του Β.Ι. Κρομμύδα, από το Άρδην τ. 76, Αύγουστος-Σεπτέμβριος 2009

Πρόλογος: Deborah Harry
Μετάφραση: Πάνος Τομαράς
……………………………………………………………….
Εκδόσεις Μεταίχμιο, Αθήνα 2007, σελίδες 289

Το 1977 αποτελεί μία εμβληματική χρονιά, αφού εκδηλώνεται, στη Μεγάλη Βρετανία, με αρκετά βίαιο και χαοτικό τρόπο, ένα κίνημα που έμελλε να αλλάξει τα πράγματα στον κόσμο της μουσικής, και όχι μόνο σ’ αυτόν. κάνουμε λόγο, όπως μπορεί να έγινε αντιληπτό, για το περίφημο punk.

Κάνοντας μία μικρή αναδρομή στην κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα της Βρετανίας, τότε, μπορούμε να πούμε, με νηφαλιότητα και όσο γίνεται αντικειμενική κρίση, αφού έχουν περάσει πάνω από τριάντα χρόνια, πως αυτό το εκρηκτικό μείγμα οργισμένων και άτεχνων ακόρντων, επιθετικής στιχουργίας και προκλητικής εμφάνισης -λίγα μόνο στοιχεία από την πλούσια σημειολογία του punk- ήταν αναπόφευκτο να βγει προς τα έξω και να προκαλέσει ποικίλες αντιδράσεις. Στο παρόν βιβλίο, το οποίο έχει τα χαρακτηριστικά ενός αξιόλογου φωτογραφικού λευκώματος, πλαισιωμένο με αρκετά επεξηγηματικά κείμενα, παρατηρούμε γιατί τελικά το punk άλλαξε τα πάντα. Οι συγγραφείς των κειμένων είναι παλιοί ή νέοι συνεργάτες των μουσικών περιοδικών Mojo, Q και Sounds, οι οποίοι αποδίδουν εκείνη την εποχή με νοσταλγία αλλά και με πραγματισμό. Σίγουρα το ροκ, σύμφωνα με τις μαρτυρίες των δημοσιογράφων που ασχολούνταν με το μουσικό ρεπορτάζ, είχε φτάσει, στα μέσα της δεκαετίας του 1970, στα όριά του.

Κυριαρχούσε το ιδίωμα του glam rock -David Bowie, Gary Glitter- καθώς και συγκροτήματα όπως οι Genesis ή οι Bay City Rollers. Η επιτήδευση αυτού του χώρου, τόσο στη μουσική όσο και, κάποιες φορές, στην εμφάνιση, δεν συγκινούσαν πια την αγγλική νεολαία, η οποία, στο μεγαλύτερο ποσοστό της, προερχόταν από την εργατική τάξη και έβλεπε το φάσμα της ανεργίας και της υποαπασχόλησης να στοιχειώνει τα όνειρά της. Βρισκόμαστε στην πρώτη περίοδο διακυβέρνησης των Συντηρητικών, με τη «σιδηρά κυρία» Μάργκαρετ Θάτσερ, η οποία εδραιώνει την παρουσία της με αυταρχισμό και ανένδοτη αντεργατική πολιτική. Υπό αυτές τις συνθήκες, ξεσπάει το punk, μία γροθιά, για πολλούς, στο μαλακό υπογάστριο της υπερσυντηρητικής και υπνώττουσας, λόγω ευμάρειας, μεσαίας τάξης της Αγγλίας. Μέσα σε τρία χορταστικά κεφάλαια, δίνεται, με άψογο επαγγελματισμό αλλά και με γνήσια κριτική διάθεση, όλο το κλίμα εκείνων των ταραγμένων ημερών. Η μετάφραση του Πάνου Τομαρά είναι προσεγμένη και χωρίς γλωσσικούς ακροβατισμούς. Παρακολουθούμε, λοιπόν, στο πρώτο κεφάλαιο, τη γέννηση του punk (σ. 12), τα πρώτα συγκροτήματα, όπως ήταν οι ανατρεπτικοί Sex Pistols (σ. 24) ή οι ριζοσπαστικοί Clash (σ. 62), αλλά και μαρτυρίες για σημαντικούς συναυλιακούς χώρους, όπως το περίφημο club «CBGB», στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, τη Νέα Υόρκη (σ. 110). Το δεύτερο κεφάλαιο, τώρα, αποτυπώνει τον εφήμερο χαρακτήρα της punk κουλτούρας, εστιάζοντας σε ζητήματα όπως η γραφιστική (σ. 162) ή το τραγικό τέλος του Sid Vicious, αυτής της τόσο περίεργης φιγούρας των Sex Pistols (σ. 196). Με το τρίτο κεφάλαιο βλέπουμε τι συνέβη έπειτα από όλα αυτά, ακολουθώντας από κοντά συγκροτήματα όπως οι Black Flag, πρωτοπόροι του αμερικανικού hardcore* (σ. 232), ή αποτίοντας φόρο τιμής σε έναν από τους σπουδαιότερους και πιο πολιτικοποιημένους punk τραγουδιστές, τον Joe Strummer, ηγετική φιγούρα των Clash (σ. 276).

Η σύντομη και ενδεικτική παρουσίαση αυτού του πραγματικά πλούσιου λευκώματος κλείνει με τον επίλογο ενός πρωταγωνιστή της ιδιόμορφης punk αισθητικής, του σχεδιαστή ρούχων και μουσικού Malcolm McLaren, ο οποίος είχε ιδρύσει μαζί με τη σχεδιάστρια Vivienne Westwood, την περίφημη μπουτίκ SEX, στον αριθμό 430 της King’s Road, στο Λονδίνο.
Αυτό το κατάστημα, σύμφωνα με τον εμπνευστή του, σταδιακά «προσέλκυσε μία ολόκληρη ομάδα ανθρώπων που αισθάνονταν απογοητευμένοι με τον κόσμο γύρω τους. Έρχονταν και κάθονταν εκεί. (…) Άρχισαν να έχουν διαφορετικά συναισθήματα και να ντύνονται διαφορετικά. Ακόμα και αν δεν διέθεταν τα χρήματα για να αγοράσουν ένα από τα ραμμένα ρούχα από βινύλιο, που είχαμε σχεδιάσει μαζί με τη Vivienne Westwood, μπορούσαν απλώς να βρουν κάτι στο καλάθι προσφορών.

Αυτή η νέα μόδα, αυτός ο νέος τρόπος σκέψης, χρειαζόταν τη δική του μουσική ταυτότητα για να ζωντανέψει, και από το πλήθος ξεχώρισαν τέσσερα άτομα. Παίρνοντας το όνομα εν μέρει από το μαγαζί μου, το “SEX’’, πρόσθεσα στη συνέχεια τη λέξη “Pistols’’. Αναζητούσα κάτι με σεξουαλικά υπονοούμενα, ένα όνομα που θα μπορούσε να χρησιμεύσει σαν μεταφορά. Και ιδού ένα συγκρότημα, οι Sex Pistols, που θα γκρέμιζε -όπως και έκανε- όλα αυτά που δεν μας άρεσαν, και στην περίπτωσή μας αυτό σήμαινε τα πάντα. (…)

Ξεκινώντας από ένα μικρό κατάστημα στην King’s Road, είχαμε δημιουργήσει τους δικούς μας κώδικες για τη ζωή, τους δικούς μας νόμους, τη δική μας ταυτότητα. Με άλλα λόγια, είχαμε δημιουργήσει την υποδομή για μια εναλλακτική κοινωνία» (σ. 280).

*Punk: Η λέξη αυτή της αγγλικής γλώσσας αποδίδεται στα ελληνικά ως δαδί, σάπιο ξύλο, βλακώδης συζήτηση, αλήτης, άχρηστος, σαχλός. Δόθηκε από τους εκπροσώπους της καθεστηκυίας τάξης στην Αγγλία, για να υποτιμήσουν το συγκεκριμένο ρεύμα, με αποτέλεσμα όμως, ύστερα από λίγο καιρό, να γίνει το σήμα κατατεθέν του.
**Hardcore: Κατά λέξη, σκληρός πυρήνας. Ακατέργαστο, ωμό ροκ, με πολλή βία στη συνθετική του δομή και χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους στίχους. Γνήσιοι εκπρόσωποι αυτού του αμερικανικού punk υβριδίου ήταν οι επεισοδιακοί Black Flag. Τον δρόμο, βέβαια, τον είχαν ανοίξει οι πολιτικοποιημένοι Dead Kennedys με τραγούδια όπως: «Chemical warfare» ή «Kill the poor».

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek