­δω­ρος Γα­ζής, ο Γε­ώρ­γιος Τρα­πε­ζού­ντιος, ο Μι­χα­ήλ Α­πο­στό­λης, ο Αν­δρό­νι­κος Κάλ­λι­στος, θα σχη­μα­τί­σουν υ­πό την προ­στα­σί­α του τον πρώ­το κύ­κλο των Ελ­λή­νων λο­γί­ων της Ρώ­μης. Ο Βησ­σα­ρί­ων, μα­ταί­ως, θα προ­σπα­θεί σε ό­λη του τη ζω­ή να στρέ­ψει τους Δυ­τι­κούς η­γε­μό­νες σε μια εκ­στρα­τεί­α ε­να­ντί­ον των Ο­θω­μα­νών, για την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση της Ελ­λά­δας. Το 1463, ο Πί­ος ο Β΄, ο ελ­λη­νι­στής και ου­μα­νι­στής Πά­πας Σίλ­βιος Αι­νεί­ας Πι­κο­λό­μι­νι, θα εί­ναι έ­τοι­μος να ε­πι­βι­βα­στεί ο ί­διος στα σκά­φη που θα ε­ξε­στρά­τευαν ε­να­ντί­ον των Τούρ­κων, και γι’ αυ­τό θα ο­ρί­σει προ­κα­τα­βο­λι­κά τον Βησ­σα­ρί­ω­να Πα­τριάρ­χη Κων­στα­ντι­νου­πό­λε­ως. Ο θά­να­τος του Πά­πα και η α­δια­φο­ρί­α των δυ­τι­κών η­γε­τών θα ο­δη­γή­σει για άλ­λη μια φο­ρά τα σχέ­δια σε α­πο­τυ­χί­α.
Ο Βησ­σα­ρί­ων, που πί­στευε ή­δη α­πό τη Σύ­νο­δο της Φερ­ρά­ρας ό­τι η σω­τη­ρί­α του ελ­λη­νι­σμού α­πό τον τουρ­κι­κό κίν­δυ­νο ε­να­πό­κει­το πλέ­ον στη συμ­μα­χί­α με τη Δύ­ση, εί­ναι ο κυ­ριό­τε­ρος εκ­πρό­σω­πος του “δυ­τι­κού δρό­μου” και προ­δια­γρά­φει, στην αυ­γή του νε­ώ­τε­ρου ελ­λη­νι­σμού, μια α­πό τις βα­σι­κές κα­τευ­θύν­σεις που θα πά­ρει η ι­στο­ρί­α μας, ί­σως και την κυ­ρί­αρ­χη. Το βέ­βαιο εί­ναι πως δεν ε­πρό­κει­το για κά­ποιον α­πλό “ε­ξω­μό­τη”, αλ­λά για έ­ναν Έλ­λη­να πε­πει­σμέ­νο πως η σω­τη­ρί­α θα ερ­χό­ταν μό­νο α­πό την ταύ­τι­ση με τη Δύ­ση. Σύμ­φω­να με τον Ι­τα­λό ποι­η­τή Τζιο­βάν­νι Μπα­τί­στα Νι­κο­λί­νι, “ή­το πά­ντο­τε ορ­θό­δο­ξος… Προ­σήλ­θε εις τον κα­θο­λι­κι­σμόν διό­τι ως με­γά­λος δι­πλω­μά­της διέ­βλε­πε τα ε­ξαι­ρε­τι­κά ο­φέ­λη που θα προ­σε­πο­ρί­ζε­το με το μέ­σον αυ­τό δια την πα­τρί­δα του, που τό­σον ε­λά­τρευε”8. Ο Βησ­σα­ρί­ων, με την τε­ρά­στια βι­βλιο­θή­κη του στη Ρώ­μη, με τα έρ­γα του προς υ­πε­ρά­σπι­ση του Πλή­θω­νος και του Πλά­τω­νος, θα ε­νι­σχύ­σει α­πο­φα­σι­στι­κά τις ου­μα­νι­στι­κές σπου­δές9.


Ο Ιω­άν­νης Αρ­γυ­ρό­που­λος (1400-1486) θα δι­δά­ξει ελ­λη­νι­κά και φι­λο­σο­φί­α ως ο πρώ­τος κα­θη­γη­τής της Α­κα­δη­μί­ας των Με­δί­κων στη Φλω­ρε­ντί­α, θα σχο­λιά­σει το Όρ­γα­νον του Α­ρι­στο­τέ­λους, ε­νώ οι λα­τι­νι­κές με­τα­φρά­σεις του α­ρι­στο­τε­λι­κού έρ­γου (Η­θι­κά Νι­κο­μά­χεια, Πε­ρί ψυ­χής κ.λπ.) θα εκ­δο­θούν με­τά τον θά­να­τό του. μα­θη­τής του χρη­μά­τι­σε και ο Λαυ­ρέ­ντιος των Με­δί­κων. Ο Λα­ό­νι­κος Χαλ­κο­κον­δύ­λης (1430-1490), “ο τε­λευ­ταί­ος Α­θη­ναί­ος ι­στο­ρι­κός” σύμ­φω­να με το ο­μώ­νυ­μο έρ­γο του Ου­ΐ­λιαμ Μίλ­λερ, θα πε­ρι­πλα­νη­θεί για πολ­λά χρό­νια στη Δύ­ση. Ο ε­ξά­δελ­φός του, Δη­μή­τριος Χαλ­κο­κον­δύ­λης (1423-1500), προ­στα­τευό­με­νος του Λαυ­ρέ­ντιου, θα δια­δε­χθεί τον Αρ­γυ­ρό­που­λο στο Πα­νε­πι­στή­μιο της Φλω­ρε­ντί­ας το 1471. το 1488, θα πραγ­μα­το­ποι­ή­σει την πρώ­τη κρι­τι­κή έκ­δο­ση του Ο­μή­ρου, κα­θώς και την πρώ­τη έκ­δο­ση του Λε­ξι­κού του Σου­ί­δα, θα εκ­δώ­σει τους Λό­γους του Ι­σο­κρά­τους κ.λπ.10
Ο Κων­στα­ντί­νος Λά­σκα­ρις (1434-1501) θα γρά­ψει και θα εκ­δώ­σει την ε­ξί­σου φη­μι­σμέ­νη με ε­κεί­νη του Γα­ζή, Γραμ­μα­τι­κή. αρ­χι­κώς την έ­γρα­ψε στο Μι­λά­νο για τη μα­θή­τρια του Ιπ­πο­λύ­τη Σφόρ­τσα, και την ε­ξέ­δω­σε για πρώ­τη φο­ρά το 1476. η στε­ρε­ό­τυ­πη έκ­δο­ση του 1494 υ­πήρ­ξε η πρώ­τη έκ­δο­ση που πραγ­μα­το­ποί­η­σε ο πε­ρί­φη­μος Άλ­δος Μα­νού­τιος. Στη συ­νέ­χεια εκ­δό­θη­κε και α­να­τυ­πώ­θη­κε δε­κά­δες φο­ρές και στον αρ­χό­με­νο 19ο αιώ­να εί­χε ε­κτο­πί­σει α­κό­μα και την Γραμ­μα­τι­κή του Γα­ζή (εκ­δ. 1801, 1804, 1806, 1808, 1810, 1811, 1812, 1817, 1819, κ.λπ.). Ο Κων­στα­ντί­νος Λά­σκα­ρις θα μεί­νει μέ­χρι το 1460 στο Μι­λά­νο, εν συ­νε­χεί­α θα με­τα­βεί στη Ρώ­μη κο­ντά στον Βησ­σα­ρί­ω­να και α­κο­λού­θως στη Νε­ά­πο­λη, προ­σκε­κλη­μέ­νος του Φρα­γκί­σκου Α΄. Ε­πι­χεί­ρη­σε να φύ­γει για κά­ποιο ελ­λη­νι­κό νη­σί αλ­λά, τα­ξι­δεύ­ο­ντας, κα­τέ­πλευ­σε στη Μεσ­σή­νη ό­που ε­γκα­τα­στά­θη­κε μέ­χρι τον θά­να­τό του. Η Μεσ­σή­νη, στη διάρ­κεια της πα­ρα­μο­νής του, α­πε­κλή­θη “νέ­α Α­θή­να” α­πό τον Άλ­δο Μα­νού­τιο11. Σε ε­πι­στο­λή του στον Ιω­άν­νη Πάρ­δο, θα εκ­φρά­σει ί­σως ε­ναρ­γέ­στε­ρα α­πό κά­θε άλ­λον την τρα­γι­κή μοί­ρα των Ελ­λή­νων λο­γί­ων, συν­θλιμ­μέ­νων με­τα­ξύ της τουρ­κι­κής βαρ­βα­ρό­τη­τας και της δυ­τι­κής α­πο­λυ­ταρ­χί­ας:


Κά­θη­μαι ά­χθος α­ρού­ρης α­πει­πών τω άλ­γει, την ε­νταύ­θα δια­τρι­βήν δου­λεί­αν η­γού­με­νος και την ε­ντεύ­θεν με­τά­στα­σιν κοι­νήν δυ­στυ­χί­αν…. Που γης α­πί­οι­μι, εν ω πα­τρίς μεν δού­λη αι­σχί­στων βαρ­βά­ρων και πά­σα Ελ­λάς, ού­τε δε βα­σι­λεί­α ού­τε πο­λι­τεί­α η­μίν υ­πο­λεί­πε­ται, πά­ντα δε δού­λα και φό­βου και κιν­δύ­νου με­στά; (…) Ρώ­μην μεν την νέ­αν Βα­βυ­λώ­να και τρο­φόν πά­σης κα­κί­ας ουδ’ ι­δείν α­ξιώ. Νε­ά­πο­λιν δε την α­χά­ρι­στον φεύ­γω α­κού­ων…. η μεν γαρ των τυρ­ρα­νού­ντων φει­δω­λί­α Θε­ό­δω­ρον (τον Γα­ζή, σ.τ.σ.) … ες Κα­λα­βρί­αν α­πή­λα­σε, Αν­δρό­νι­κον δε τον Καλ­λί­στου ες τας Βρετ­τα­νι­κάς νή­σους, ό­που φί­λων έ­ρη­μος τέ­θνη­κε… πα­ρα­λεί­πω δε τον σο­φόν ε­μόν κα­θη­γη­τήν Ιω­άν­νην τον Αρ­γυ­ρό­που­λον εν μέ­ση Ρώ­μη πε­νό­με­νον12.


Ο Ια­νός Λά­σκα­ρις (1445-1534), α­ντι­θέ­τως, εν­σω­μα­τώ­θη­κε πλή­ρως στον δυ­τι­κό κό­σμο (εξ άλ­λου ή­ταν μό­λις ο­κτώ χρο­νών ό­ταν έ­φυ­γε α­πό την Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, με­τά την Ά­λω­ση) και προ­σπά­θη­σε, μα­ταί­ως, να ε­πι­τύ­χει την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση της Ελ­λά­δος μέ­σω της Δύ­σε­ως. Το έρ­γο του ή­ταν ταυ­τό­χρο­να φι­λο­λο­γι­κό (συ­νέ­λε­ξε πολ­λά ελ­λη­νι­κά χει­ρό­γρα­φα α­πό το Ά­γιο Ό­ρος και αλ­λού, ε­ξέ­δω­σε τις Τρα­γω­δί­ες του Σο­φο­κλή, Ρή­το­ρες, Ε­πι­γράμ­μα­τα, Ευ­ρι­πί­δη, Α­βι­κέν­να κ.λπ), δι­δα­κτι­κό ( ί­δρυ­σε το πρώ­το ελ­λη­νι­κό Γυ­μνά­σιο στη Ρώ­μη, συ­στη­μα­το­ποί­η­σε τη δι­δα­σκα­λί­α και τα ελ­λη­νι­κά γράμ­μα­τα στο Πα­ρί­σι και ορ­γά­νω­σε τη βα­σι­λι­κή βι­βλιο­θή­κη στο Φο­νται­νε­μπλώ) και πο­λι­τι­κό. Χρη­μά­τι­σε πρέ­σβυς της Γαλ­λί­ας στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, και δύ­ο φο­ρές στην Ε­νε­τι­κή Δη­μο­κρα­τί­α, α­πε­σταλ­μέ­νος του Πά­πα Λέ­ο­ντα Ι΄ στον Γάλ­λο βα­σι­λέ­α Φρα­γκί­σκο, του πά­πα Κλή­με­ντα Ζ΄ στον αυ­το­κρά­το­ρα Κά­ρο­λο Ε΄ κ.λπ. Με ό­λο του το έρ­γο θα προ­σπα­θεί α­διά­κο­πα να ε­νι­σχύ­ει την Ελ­λά­δα και τον ελ­λη­νι­σμό. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή εί­ναι η ε­πί­κλη­σή του προς τον νι­κη­τή του Φρα­γκί­σκου Α΄, τον Κά­ρο­λο Ε΄, με­τά τη μά­χη της Πα­βί­ας το 1525:


Ό­χι μό­νον ο Πά­πας, αλ­λά και η αρ­χαί­α Ελ­λάς, Με­γα­λειό­τα­τε, με στέλ­λει ε­νταύ­θα, δια να σας κα­θι­κε­τεύ­σω να λά­βη­τε έ­λε­ος υ­πέρ αυ­τής. (…) Οι Έλ­λη­νες ε­φεύ­ρον και ε­δί­δα­ξαν τας ε­πι­στή­μας εις ό­λα τα έ­θνη της γης και ι­δί­ως τους κα­τοί­κους της Ευ­ρώ­πης, ως τους Ι­τα­λούς, Γερ­μα­νούς, Ι­σπα­νούς, Γάλ­λους, και άλ­λους. Οι Έλ­λη­νες ού­τοι ε­δω­ρή­σα­ντο τω κό­σμω τους νό­μους, την θρη­σκεί­αν, και τα τε­λειο­ποιού­ντα τους αν­θρώ­πους ή­θη. (…) Με­γα­λειό­τα­τε να λά­βη­τε υπ’ ό­ψιν πό­σας υ­πο­χρε­ώ­σεις έ­χου­σιν ό­λοι οι λα­οί προς το Ελ­λη­νι­κόν έ­θνος, οί­τι­νες ώ­φει­λον να α­να­γνω­ρί­ζω­σι την Ελ­λά­δα ως μη­τέ­ρα των, και τους Έλ­λη­νας ως κυ­ρί­ους και προ­στά­τας των13.


Η συ­νεί­δη­ση της ε­νό­τη­τας του ελ­λη­νι­κού έ­θνους α­πό την αρ­χαιό­τη­τα έ­ως τους νε­ό­τε­ρους χρό­νους και των ο­φει­λών της Δύ­σης έ­να­ντι αυ­τού (και τις ο­ποί­ες θα ό­φει­λε να α­ντα­πο­δώ­σει) εί­ναι πρώ­ι­μη αλ­λά ό­χι μο­να­δι­κή. Η ι­διαι­τε­ρό­τη­τα έ­γκει­ται στο ό­τι ο Λά­σκα­ρις πι­στώ­νει στον ελ­λη­νι­σμό και την προ­σφο­ρά του ό­χι μό­νο στις ε­πι­στή­μες, το δί­καιο, την η­θι­κή, αλ­λά και στη θρη­σκεί­α. Α­πό ό­σο γνω­ρί­ζου­με πρό­κει­ται για μια α­πό τις ε­λά­χι­στες πε­ρι­πτώ­σεις που η ελ­λη­νι­κή πα­ρά­δο­ση διεκ­δι­κεί και τη συ­γκρό­τη­ση του χρι­στια­νι­σμού, σε α­ντί­θε­ση με πολ­λούς δια­νο­ου­μέ­νους του 18ου και του 19ου αιώ­να που διεκ­δι­κού­σαν επ’ ο­νό­μα­τι του νε­ώ­τε­ρου Ελ­λη­νι­σμού μό­νο την αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κή πα­ρά­δο­ση και ζη­τού­σαν α­πό τη Δύ­ση την ο­φει­λό­με­νη α­ντα­πό­δο­ση. Ο Ια­νός Λά­σκα­ρις, α­πευ­θυ­νό­με­νος στον ι­σχυ­ρό­τε­ρο μο­νάρ­χη της Δύ­σε­ως, δεν ε­κλι­πα­ρεί αλ­λά μάλ­λον α­παι­τεί και, έ­χο­ντας και την προ­σφο­ρά της θρη­σκεί­ας στη φα­ρέ­τρα του, συ­νε­χί­ζει να κρα­τά­ει κά­τι α­πό την υ­πε­ρη­φά­νεια και την αί­σθη­ση της α­νω­τε­ρό­τη­τας των Βυ­ζα­ντι­νών έ­να­ντι των άρ­τι εκ­πο­λι­τι­σθέ­ντων βαρ­βά­ρων της Δύ­σε­ως. Ο Λά­σκα­ρις, παρ’ ό­λο που γνώ­ρι­σε πολ­λές τι­μές (“γαί­ην ξέ­νην εύ­ρε­το μει­λι­χί­ην”) και α­να­λώ­θη­κε στην προ­σπά­θειά του να κι­νη­το­ποι­ή­σει τη Δύ­ση υ­πέρ του ελ­λη­νι­σμού, ό­χι μό­νο δεν ε­γκα­τέ­λει­ψε την Ορ­θο­δο­ξί­α, αλ­λά θα γρά­ψει και μί­α Defensio rituum Graecorum. Θα τε­λευ­τή­σει πλή­ρης η­με­ρών και τι­μών αλ­λά με την πι­κρί­α της σκλα­βω­μέ­νης Ελ­λά­δας στην καρ­διά του, ό­πως μαρ­τυ­ρεί το ε­πί­γραμ­μα που ζή­τη­σε να χα­ρα­χθεί στον τά­φο του


Λά­σκα­ρις αλ­λο­δα­πή γαί­η ε­πι­κάτ­θε­το, γαί­ην
Ού­τε λί­ην ξέ­νην, ω ξέ­νε μεμ­φό­με­νος.
Εύ­ρε­το μει­λί­χι­ην’ αλ­λ’ ά­χθε­ται, εί­περ Α­χαιοίς
Ουδ’ έ­τι χουν χεύ­ει πα­τρίς ε­λευ­θέ­ριον14.

Στους Έλ­λη­νες, που με τον ερ­χο­μό τους στη Δύ­ση θα εν­δυ­να­μώ­σουν το ρεύ­μα της Α­να­γέν­νη­σης και ι­διαί­τε­ρα την αρ­χαιο­γνω­σί­α, πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται και ο Μάρ­κος Μου­σού­ρος (1470-1517), πα­ρό­λο που, κα­τα­γό­με­νος α­πό το Ρέ­θυ­μνο, δεν γνώ­ρι­σε ού­τε το Βυ­ζά­ντιο ού­τε την τουρ­κι­κή κυ­ριαρ­χί­α. Ο ρό­λος που δια­δρα­μά­τι­σε στο να κα­τα­κτή­σει η Δύ­ση την πρό­σβα­ση στους αρ­χαί­ους συγ­γρα­φείς υ­πήρ­ξε μο­να­δι­κός. το 1503 ε­πι­φορ­τί­στη­κε α­πό την Ε­νε­τι­κή Δη­μο­κρα­τί­α με την ε­πι­μέ­λεια των εκ­δό­σε­ων του Άλ­δου Μα­νού­τιου. Έ­τσι ε­πι­με­λή­θη­κε και ε­ξέ­δω­σε, με­τα­ξύ άλ­λων, τα Ά­πα­ντα του Πλά­τω­νος, τις Κω­μω­δί­ες του Α­ρι­στο­φά­νη, το Λε­ξι­κό του Η­συ­χί­ου, την Πε­ρι­ή­γη­ση του Παυ­σα­νί­α, τον Θε­ό­κρι­το, Λό­γους του Γρη­γο­ρί­ου του Να­ζιαν­ζη­νού κ.ά. Προς το τέ­λος της ζω­ής του, ή­δη κα­θο­λι­κού δόγ­μα­τος, θα χρι­στεί, α­πό τον φι­λέλ­λη­να πά­πα Λέ­ο­ντα Ι΄, Ε­πί­σκο­πος Ιε­ρά­πε­τρας και Αρ­χιε­πί­σκο­πος Μο­νεμ­βα­σί­ας15.

Το αρ­χέ­τυ­πο του και­ρο­σκό­που λο­γί­ου
Θα κλεί­σου­με την πε­ρι­πλά­νη­σή μας στους λο­γί­ους που τα­ξί­δε­ψαν προς τη Δύ­ση με το αρ­χέ­τυ­πο του ο­πορ­του­νι­σμού, του πτω­χο­προ­δρο­μι­σμού, της σύγ­χυ­σης, του κυ­νι­σμού ή μή­πως και της α­πελ­πι­σί­ας, τον Μι­χα­ήλ Α­πο­στό­λη (1422-1480). Ο Α­πο­στό­λης γεν­νή­θη­κε στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη και εί­ναι τό­σες οι με­τα­στρο­φές και οι α­πο­κρύ­ψεις στις α­πό­ψεις του, ώ­στε κα­τά­φε­ρε να συ­γκε­ντρώ­σει τους πά­ντες ε­να­ντί­ον του, ε­νώ ε­πι­θυ­μού­σε να εί­ναι στους πά­ντες α­ρε­στός! Υ­πέρ της Ε­νώ­σε­ως των εκ­κλη­σιών ή­δη πριν α­να­χω­ρή­σει για την Ι­τα­λί­α16, κα­θώς και κα­τά τη διάρ­κεια της πα­ρα­μο­νής του ε­κεί, με­τά την Ά­λω­ση έ­ως το 1462, θα γρά­ψει εν συ­νε­χεί­α κα­τά των Λα­τί­νων (Πε­ρί εκ­πο­ρεύ­σε­ως του Α­γί­ου Πνεύ­μα­τος, Κα­τά Λα­τί­νων) ό­ταν, με­τά το 1462, θα ε­πι­στρέ­ψει στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη. Δεν θα στε­ριώ­σει ό­μως ού­τε ε­κεί και θα κα­τα­λή­ξει στην Κρή­τη, ό­που ό­χι α­πλώς θα ε­νι­σχύ­ει τους κα­θο­λι­κούς αλ­λά θα με­τα­βλη­θεί και σε ε­νερ­γό προ­πα­γαν­δι­στή της Ου­νί­ας. Ε­πει­δή συ­νέ­βα­λε στο να ε­ξο­ρι­στούν α­πό το νη­σί δύ­ο ορ­θό­δο­ξοι μο­να­χοί, έ­ξαρ­χοι του Πα­τριαρ­χεί­ου της Α­λε­ξαν­δρεί­ας, θα γί­νει σε τέ­τοιο βαθ­μό α­νε­πι­θύ­μη­τος α­πό τους Κρη­τι­κούς ώ­στε με δυ­σκο­λί­α δια­κιν­δύ­νευε την έ­ξο­δο α­πό το σπί­τι του, μια και ά­κου­γε πα­ντού ύ­βρεις “ι­δού το ά­γος, ι­δού το κά­θαρ­μα”17. Ο Α­πο­στό­λης “ο βα­σι­λεύς των πε­νή­των”, ό­πως θα χα­ρα­κτη­ρί­σει τον ε­αυ­τό του, εί­ναι το αρ­χέ­τυ­πο του νε­ο­έλ­λη­να ο­πορ­του­νι­στή δια­νο­ου­μέ­νου, πά­ντα προ­σκολ­λη­μέ­νος στους ι­σχυ­ρούς, έ­τοι­μος να προ­σαρ­μό­σει τις α­πό­ψεις του στις βου­λή­σεις τους, διαρ­κώς δυ­σα­ρε­στη­μέ­νος με την οι­κο­νο­μι­κή του κα­τά­στα­ση, ι­κα­νός και πε­παι­δευ­μέ­νος, που έ­φθα­νε μέ­χρι την κα­τά­δο­ση για ε­ξυ­πη­ρε­τή­σει τους ευ­και­ρια­κούς του αυ­θέ­ντες, έ­στω και αν ερ­χό­ταν σε πλή­ρη α­ντί­θε­ση με το λα­ϊ­κό αί­σθη­μα.


Γρά­φει ο Κων­στα­ντί­νος Σά­θας:
Ε­πί τω θε­α­θή­ναι δ’ εν μεν Ι­τα­λί­α προ­σε­ποιεί­το τον δυ­τι­κόν, εν δε Ελ­λά­δι τον ορ­θό­δο­ξον. Αλ­λά και προ της α­λώ­σε­ως εμ­φα­νί­ζε­το ε­παμ­φο­τε­ρί­ζων. (…) εις τον εν έ­τει 1440 προ­σφω­νη­μα­τι­κόν του προς τον αυ­το­κρά­το­ρα Φρει­δε­ρί­κον ω­μο­λό­γει ο Μι­χα­ή­λος την εκ του πα­τρός και του υ­ιού εκ­πό­ρευ­σιν του α­γί­ου πνεύ­μα­τος, πέ­μπων ταυ­το­χρό­νως προς τον Αυ­το­κρά­το­ρα Κων­στα­ντί­νον τον Πα­λαιο­λό­γον ο­μο­λο­γί­αν πί­στε­ως, κα­τά τας πα­ρα­δό­σεις της Α­να­το­λι­κής εκ­κλη­σί­ας18.


Κα­τά βά­θος, στο μό­νο που φά­νη­κε να μέ­νει πι­στός εί­ναι στον πλα­τω­νι­σμό του, την υ­πο­στή­ρι­ξή του στον Πλή­θω­να και την πί­στη του στους… αρ­χαί­ους θε­ούς. Σε ε­πι­στο­λή του προς τον Ιω­άν­νη Αρ­γυ­ρό­που­λο έ­γρα­φε:

Ζευς, ω πά­ντα δου­λεύ­ει, θε­οί και δαί­μο­νες και ψυ­χαί, και α θε­ών έρ­γα, ή θεί­ος ο Πλά­των δια­κε­λεύ­ε­ται, Ερ­μής τε, ω λό­γον ε­νέ­τα­ξεν ο και των άλ­λων ε­κά­στω τά­ξεις τε α­ϊ­δί­ους και ε­νερ­γεί­ας δια­νει­μά­με­νος… εις το ιε­ρόν τέ­με­νος του Διός, ο Μί­νως ε­κό­σμει τε και Ρα­δά­μαν­θυς, κα­τη­νά­γκα­σαν α­φι­κέ­σθαι19. 


Η πί­στη του στους αρ­χαί­ους θε­ούς μαρ­τυ­ρεί­ται και α­πό άλ­λες ε­πι­στο­λές του, ί­σως και α­πό την α­δια­φο­ρί­α του για τα χρι­στια­νι­κά δογ­μα­τι­κά ζη­τή­μα­τα και την ευ­και­ρια­κή προ­σκόλ­λη­σή του στον ε­κά­στο­τε ι­σχυ­ρό. Πά­ντως οι ε­πι­στο­λές του προς

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek