του Ανδρέα Σταλίδη, από το Άρδην τ. 75, Μάιος-Ιούνιος 2009

Η απάντηση του Α. Σταλίδη ήρθε στα γραφεία του Άρδην και της Ρήξης ενώ το περιοδικό βρισκόταν ήδη στο τυπογραφείο. Αυτός είναι και ο λόγος που η επιστολή δημοσιεύεται στο 75ο τεύχος και όχι στο 74ο. Ο χώρος του Άρδην και της Ρήξης δεν έχει κατασταλαγμένη, συνολική άποψη επί του θέματος. Τα τελευταία χρόνια ένας συνεχής διάλογος βρίσκεται σε εξέλιξη –καρπός του οποίου είναι και το κείμενο που είχε δημοσιεύσει ο Γ. Καραμπελιάς στο Παρόν το 2005, και το οποίο περιλαμβάνουμε εδώ.

Στο άρθρο του «Λοξώς Αριστερά» ο Θόδωρος Ντρίνιας στο τεύχος 73 του Άρδην, μιλώντας (στον πληθυντικό αριθμό) για τη στάση του περιοδικού Άρδην σε σχέση με το ζήτημα του «χωρισμού Κράτους – Εκκλησίας» δείχνει να προαναγγέλει μια στροφή. Αφού γράφει ότι «κάτι τέτοιο (χωρισμός) δεν μπορούσε και δεν έπρεπε να γίνει με τους όρους που έθεταν οι ευρωλιγούρηδες εισηγητές του αιτήματος» την περίοδο που «το ζήτημα ετίθετο στην αιχμή του δόρατος όσων επιτίθονταν στην Εκκλησία» και το περιοδικό αντιστεκόταν σθεναρά (έχοντας μία στάση που «ξένιζε αρκετούς»), συνεχίζει στην επόμενη παράγραφο λέγοντας ότι «από τότε όμως κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι και νέες συνθήκες διαμορφώθηκαν».
Οι αμέσως επόμενες φράσεις του περιγράφουν, κατά τον αρθρογράφο, αυτές τις νέες συνθήκες:
«Ο αριστεροδέξιος εκσυγχρονισμός έχει υποστεί συντριπτικά πολιτικά πλήγματα (αν και διατηρεί ρεζέρβες…). Η κρίση της παγκοσμιοποίησης, που σηματοδοτείται από την πτώση της αμερικανικής ισχύος και την τρομακτική διεθνή οικονομική κατάρρευση, εξασφαλίζει ότι ο «εκσυγχρονισμός» ως ημεδαπό πολιτικό πρόταγμα … πνέει πια τα λοίσθια».


Και κλείνει με την πρότασή του ότι «ήρθε η ώρα του χωρισμού… Με πρωτοβουλία της ίδιας της ηγεσίας της Εκκλησίας! Μια τέτοια κίνηση, συνοδευόμενη από μια εσωτερική εκκαθάριση μεγάλης κλίμακας, θα απελευθέρωνε την Εκκλησία από τις δουλείες και τους συμβιβασμούς που της επιβάλλει ο εναγκαλισμός με το υπό διάλυση κράτος… Μια τέτοια κίνηση θα της ανοίξει δύο δρόμους: είτε την πλήρη επιχειρηματικοποίηση και βατικανοποίησή της…, είτε την επιστροφή της στη βάση της κοινωνίας, απ’ όπου θα αντλήσει ζωογόνο ισχύ».

Θα ήθελα να αντιπαραθέσω τη δική μου, αντιδιαμετρικά αντίθετη άποψη, ειδικά εφόσον ο κ. Ντρίνιας στο συγκεκριμένο άρθρο όντως εκφράζει την ομάδα Άρδην/Ρήξης. Και την αντιπαραθέτω ακριβώς επειδή με ενδιαφέρει η άποψη της ομάδας. Με ενδιαφέρει ως πόλος εύφορου διαλόγου με επιρροή στο κοινό της.


Ας μου επιτραπεί να αμφιβάλλω και για τα δύο που αναφέρει. Δεν έχω διαπιστώσει κανένα πλήγμα του αριστεροδέξιου εκσυγχρονισμού, πόσο μάλλον συντριπτικό. Αν εννοεί την απόσυρση του βιβλίου Ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικού, θα αντέτασσα τα εξής: Συνεχίζουν απτόητοι περί της σχολικής ιστορίας στην Κύπρο, τα υπόλοιπα και πάμπολλα σχολικά εγχειρίδια παραμένουν, οι 200 διδάκτορες Ιστορίας (αντί για 2, όπως είχε αρχικά συμφωνηθεί το 1995/96) που κατήγγειλε ο τέως Κοσμήτορας του τμήματος Ιστορίας του Παν. Αθηνών κ. Εμμανουήλ Μικρογιαννάκης βρίσκονται ακόμα διασκορπισμένοι στα πανεπιστημιακά ιδρύματα της χώρας, και συνολικά δηλαδή οι δύο «πυλώνες» της διαμόρφωσης της ελληνικής κοινής γνώμης (η παιδεία και τα ΜΜΕ) παραμένουν στα χέρια τους. Επίσης, δεν βρίσκω τι σχέση έχει η διεθνής οικονομική κρίση με το ποιος κυριαρχεί ιδεολογικά στην Ελλάδα.


Η δική μου γνώμη για το θέμα είναι η κάτωθi:

Οι σχέσεις Πολιτείας-Εκκλησίας είναι ένα από τα πλέον πρόσφορα θέματα ενασχόλησης των ΜΜΕ την τελευταία δεκαετία. Είναι πολύς ο χρόνος αυτός και ενδεχομένως κάποτε-κάποτε να φαίνεται σαν να έχουν συγκυριακά επιτύχει (δυστυχώς) να ανατρέψουν τις απόψεις της «κοινής» γνώμης. Αυτό έγινε (κατά τη γνώμη μου πάντα, και το λέω με πλήρη επίγνωση των γραφόμενων) με συντονισμένο σχέδιο δράσης των διαμορφωτών της κοινής γνώμης. Άγγιζε συχνά τα όρια της «προπαγάνδας». Κάθε προπαγάνδα είναι δυνατόν να εμπεριέχει αληθή στοιχεία, όμως βασίζεται κυρίως στην υπερβολή, στη διασύνδεση άσχετων υποθέσεων μεταξύ τους, αβάσιμων κατηγοριών, και συνολικά σε έναν ηχηρό θόρυβο, τόσο εκκωφαντικό, που κανένας δεν τολμά να θέσει τα πραγματικά στοιχεία που παρουσιάζονται, στη βάσανο της λογικής και του ελέγχου. Αυτό ακριβώς έγινε την τελευταία δεκαετία και έχει (προσωρινά) μετακινήσει σχεδόν τους πάντες προς την κατεύθυνση μιας αντι-εκκλησιαστικής «υστερίας». Οι ουδέτεροι έγιναν εχθρικοί, οι φίλοι έγιναν ουδέτεροι κ.λπ.


Αυτό είναι το κλίμα και αυτές είναι οι υπάρχουσες επικρατούσες συνθήκες στην κοινωνία. Αυτό το κλίμα διαμορφώνει συνειδήσεις, παράγει απορρίψεις, καλλιεργεί αποξένωση και οδηγεί σε ανοησίες που αναμασώνται κατά κόρον από ημιμαθείς νεο-αντικληρικαλιστές. Πλήρης απουσία σεβασμού, αλλά και νηφαλιότητας.


Είναι προφανές ότι μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες οποιαδήποτε συζήτηση σχέσεων Εκκλησίας – Πολιτείας δεν είναι δυνατόν να διεξαχθεί. Το ένα από τα δύο μέρη θα βρίσκεται σε θέση αδυναμίας, σαν να έχει μόλις υποστεί μια συντριπτική ήττα. Αυτό θα ήταν παράδοση άνευ όρων. Τέτοιον σεβασμό δείχνουμε στην ψυχή του Ελληνισμού;


Επίσης, η λέξη «χωρισμός» κατήντησε μια λέξη-λάστιχο, με τον καθένα να εννοεί κάτι διαφορετικό, ενίοτε και εντελώς διαφορετικό ή ασαφές. Ορισμένα παραδείγματα με άτακτη σειρά: Άλλος εννοεί να πάψουν τα (χιλιάδες) εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα να θεωρούνται ΝΠΔΔ, άλλος εννοεί την πλήρη αποκαθήλωση των εικόνων από τα σχολεία, άλλος εννοεί να σταματήσουν όλες οι δοξολογίες, άλλος εννοεί να μην εμπλέκεται η πολιτεία στις εκκλησιαστικές δικαστικές υποθέσεις, άλλος εννοεί να καταστεί η Εκκλησία «επιχείρηση» και να αντιμετωπίζεται έτσι, άλλος εννοεί να μην ορκίζονται οι βουλευτές, άλλος εννοεί να μη γίνονται αγιασμοί, άλλος εννοεί τον πλήρη εξοβελισμό των «Θρησκευτικών» από το σχολικό πρόγραμμα, άλλος εννοεί να φύγει ο Σταυρός από τη σημαία, άλλος εννοεί να μη μισθοδοτούνται οι κληρικοί από το κράτος (χωρίς να υπολογίζει ότι η μισθοδοσία προέκυψε με πρόταση του ίδιου του κράτους στη σύμβαση της 18/9/1952, όταν το κράτος αναγνώρισε ότι δεν μπορούσε να αποπληρώσει αποζημιώσεις στην Εκκλησία για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις του 1922/23 και του 1952 και πρότεινε αυτή τη λύση) κ.ο.κ. Επίσης, όλοι όσοι μιλάνε για χωρισμό αποφεύγουν να εξετάσουν τι θα απογίνουν οι σχέσεις του ελληνικού κράτους με το Οικ. Πατριαρχείο, με το Άγιο Όρος, με τα υπόλοιπα Πατριαρχεία, με Εκκλησίες εντός Ελλάδος όπως οι Νέες Χώρες, τα Δωδεκάνησα και η Κρήτη, καθώς επίσης και ποιο καθεστώς θα διέπει τις σχέσεις με τις μουσουλμανικές μειονότητες της Θράκης (π.χ. οι μουφτήδες θεωρούνται δημόσιοι λειτουργοί), όπου είναι πιθανό να απαιτείται μερική αναθεώρηση της Συνθήκης της Λωζάνης, ενώ επίσης λησμονούνται οι σχέσεις του κράτους με ΝΠΔΔ άλλων δογμάτων ή θρησκειών (π.χ. Ισραηλιτικό συμβούλιο). Γενικώς, ο καθένας εννοεί το μακρύ του και το κοντό του, συρόμενος και παρασυρόμενος από το κλίμα των ΜΜΕ.


Εγώ λοιπόν θα πρότεινα τις εξής προϋποθέσεις: να παρέλθει μια μακρά περίοδος (έως και 10 ή 15 ετών) νηφαλιότητας, ώστε να αποκατασταθεί η γαλήνη και η ισορροπία, με αποφυγή ακραίων εκφράσεων στον δημόσιο λόγο, αλλά και παράλογων απαιτήσεων από την Εκκλησία. Έπειτα, θα μπορεί να ακολουθήσει μια δεύτερη περίοδος ενός γόνιμου δημοσίου διαλόγου όπου θα τεθούν με ψυχραιμία όλα αδιακρίτως τα θέματα των σχέσεων Εκκλησίας – Πολιτείας, ο οποίος θα οδηγήσει σε αποσαφήνιση των ρόλων του κάθε θεσμού, με αμοιβαίο σεβασμό, και να προχωρήσουμε σε όποιες και όσες αλλαγές κριθούν απαραίτητες. Η ταμπέλα που θα περιγράψει τις οποιεσδήποτε αυτές αλλαγές είναι αδιάφορο αν θα ονομαστεί «χωρισμός» ή «διακριτοί ρόλοι» ή οτιδήποτε άλλο.


Αν ενδιαφερόμαστε για την ουσία, ας μιλάμε για την ουσία και όχι με ετικέτες.


Υπό ποιούς όρους είναι δυνατός ο χωρισμός κράτους – Εκκλησίας

του Γιώργου Καραμπελιά, από το Παρόν, 06/03/05

Τα πραγματικά –αλλά και τα υποθετικά– σκάνδαλα στους κόλπους της ιεραρχίας έφεραν στην επιφάνεια ξανά όλη τη συζήτηση γύρω από τον ευρύτερο ρόλο της Εκκλησίας στην ελληνική κοινωνία σήμερα.
Επειδή εμείς πιστεύουμε πως η συνδιαλλαγή της Εκκλησίας με τους εξουσιαστικούς μηχανισμούς αποτελεί μια αρνητική παράμετρο για την ίδια την πνευματική λειτουργία της Εκκλησίας και την εμπλέκει στην κυβερνητική πολιτική και γραφειοκρατία, από θέση αρχής, και αν είχαν τηρηθεί ορισμένες προϋποθέσεις, θα ήμαστε υπέρ ενός τέτοιου διαχωρισμού. Πολύ φοβόμαστε όμως ότι ο πραγματικός στόχος όσων εκστρατεύουν σήμερα τόσο λάβροι εναντίον της Εκκλησίας και διεκδικούν τον «χωρισμό» είναι διότι στοχεύουν την ίδια την ταυτότητα και την ιδιοπροσωπία μας. Είναι οι ίδιοι άνθρωποι που πρωτοστατούσαν πέρυσι για την αποδοχή του Σχεδίου Ανάν, πριν μερικά χρόνια για την παράδοση του Οτσαλάν, κ.λπ. κ.λπ.

Πράγματι, μια παροξυστικά «εκσυγχρονιστική» αντίληψη, με την ευκαιρία της κρίσης, πιέζει για την ολοκληρωτική ενσωμάτωσή μας στο κλίμα της παγκοσμιοποίησης και την αποδοχή του ρόλου που μας έχει αποδώσει η Νέα Τάξη Πραγμάτων στην περιοχή. Θεωρεί ότι αυτός είναι ο μονόδρομος της επιβίωσης της χώρας μας μέσα στη «νέα εποχή», ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ουσιαστικά τη διάλυση του ελληνικού έθνους-κράτους, ακόμα κι αν αυτό αναπόφευκτα οδηγήσει στην οριστική απώλεια της ανεξαρτησίας και της αυτονομίας μας. Έτσι, σύμφωνα μ’ αυτή την άποψη, οι Έλληνες πρέπει να αποδεχθούν τους αμερικανοτουρκικούς σχεδιασμούς για την Κύπρο και το Αιγαίο. Πρέπει να απολέσουν κάθε στοιχείο πολιτιστικής ιδιαιτερότητας, κάθε στοιχείο της ιδιοπροσωπίας τους που τους διαφοροποιεί από τον παγκοσμιοποιημένο χυλό, προκειμένου να μεταβληθούν όσο το δυνατόν ταχύτερα σε άτομα-υπηκόους της παγκόσμιας αυτοκρατορίας της κατανάλωσης. Μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια, η θρησκεία, η πίστη, η παράδοση, κάθε τι που μπορεί να δομήσει συλλογικές ταυτότητες που δεν προσιδιάζουν στο παγκοσμιοποιητικό μοντέλο, πρέπει να αποχωρήσουν από τον δημόσιο χώρο, να μεταβληθούν σ’ ένα είδος ατομικού χόμπι που θα συμπληρώνει το φάσμα των επιλογών. Αυτή είναι η βαθύτερη λογική εκείνων των δυνάμεων που με πείσμα διεκδικούν τον λεγόμενο χωρισμό της Εκκλησίας και του κράτους.

Εμείς, αντίθετα, για να αποδεχθούμε έναν τέτοιον διαχωρισμό, θέτουμε ως προϋπόθεση ο εθνικός ρόλος της Εκκλησίας να μεταλαμπαδευτεί σε άλλους κοσμικούς θεσμούς και μηχανισμούς και να μη χρειάζεται πλέον να τον διακονεί, ακόμα και εν μέρει, η Εκκλησία. Γιατί η Εκκλησία εξακολουθεί να αποτελεί έναν σημαντικό εθνικό θεσμό για τη χώρα μας.

Ας δούμε γιατί: Κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας, η Εκκλησία αποτελούσε τον μόνο ζωντανό θεσμό που συσπείρωσε στους κόλπους του τον ελληνισμό, συμβάλλοντας καίρια στην επιβίωσή του. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε πως αυτόν τον εθνικό ρόλο τον διεκπεραίωνε η Εκκλησία μέχρι το 1922 για όλο το «γένος» μας, στην Κύπρο μέχρι τη δεκαετία του 1960, και στον ευρύτερο ελληνισμό της διασποράς μέχρι και σήμερα. Κατόπιν, από συστάσεως του νεοελληνικού κράτους κάτω από την επίδραση της αγγλικής επιρροής, αργότερα και της βαυαροκρατίας ο πολιτικός και ο επίσημος πνευματικός μας κόσμος συνδεόταν πολύ περισσότερο με τη Δύση –στη βάση μιας μεταπρατικής, παρασιτικής λογικής– παρά με την κοινωνία, της οποίας τις τύχες καθόριζε. Απ’ την άλλη, ο λαός ζούσε σε διαφορετικούς ρυθμούς, αντιμετώπιζε διαφορετικά προβλήματα, βίωνε με διαφορετικό τρόπο την ελληνική πραγματικότητα.

Αυτό το σχίσιμο στο εσωτερικό της χώρας αναδεικνύεται με ακραίο τρόπο την τελευταία δεκαετία. Η πλειοψηφία του πολιτικού κόσμου προσχωρεί ολοκληρωτικά στην εκσυγχρονιστική λογική, μεταβαλλόμενος σταδιακά από εκπρόσωπος του ελληνικού λαού σε ατζέντη της παγκοσμιοποίησης, της Νέας Τάξης Πραγμάτων. Οι αντιπολιτευόμενες πολιτικές δυνάμεις, και κυρίως η Αριστερά, απέτυχαν να συστήσουν έναν αξιόλογο πόλο αντίστασης στην επιτεινόμενη παράδοση του πολιτικού κόσμου στη λογική της υποταγής της χώρας, και εν μέρει συμπορεύονται ή και πρωτοστατούν σε αυτή την παράδοση (βλέπε Κωνσταντόπουλος για το Σχέδιο Ανάν). Σε αυτές τις συνθήκες, η Εκκλησία αποτέλεσε τη σημαντικότερη δύναμη η οποία με μαζικούς όρους εξέφραζε –έστω και στρεβλά ορισμένες φορές– την αντίθεση της πλειοψηφίας της ελληνικής κοινωνίας στον παρασιτικό εκσυγχρονισμό.

Στη Γαλλία, που τόσο πολύ αναφέρουν ως υπόδειγμα για τον χωρισμό κράτους – Εκκλησίας είχε συμβεί το ακριβώς αντίστροφο. Η Καθολική Εκκλησία αποτελούσε παράγοντα αποδυνάμωσης της εθνικής ταυτότητας, ακριβώς γιατί ήταν δεμένη με έναν παγκοσμιοποιητικό μηχανισμό, την παπική ιεραρχία. Και αυτός ακριβώς ήταν ο λόγος για τον οποίο το γαλλικό κράτος προχώρησε στον διαχωρισμό Εκκλησίας – κράτους. Σε μας εδώ, αντιθέτως, σε ένα κράτος «φρακοφορεμένο» και εξαρτημένο, η Εκκλησία αποτελούσε παράγοντα διατήρησης της εθνικής ιδιοπροσωπίας.
Κατά συνέπεια, όσοι από μια σκοπιά «εκσυγχρονισμού» διεκδικούν σήμερα τον διαχωρισμό Εκκλησίας – κράτους, τον εντάσσουν στην παραπέρα αποδυνάμωση του ελληνισμού.

Από μια προοδευτική και αριστερή άποψη θα ήταν δυνατό να υποστηρίξουμε έναν τέτοιον χωρισμό μόνον εάν και εφόσον οι πολιτικοί, ιδεολογικοί και κρατικοί θεσμοί μας εκκοσμικεύσουν τα στοιχεία της ιδιοπροσωπίας μας, έτσι ώστε η Εκκλησία να αφιερωθεί αποκλειστικά στο πνευματικό της έργο. Όσο το κράτος και οι θεσμοί μας θα παραμένουν ανάπηροι και δεν θα εκφράζουν την ταυτότητά μας, τόσο θα παραμένει αδύνατος ένας οργανικός τέτοιος διαχωρισμός Εκκλησίας – κράτους.
Δηλαδή, μέσα από μια περίεργη πανουργία της ιστορίας, εκείνοι που εμποδίζουν τον διαχωρισμό κράτους – Εκκλησίας είναι όσοι με αυτόν προσδοκούν την αποδυνάμωση του ελληνισμού. Μόνο η ενίσχυσή του, στο σύνολο των θεσμών και της ιδεολογίας μας, μπορεί να επιτρέψει και έναν οργανωτικό διαχωρισμό της Εκκλησίας από το νεοελληνικό κράτος. Ιδού λοιπόν πεδίον δόξης λαμπρό για τους εκκοσμικευτές μας. Ας υποκαταστήσουν στο ιδεολογικό και πολιτικό πεδίο την Εκκλησία στον εθνικό της ρόλο, για να μπορούν να επιτύχουν αυτόν τον «χωρισμό», και εμείς τότε μόνον θα τους ακολουθήσουμε.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek