του Α. Αμπουνιμά, από το Άρδην τ. 73, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2009

Ο ανηλεής βομβαρδισμός της Γάζας σταμάτησε –προσωρινά– αλλά ο αριθμός των νεκρών συνεχίζει να αυξάνεται καθώς, ολοένα και περισσότερα πτώματα ανασύρονται από τις γειτονιές που έχουν ισοπεδωθεί από τις αεροπορικές επιδρομές.
Αυτό που το Ισραήλ διέπραξε στη Γάζα, ξεκινώντας στις 11.30 π.μ., στις 27 Δεκεμβρίου 2008, θα παραμείνει παντοτινά χαραγμένο στην ιστορία και τη μνήμη. Ονόματα όπως αυτά των Τελ Αλ Χάουα, Χάι Αλ Ζαϊτούν και Χούζαα ήρθαν να προστεθούν στον μακρύ κατάλογο των ισραηλινών φρικαλεοτήτων μαζί μ’ αυτά των Ντέιρ Γιασίν, Κίμπια, Κουφρ Κασίμ, Σάμπρα και Σατίλα, Κανά και Ζενίν.
Για μία ακόμα φορά, το Ισραήλ απέδειξε πως διαθέτει την απαραίτητη ισχύ και έλλειψη ηθικών ενδοιασμών για να διαπράττει εγκλήματα ενάντια σ’ έναν πληθυσμό πάμφτωχων προσφύγων, τον οποίο το ίδιο έχει φυλακίσει και οδηγήσει στη λιμοκτονία.
Η δαιμονοποίηση των Παλαιστινίων, των Αράβων και των μουσουλμάνων έχει κλιμακωθεί σε τέτοιο βαθμό που το Ισραήλ μπορεί αυτοδικαίως να βομβαρδίζει τα σπίτια τους, τους χώρους λατρείας τους, τα σχολεία, τα πανεπιστήμιά τους, τα εργοστάσια, τις ψαρόβαρκες, τα αστυνομικά τμήματά τους –με λίγα λόγια οτιδήποτε συντηρεί κάθε πολιτισμένη και ομαλή ζωή– και να υποστηρίζει ότι διεξάγει πόλεμο εναντίον της τρομοκρατίας.
Κατά παράδοξο τρόπο όμως, το Ισραήλ, σαν σιωνιστικό κράτος είναι αυτό, και όχι η Παλαιστίνη ή οι Παλαιστίνιοι, που δεν θα επιβιώσει απ’ αυτήν τη συντελούμενη γενοκτονία.
Ο «πόλεμος» του Ισραήλ δεν έγινε για τις ρουκέτες – αυτές έπαιξαν τον ίδιο ρόλο προσχήματος που έπαιξαν και τα ανύπαρκτα όπλα μαζικής καταστροφής στην εισβολή και κατοχή του Ιράκ από τους Αμερικανούς.
Οι πραγματικοί στόχοι του Ισραήλ ήταν η αποκατάσταση της «αποτρεπτικής του δύναμης» (μετάφραση: η δυνατότητά του να σφαγιάζει και να τρομοκρατεί ολόκληρους πληθυσμούς, με σκοπό την υποταγή τους), η οποία υπέστη ισχυρό πλήγμα μετά την ήττα στον Λίβανο το καλοκαίρι του 2006, και η εξάλειψη κάθε παλαιστινιακής αντίστασης, με τον πλήρη ισραηλινό έλεγχο της ιστορικής Παλαιστίνης, από τον ποταμό Ιορδάνη ως τη Μεσόγειο.
Με τη Χαμάς και τις άλλες αντιστασιακές ομάδες εξουδετερωμένες ή θανάσιμα εξασθενημένες, το Ισραήλ έλπιζε ότι ο δρόμος θα ήταν ανοικτός για να υπογράψει ένα σύμφωνο ειρήνης με τον κύριο Παλαιστίνιο συνεργάτη του, τον Μαχμούντ Αμπάς, προκειμένου να διαχειριστεί τους Παλαιστίνιους για λογαριασμό του Ισραήλ, μέχρι να τους πετάξει έξω απ’ την περιοχή μια και καλή.
Οι υποστηριζόμενες από τις ΗΠΑ «μετριοπαθείς» δικτατορίες και απόλυτες μοναρχίες, όπως η Αίγυπτος και η Σαουδική Αραβία, υποστήριξαν το ισραηλινό σχέδιο ελπίζοντας να καταδείξουν στους λαούς τους πως η αντίσταση –είτε ενάντια στο Ισραήλ, είτε ενάντια στα δικά τους διεφθαρμένα καθεστώτα– ήταν μάταιη.
Για να νικήσει, το Ισραήλ έπρεπε να τσακίσει την παλαιστινιακή αντίσταση. Απέτυχε. Αντίθετα, ενοποίησε και γαλβάνισε τους Παλαιστίνιους όσο ποτέ. Όλες οι αντιστασιακές ομάδες ενώθηκαν και πολέμησαν ηρωικά επί 23 μέρες. Σύμφωνα με καλά πληροφορημένες και αξιόπιστες πηγές, το Ισραήλ κατάφερε μικρά πλήγματα στην περιορισμένη αλλά αποφασισμένη στρατιωτική ικανότητα της αντίστασης. Έτσι, το Ισραήλ, στην ουσία, έκανε αυτό που πάντα έκανε καλά: κατέσφαξε αμάχους, με την ελπίδα ότι ο πληθυσμός της Γάζας θα στραφεί εναντίον αυτών που πολεμούσαν τον κατακτητή.
Το Ισραήλ όχι μόνο ενοποίησε τις αντιστασιακές ομάδες στη Γάζα, αλλά η βαρβαρότητά του ένωσε όλους τους Παλαιστίνιους και τους Άραβες.
Πολλές φορές έχει ακουστεί ο ισχυρισμός ότι τα αραβικά καθεστώτα υποδαυλίζουν την οργή ενάντια στο Ισραήλ για να αποσπάσουν την προσοχή των πληθυσμών τους από τις δικές τους ανεπάρκειες. Στην πραγματικότητα το Ισραήλ, οι ΗΠΑ και τα υποτελή αραβικά καθεστώτα δοκίμασαν τα πάντα –ειδικά δαιμονοποιώντας το Ιράν και υποδαυλίζοντας την έχθρα ανάμεσα σε σιίτες και σουνίτες μουσουλμάνους– για να στρέψουν την προσοχή των πληθυσμών τους μακριά από την Παλαιστίνη.
Όλα αυτά απέτυχαν, καθώς εκατομμύρια άνθρωποι σε όλη την περιοχή διαδήλωσαν υπέρ της παλαιστινιακής αντίστασης και κατά των αραβικών καθεστώτων, τα οποία, αντί να ωφεληθούν από τη σφαγή στη Γάζα, όπως πίστευαν, εκτέθηκαν ως συνένοχοι των φρικαλεοτήτων του Ισραήλ. Σε ό,τι αφορά το λαϊκό έρεισμα, η Χαμάς και οι υπόλοιπες αντιστασιακές ομάδες των Παλαιστινίων κέρδισαν τη θέση τους δίπλα στη Χεζμπολά, ως αποτελεσματικά εμπόδια κατά της ισραηλινής και δυτικής αποικιοκρατίας.
Αν υπήρξε ποτέ μια στιγμή που οι λαοί της περιοχής θα αποδέχονταν την ύπαρξη του Ισραήλ ως σιωνιστικού κράτους ανάμεσά τους, αυτή η στιγμή έχει περάσει ανεπιστρεπτί.
Αν κάποιος έβλεπε μόνο τις καταστροφές στη Γάζα –τη μαζική κατεδάφιση, τον θάνατο πάνω από εκατό Παλαιστινίων για κάθε Ισραηλινό νεκρό, τις χιλιάδες σαδιστικών πληγμάτων– σίγουρα θα συμπέραινε πως οι Παλαιστίνιοι ποτέ δεν θα τα βγάλουν πέρα με το Ισραήλ και ότι η αντίσταση είναι, στην καλύτερη περίπτωση, αυταπάτη.
Όντως, από την άποψη της ικανότητας για φόνους και καταστροφή, το Ισραήλ δεν συγκρίνεται με κανέναν. Αλλά το πρόβλημα του Ισραήλ δεν είναι, όπως επιμένει η προπαγάνδα του, η «τρομοκρατία», η οποία μπορεί να τερματιστεί με την ανάλογη ρίψη εκρηκτικών. Το πρόβλημά του είναι η νομιμοποίηση, ή καλύτερα η βαθιά και αμετάκλητη απουσία της. Το Ισραήλ πολύ απλά δεν μπορεί να κατακτήσει νομιμοποίηση μέσω βομβαρδισμών.
Το Ισραήλ ιδρύθηκε ως «εβραϊκό κράτος» μέσω της εθνοκάθαρσης ενάντια στην παλαιστινιακή, μη εβραϊκή, πλειοψηφία του αραβικού πληθυσμού. Υπάρχει μόνο μέσω της δυτικής υποστήριξης και της συνεχούς χρήσης βίας που εμποδίζει τον επιζώντα ιθαγενή πληθυσμό να ασκήσει τα πολιτικά του δικαιώματα μέσα στη χώρα ή να επιστρέψει από την αναγκαστική εξορία.
Παρ’ όλα αυτά, σήμερα, το 50% των ανθρώπων που ζουν υπό την ισραηλινή εξουσία στην ιστορική Παλαιστίνη (Ισραήλ, Δυτική Όχθη του Ιορδάνη και Λωρίδα της Γάζας) είναι Παλαιστίνιοι και όχι Εβραίοι. Και ο αριθμός τους αυξάνεται ταχύτατα. Όπως οι εθνικιστές στη Βόρεια Ιρλανδία ή οι μη λευκοί στη Νότια Αφρική, οι Παλαιστίνιοι ποτέ δεν θα αναγνωρίσουν το «δικαίωμα» μιας αποικιακής κοινωνίας να διατηρήσει ένα μονο-εθνικό κράτος σε βάρος τους, μέσω της βίας, της καταπίεσης και του ρατσισμού.
Για χρόνια, ο στόχος της αποκαλούμενης ειρηνευτικής διαδικασίας ήταν να «νομιμοποιήσει» το Ισραήλ ως «εβραϊκό κράτος» και να πάρει τη συγκατάθεση των Παλαιστινίων για τη δική τους υποταγή. Όταν αυτός ο στόχος δεν επιτεύχθηκε, το Ισραήλ προσπάθησε να «απεμπλακεί» από τη Γάζα – ουσιαστικά προσπάθησε με αυτό τον τρόπο να πείσει τον υπόλοιπο κόσμο ότι το 1,5 εκατομμύριο Παλαιστίνιοι που ήταν φυλακισμένοι εκεί δεν θα έπρεπε πια να θεωρούνται μέρος του πληθυσμού του. Αυτοί οι άνθρωποι ήταν για το Ισραήλ μια «εχθρική οντότητα».
Στη διαβόητη συνέντευξή του στην Jerusalem Post, τον Μάιο του 2004, ο Άρνον Σόφερ, αρχιτέκτονας της απεμπλοκής από τη Γάζα το 2005, εξήγησε πως αυτή η προσέγγιση «δεν εγγυάται την ειρήνη, εγγυάται ένα εβραιο-σιωνιστικό κράτος με μια συντριπτική πλειοψηφία Εβραίων». Ο Σόφερ προέβλεψε ότι, στο μέλλον, «όταν 2,5 εκατομμύρια άνθρωποι θα ζουν σε μια αποκλεισμένη Γάζα, θα έχουμε μια ανθρώπινη καταστροφή. Αυτοί οι άνθρωποι θα γίνουν μεγαλύτερα κτήνη από ό,τι είναι σήμερα, με τη βοήθεια ενός παρανοϊκού φονταμενταλιστικού ισλάμ. Η πίεση στα σύνορα θα είναι ανυπόφορη».
Ήταν σαφής σχετικά με το τι θα έπρεπε να κάνει το Ισραήλ για να διατηρήσει αυτό το στάτους κβο: «Αν θέλουμε να παραμείνουμε ζωντανοί, θα πρέπει να σκοτώνουμε, να σκοτώνουμε και να σκοτώνουμε. Όλη μέρα, κάθε μέρα». Ο Σόφερ ελπίζει ότι, στο τέλος, οι Παλαιστίνιοι θα τα παρατήσουν και θα σηκωθούν να φύγουν από τη Γάζα.
Μέσω της αντίστασής τους, της αποφασιστικότητάς τους και της αυτοθυσίας τους, οι Παλαιστίνιοι της Γάζας έχουν κατανικήσει αυτή την πολιτική και έχουν διατρανώσει ότι είναι αδιαίρετο κομμάτι της Παλαιστίνης, του λαού της, της ιστορίας και του μέλλοντός της.
Το Ισραήλ δεν είναι η πρώτη αποικιακή οντότητα που βρίσκει τον εαυτό της σε αυτή τη θέση. Όταν ο Ντε Κλερκ, ο τελευταίος πρόεδρος του απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική, ανέλαβε καθήκοντα το 1989, οι στρατηγοί του υπολόγιζαν ότι, αποκλειστικά με την πανίσχυρη στρατιωτική δύναμη στη διάθεσή τους, θα μπορούσαν να κρατήσουν το καθεστώς στην εξουσία τουλάχιστον για μια ακόμη δεκαετία. Οι απώλειες όμως θα ήταν εκατοντάδες χιλιάδες και η Νότια Αφρική θα αντιμετώπιζε ακόμη μεγαλύτερη απομόνωση. Αντιμέτωπος με αυτή την πραγματικότητα, ο Ντε Κλερκ αποφάσισε να ξεκινήσει τη σταδιακή διάλυση του απαρτχάιντ.
Τι επιλογή θα κάνει το Ισραήλ; Ελλείψει οποιασδήποτε πολιτικής και ηθικής νομιμότητας, τα μόνα επιχειρήματα που του απομένουν είναι οι σφαίρες και οι βόμβες. Αν αφεθεί ανενόχλητο, το Ισραήλ σίγουρα θα συνεχίσει να προσπαθεί –όπως κάνει εδώ και 60 χρόνια– να δολοφονεί Παλαιστίνιους για να τους υποτάξει. Το πραγματικό επίτευγμα του Ισραήλ είναι πως κατάφερε να κάνει τους Νοτιοαφρικανούς ηγέτες του απαρτχάιντ να φαίνονται σοφοί, μετριοπαθείς και φιλάνθρωποι σε σχέση με τους Ισραηλινούς.
Αυτό όμως που εμπόδισε την κυβέρνηση των λευκών ρατσιστών της Νότιας Αφρικής να κλιμακώσει τη βία και να τη φτάσει στα ισραηλινά επίπεδα ήταν το γεγονός ότι, ακόμα και αυτοί, είχαν μεγαλύτερες αναστολές σε σχέση με τους σιωνιστές. Κατανόησαν πως δεν μπορούσαν να σταθούν μόνοι τους απέναντι σε ένα παγκόσμιο κίνημα ενάντια στο απαρτχάιντ, αλληλέγγυο με την εσωτερική αντίσταση της χώρας.
Η «στρατιωτική αποτρεπτική δύναμη» του Ισραήλ έχει επανειλημμένα απαξιωθεί σαν μέσο καταναγκασμού των Παλαιστινίων και των υπόλοιπων Αράβων ώστε να αποδεχτούν τη σιωνιστική υπεροχή σαν μόνιμη και αναπόφευκτη κατάσταση. Τώρα, ο έτερος πυλώνας της ισραηλινής ισχύος –η δυτική υποστήριξη και συνενοχή– αρχίζει να ραγίζει. Πρέπει να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να το ανατρέψουμε ολοκληρωτικά.
Το Ισραήλ ξεκίνησε τις σφαγές με την πλήρη υποστήριξη των δυτικών «φίλων» του. Έπειτα, όμως, συνέβη κάτι εκπληκτικό. Παρά τις επίσημες δηλώσεις υποστήριξης, παρά τη λογοκρισία των ΜΜΕ, παρά την ύπουλη ισραηλινή εκστρατεία προπαγάνδας (hasbara), υπήρξε μία μαζική, άνευ προηγουμένου δημόσια κινητοποίηση στην Ευρώπη, ακόμα και στη Βόρεια Αμερική, που εξέφρασε απέχθεια και οργή για τους βομβαρδισμούς.
Η Γάζα πιθανόν θα αποτελέσει το σημείο καμπής μετά το οποίο η ισραηλινή προπαγάνδα απώλεσε τη δυνατότητα που είχε να αποπροσανατολίζει, να φιμώνει και να φοβίζει, όπως έκανε επί τόσον πολύ καιρό. Ακόμα και το ολοκαύτωμα των ναζί, που χρησιμοποιούνταν από τους σιωνιστές για να αποστομώνουν τους επικριτές του Ισραήλ, γίνεται μπούμερανγκ και επιφέρει τα αντίθετα αποτελέσματα. Συγκρίσεις, που κάποτε ήταν αδιανόητες, σήμερα ακούγονται κατά κόρον. Εβραίοι και Παλαιστίνιοι πανεπιστημιακοί συνέκριναν τις πράξεις του Ισραήλ στη Γάζα με τη σφαγή των ναζί στο γκέτο της Βαρσοβίας. Ένας καρδινάλιος του Βατικανού αποκάλεσε τη Γάζα «τεράστιο στρατόπεδο συγκέντρωσης». Ο βουλευτής του Ηνωμένου Βασιλείου Τζέραλντ Κάουφμαν, κάποτε φανατικός σιωνιστής, δήλωσε στη βουλή: «Η γιαγιά μου ήταν άρρωστη στο κρεβάτι όταν οι ναζί μπήκαν στην πόλη του Στάζοβ στην Πολωνία. Ένας Γερμανός στρατιώτης τη σκότωσε στο κρεβάτι της. Η γιαγιά μου δεν πέθανε για να καλύψει Ισραηλινούς στρατιώτες που σκοτώνουν Παλαιστίνιες γιαγιάδες στη Γάζα». Ο Κάουφμαν παρομοίασε τις δικαιολογίες του ισραηλινού στρατιωτικού εκπροσώπου με «τα λόγια ενός Ναζί».
Δεν ήταν όμως μόνο παρόμοιες διαπιστώσεις, αλλά και οι γιγάντιες διαδηλώσεις, οι μη βίαιες κινητοποιήσεις και οι χωρίς προηγούμενο εκφράσεις υποστήριξης για μποϊκοτάζ και κυρώσεις από μεγάλα σωματεία εργαζομένων στην Ιταλία, Καναδά και Νέα Ζηλανδία. Μία ομάδα δημοτικών συμβούλων από όλα τα κόμματα στο Μπέρμινχαμ, τη δεύτερη μεγαλύτερη δημοτική αυτοδιοίκηση της Ευρώπης, παρότρυνε τη βρετανική κυβέρνηση να επιβάλει κυρώσεις στο Ισραήλ. Η Σάλμα Γιακούμπ, από το κόμμα RESPECT, εξήγησε πως «ένας από τους παράγοντες που βοήθησαν στον τερματισμό του αποτρόπαιου καθεστώτος του απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική ήταν η διεθνής πίεση για οικονομικό, αθλητικό και πολιτιστικό μποϊκοτάζ. Ήρθε η ώρα το Ισραήλ ν’ αρχίσει να νιώθει παρόμοια πίεση από τη διεθνή κοινή γνώμη».
Το Ισραήλ, που αποκαλύφθηκε στη Γάζα ως ένα αποτυχημένο αποικιοκρατικό σχέδιο, είναι εξαιρετικά ευάλωτο απέναντι σε μια παρόμοια εκστρατεία. Μπορεί να μην προσέχτηκε ιδιαίτερα, μέσα στο χάος της σφαγής στη Γάζα, αλλά το Ισραήλ έκανε ένα ακόμα βήμα προς το επίσημο απαρτχάιντ, όταν η επιτροπή εκλογών της Κνεσέτ ψήφισε την απαγόρευση της συμμετοχής των αραβικών κομμάτων στις επικείμενες εκλογές. Ο σιωνισμός σαν ιδεολογία φυλετικής υπεροχής, εξτρεμισμού και μίσους, βρίσκεται σε επιθανάτιο ρόγχο, αδυνατώντας πλέον να βρει νέους οπαδούς. Με αρκετή πίεση και σχετικά γρήγορα, οι Ισραηλινοί θα βρουν πιθανώς τον δικό τους Ντε Κλερκ για να διαπραγματευτεί μια έξοδο από την κρίση. Κάθε νέα σφαγή κάνει την κατάσταση δυσκολότερη, αλλά μία ενοποιημένη Παλαιστίνη, απαλλαγμένη από τον σιωνισμό και την αποικιοκρατία, που θα παρέχει ίσα δικαιώματα σε όλους όσοι ζουν σε αυτή, άσχετα από τη θρησκεία ή την εθνότητά τους, και θα εγγυηθεί την επιστροφή όλων των προσφύγων, δεν είναι ουτοπία.
Μια τέτοια Παλαιστίνη είναι εφικτή στις μέρες μας. Όμως δεν είναι και μονόδρομος. Μπορούμε να είμαστε σίγουροι πως οι κυβερνήσεις της Δύσης και των αραβικών κρατών θα συνεχίσουν να υποστηρίζουν το ισραηλινό απαρτχάιντ και τη συνεργασία των Παλαιστινίων υπό τον μανδύα της «ειρηνευτικής διαδικασίας», εκτός αν αντιμετωπιστούν αποφασιστικά. Οι ισραηλινές σφαγές θα συνεχιστούν και θα κλιμακωθούν μέχρι ο εφιάλτης της ισραηλινού τύπου «ειρήνης» –απαρτχάιντ και περαιτέρω εθνικές εκκαθαρίσεις– επιτευχθεί.
Οι κινητοποιήσεις των τριών τελευταίων εβδομάδων έδειξαν πως ένας διαφορετικός κόσμος είναι εφικτός αν υποστηρίξουμε το κίνημα του μποϊκοτάζ και των κυρώσεων. Αν και δεν θα είναι παρόντες για να τον δουν, αυτός ο κόσμος θα αποτελέσει το κατάλληλο μνημείο για όλα τα θύματα του Ισραήλ.

Συνιδρυτής της «Ηλεκτρονικής Ιντιφάντας», ο Αλί Αμπουνίμα είναι συγγραφέας του βιβλίου: One Country: A Bold Proposal to End the Israeli-Palestinian ImpasseMetropolitan Books, 2006 [Μία Χώρα: Μία τολμηρή πρόταση για να ξεπεραστεί το ισραηλινο-παλαιστινιακό αδιέξοδο.]

Μετάφραση: Κώστας Μαυρίδης
19 Ιανουαρίου 2009

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek