του Κωνσταντίνου Π. Παλαιολόγου, από το Άρδην τ. 87, Νοέμβριος 2011-Ιανουάριος 2012

http://blowyourheadoff.wordpress.com/

Μ ία από τις σημαντικότερες αρετές της εξαιρετικής Μαρίας Πετρίτση είναι χωρίς αμφιβολία η αστείρευτη διάθεσή της να καταπιάνεται με όλα αυτά τα μικρά και φαινομενικά ασήμαντα περιστατικά της καθημερινότητας που, ενώ σίγουρα αποτελούν κομμάτι της πραγματικότητας, μοιάζουν εντούτοις να ισορροπούν μόνιμα πάνω στο όριό της, ή πολλές φορές και λίγο έξω από αυτό. Και είναι ξεχωριστή η ικανότητά της, να φανερώνει πολύ επιδέξια μόνο τα πιο ουσιώδη από αυτά τα γεγονότα, αυτά που δίνουν ώθηση στην ιστορία της και που δημιουργούν τη βαθιά αίσθηση της αλήθειας που θέλουν να αναδείξουν.

Το χαρακτηριστικό αυτό της γραφής της φάνηκε ήδη από το πρώτο της βιβλίο, τη συλλογή διηγημάτων Lemon (από τις εκδόσεις Εμπειρία Εκδοτική), και συνεχίζεται, τώρα πια με απόλυτα ελεγχόμενο και –θα μπορούσαμε να πούμε, σχεδόν- υποβλητικό στην απλότητά του τρόπο, στο πιο πρόσφατο βιβλίο της Όλα λάθος, (Εκδ. Κέδρος, 410 σελ.).

Η ιστορία ξεκινάει στις αρχές της δεκαετίας του ογδόντα σε ένα απομονωμένο χωριό της Μακεδονίας. Η αφήγηση ξεκινάει σε πρώτο πρόσωπο, με έντεκα κεφάλαια που το καθένα φέρει ως τίτλο το μικρό όνομα του προσώπου που μιλάει. Μέσα από τις διαφορετικές διηγήσεις-εξομολογήσεις ξεχωρίζει η κοινή ανάγκη των ηρώων να αποκολληθούν από το μικρό χώρο και από το κλειστό κοινωνικό περιβάλλον του χωριού και να αναζητήσουν ένα άλλο καλύτερο μέλλον κάπου αλλού. Αυτή η επιθυμία για φυγή, με προορισμό το κάπου αλλού, τροφοδοτείται συνεχώς από την αίσθηση όλων πως, όλα όσα καθορίζουν την ύπαρξή τους αυτή τη δεδομένη στιγμή, είναι λάθος. Οι νεότεροι σε ηλικία ζουν ένα παρόν που τους πνίγει και λαχταρούν μια ανάσα, ένα ξεκίνημα για μια ζωή με απεριόριστες δυνατότητες, μακριά από το χωριό. Η Αλεξάνδρα διαβάζει για να πετύχει στις εξετάσεις και να μπορέσει να φύγει για σπουδές. Ο Βαγγέλης με τον Νύση σχεδιάζουν να φύγουν σε κανένα χρόνο και να αναζητήσουν δουλειά στην Αθήνα. Η Μάρω λαχταράει να αφήσει το καφενείο του πατέρα της και να κατέβει κι αυτή στην Αθήνα να γίνει ηθοποιός.

Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία χαρακτήρες του βιβλίου, μοιάζουν να είναι περισσότερο προσκολλημένοι στο περιβάλλον όπου ζουν. Το αίσθημα της απόγνωσης που κουβαλούν δεν πηγάζει τόσο από τον περιορισμένο χώρο του χωριού αλλά από μια πολύ βαθύτερη και εσωτερική ανάγκη για την αποτίναξη του παρελθόντος και του παρόντος. Η αναζήτηση ενός καινούριου χώρου ή ενός καλύτερου μέλλοντος δεν είναι αυτό που τους απασχολεί σε πρώτη φάση. Προέχει η αλλαγή των ίδιων τους των εαυτών. Ο Χρήστος είναι ερωτευμένος με την Ελένη και δείχνει αποφασισμένος να τινάξει την οικογενειακή του ζωή στον αέρα για χάρη της. Εκείνη αναζητά, μέσω του Χρήστου, μία διέξοδο από ένα παρελθόν που τη στοιχειώνει. Η γυναίκα του Χρήστου, η Τούλα, δείχνει ανίκανη να αποκολληθεί από μια καθημερινότητα που έχει βαλτώσει μεταξύ κουζίνας, σιδερώστρας και ζυγαριάς. Η Λουκία και ο Αλέκος θέλουν να ξεκινήσουν κάτι καινούριο, αλλά οι προσμονές του καθένα από τη νέα σχέση είναι διαφορετικές. Η Τίτσα, η γυναίκα του Αλέκου, πρέπει να αλλάξει όταν θα έρθει αντιμέτωπη με τη νέα πραγματικότητα. Και τέλος ο Φώτης, που ζει φροντίζοντας την καταπιεστική μητέρα του, πρέπει να κάνει μια υπέρβαση, αν θέλει να συνεχίσει να ζει.

Θα ήταν μάταιο και –πολύ φοβάμαι– άδικο να προσπαθήσουμε να διεισδύσουμε στον κόσμο του Όλα λάθος, προσπαθώντας να απομονώσουμε και να περιγράψουμε ένα μοναδικό νήμα που θα το ονομάζαμε υπόθεση. Το νέο βιβλίο της Μαρίας Πετρίτση είναι περισσότερο μια σύνθεση μικρών περιστατικών, προσεκτικά επιλεγμένων μέσα από την πραγματικότητα έντεκα διαφορετικών προσώπων, και συνδυασμένων με τέτοιο τρόπο ώστε να δίνουν την εντύπωση μιας γραμμικής μέσα στο χρόνο εξέλιξης. Πρόκειται για έντεκα διαφορετικά νήματα που ξετυλίγονται αόρατα, το καθένα χωριστά και ανεξάρτητα από το άλλο. Μερικά από αυτά μπορεί κάποια δεδομένη στιγμή να συναντηθούν και να συμπορευθούν για λίγο και κάποια άλλα όχι.

Η συγγραφέας, με μιαν αξιοζήλευτη ωριμότητα, δεν εκβιάζει τις καταστάσεις τεντώνοντας και μπερδεύοντας βιαστικά τα νήματα. Αφήνει την ιστορία να κυλίσει μόνη της και αρκείται στο να την παρακολουθεί διακριτικά για μία χρονική περίοδο που διαρκεί συνολικά έναν περίπου χρόνο. Είναι σαφές ότι το ξετύλιγμα των νημάτων συνεχίζεται και μετά το τέλος του βιβλίου, όπως προϋπήρχε –φυσικά- και πριν αυτό ξεκινήσει. Σκοπός της δεν είναι τόσο να μας διηγηθεί μια ιστορία με αρχή και τέλος, ούτε να μας ψυχαγωγήσει ή να μας συγκινήσει, όσο το να μας κάνει να σκεφτούμε, να καταλάβουμε το βαθύτερο νόημα όλων αυτών των μικρών γεγονότων που μπορούν να καθορίσουν μια ζωή. Φαίνεται ξεκάθαρα ότι, το θέμα που αναπαράγεται, έχει προηγουμένως βιωθεί, έχει χωνευτεί από τη συγγραφέα, έχει δουλευτεί μέσα στη φαντασία της.

Το βιβλίο διαθέτει μία εξαιρετική ηρεμία στην αφήγηση, ακόμη και στις στιγμές που τα γεγονότα που περιγράφονται προκαλούν από μόνα τους μεγάλη ένταση. Η λιτή και άμεση γραφή χρησιμοποιείται έντεχνα σαν ένας λευκός καμβάς, ένας καθρέφτης πάνω στον οποίο αντικατοπτρίζονται αβίαστα τα συναισθήματα του αναγνώστη. Στο κεφάλαιο Η Καταιγίδα, ένα από τα πιο συνταρακτικά που κείμενα που έχω διαβάσει τελευταία, η εγκράτεια και η οικονομία στη διήγηση καταφέρνει τελικά να υποβάλει τον αναγνώστη σε μια κατάσταση που συνορεύει με αυτό που, εντελώς ακαδημαϊκά, αποκαλείται ποιητική συναίσθηση.

Είναι πολλές οι στιγμές στο βιβλίο όπου ο αναγνώστης παρασύρεται με πολύ διακριτικό τρόπο και εμπλέκεται συναισθηματικά δίχως καν να το καταλάβει. Φέρνω στο νου μου την ερωτική ένταση που διαπερνά το κεφάλαιο Παραμονή Χριστουγέννων, όταν όλοι οι –εν δυνάμει– διάλογοι των δύο –εν δυνάμει– εραστών παραμένουν καθ’ όλη τη διάρκεια ενός χριστουγεννιάτικου δείπνου εσωτερικοί.
Οι ήρωες της Μαρίας Πετρίτση είναι άτομα μελαγχολικά, που ζουν μια μάλλον απομονωμένη ζωή, μέλη μιας κοινωνίας κλειστής και αποπνικτικής, που υποφέρουν από υποβόσκοντα πάθη. Η συγγραφέας τα παρακολουθεί με μια ματιά πολύ τρυφερή σε μια συγκεκριμένη περίοδο της ζωής τους. Δείχνει με ποιο τρόπο το πνεύμα τους αλλάζει κάτω από την επίδραση των περιστάσεων του περιβάλλοντος. Πώς αναπτύσσονται τα αισθήματα και τα πάθη, πώς αγαπιούνται, πώς μισιούνται, πώς αγωνίζονται.

Η δύναμη του έργου αυτού δε βρίσκεται τόσο στη συγκίνηση ή στη γοητεία, σε κάποιο συγκλονιστικό γεγονός ή μια υψηλή πλοκή, αλλά στην επιδέξια συγκέντρωση όλων εκείνων των μικροπεριστατικών που καθορίζουν τις ζωές των χαρακτήρων και μέσα από τις οποίες ξεπηδά τελικά το νόημα του έργου.

—————-
Από το εσώφυλλο του βιβλίου παραθέτω μερικά στοιχεία για τη συγγραφέα:
«Η Μαρία Πετρίτση γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε μετάφραση στην Κέρκυρα και στο Βέλγιο. Σήμερα ζει και εργάζεται στις Βρυξέλλες ως υπεύθυνη ειδικών εκδόσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Κείμενά της έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά Μανδραγόρας, (δε)κατά, Το Φαινόμενο του Λουξεμβούργου, Νυστέρι, στο ηλεκτρονικό περιοδικό Στάχτες και στο διαδίκτυο».

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek