Από το Άρδην τ. 70, Ιούνιος-Ιούλιος 2008

Πια δεν ακούω τσιμουδιά / βούλιαξε κι ο στερνός μου φίλος / παράξενο πως χαμηλώνουν όλα τριγύρω κάθε τόσο / εδώ διαβαίνουν και θερίζουν / χιλιάδες άρματα δρεπανηφόρα
Γ. Σεφέρης

Οι περιπέτειες του έθνους στην παγκοσμιοποίηση διήλθαν από δύο κυρίως στάδια. Το πρώτο, το οποίο συνδέεται με την «ευτυχή» περίοδο της παγκοσμιοποίησης, αφορούσε στην αντίσταση των εθνών και των εθνικών ταυτοτήτων στην επέλαση του διεθνοποιημένου κεφαλαίου, της ατομικιστικής καταναλωτικής κουλτούρας, αλλά και στα γεωπολιτικά σχέδια μίας Νέας Τάξης που προσέβλεπε στο να προσαρμόσει τις συνειδήσεις των ανθρώπων στον επίπεδο, ομογενοποιημένο κόσμο του αυτοκρατορικού υπηκόου. Επρόκειτο για μία φάση με κύριο χαρακτηριστικό της την άμυνα των εθνών και των λαών κατά της παγκοσμιοποίησης και γι’ αυτό οι αντιδράσεις ήταν αποφασιστικά στραμμένες στο παρελθόν, στις παραδόσεις και την ιστορία, σε μια προσπάθεια αναζήτησης των υλικών εκείνων που θα προσέφεραν το ανάχωμα στον πλανητικό εξουσιαστικό οδοστρωτήρα.

Σήμερα, διανύουμε μία δεύτερη φάση. Η παγκοσμιοποίηση διέρχεται μία πολλαπλή και βαθιά κρίση –κρίση κοινωνική, πολιτιστική, ανθρωπολογική, οικονομική και κοινωνική. Από τις στήλες αυτού του περιοδικού έχουμε πολλάκις αναφερθεί στις παραμέτρους της. Αυτή η κρίση καθιστά τα έθνη και πάλι επίκαιρα, αυτή τη φορά ως προστατευτική δικλείδα και εναλλακτική πρόταση έναντι των καταστροφικών κρουσμάτων της σήψης που παράγει πλέον ο κόσμος μας. Σ’ αυτήν τη φάση, το έθνος αναδεικνύεται ως ένας χώρος δημοκρατίας που αποτρέπει τις ολιγαρχικές τάσεις των υπερεθνικών οργανισμών –όπως συνέβη με το γαλλικό «Όχι» στο δημοψήφισμα για το Ευρωσύνταγμα– ή ως ένας χώρος συνύπαρξης, που αναιρεί το τρομακτικό βάρος της αποξενωμένης ατομικότητας του σύγχρονου καταναλωτικού πολιτισμού των μητροπόλεων.

Μια ακόμη σοβαρή διάσταση της κρίσης, που έμμεσα συμβάλλει στην επανενίσχυση των εθνών και της εθνικής ταυτότητας, και που δεν της έχει δοθεί το βάρος που της αναλογεί στην πραγματικότητα, αφορά στην οικολογία και στο περιβάλλον. Τα πρόσφατα επιστημονικά πορίσματα περί του φαινομένου του θερμοκηπίου και των συνεπειών του καταδεικνύουν με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο την ασυμβατότητα του υφιστάμενου παγκοσμιοποιητικού συστήματος με την περιβαλλοντική ισορροπία. Η περίφημη Έκθεση Στερν υποστηρίζει ότι, εάν η οικονομία συνεχίσει μ’ αυτούς τους ρυθμούς και δεν προβεί σε σοβαρές αλλαγές προς την κατεύθυνση της προστασίας του περιβάλλοντος, οι συνέπειες από την έξαρση του φαινομένου του θερμοκηπίου θα προκαλέσουν κατά τις επόμενες δεκαετίες απώλειες που ισοδυναμούν με το 20% του Παγκόσμιου Ακαθάριστου Προϊόντος1. Αυτές θα προκληθούν κυρίως από την άνοδο της στάθμης των ωκεανών, η οποία εκτιμάται ότι θα απειλήσει, κατά τις επόμενες δεκαετίες, τα 2/3 των μεγαλουπόλεων του πλανήτη και γύρω στα 700 εκατομμύρια ανθρώπους2.

Παράλληλα με το φαινόμενο του θερμοκηπίου, έρχεται και η ενεργειακή κρίση να καταστήσει το πρόβλημα ακόμα πιο πολύπλοκο. Το πετρέλαιο ακριβαίνει μέρα με την μέρα, ενώ ταυτόχρονα πληθαίνουν οι αναλύσεις που υποστηρίζουν ότι οι ανοδικές τάσεις δεν πρόκειται να ανακοπούν. Γιατί, ακριβώς, η άνοδος της τιμής του πετρελαίου δεν εκφράζει μόνο τη στενή οικονομική πραγματικότητα μίας υπερβάλλουσας ζήτησης που προκύπτει από τον διεθνή αναπτυξιακό ανταγωνισμό, ανταγωνισμό που έχει καταστεί λυσσαλέος έπειτα από την είσοδο των νέων οικονομικών υπερδυνάμεων και ιδιαίτερα της Κίνας στο παιχνίδι. Εκφράζει πολύ περισσότερο το ευρύτερο κόστος λειτουργίας ενός παραγωγικού συστήματος που στηρίζεται στο πετρέλαιο, κόστος που έχει να κάνει με τις άμεσες και τις έμμεσες συνέπειες της στρατηγικής ελέγχου των ενεργειακών πηγών από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, καθώς και με τις περιβαλλοντικές καταστροφές που προκαλεί το ίδιο το πλανητικά κυρίαρχο μοντέλο της διαρκούς, βουλιμικής συσσώρευσης. Η άνοδος της τιμής του πετρελαίου είναι, πολύ απλά, ένας γενικός δείκτης που αποτυπώνει το αδιέξοδο μίας κατάστασης, ένα καμπανάκι που καθημερινά μας υπενθυμίζει ότι «δεν πάει άλλο».

Γιατί όσο η τιμή του πετρελαίου ανεβαίνει, τόσο πιο ασύμφορο με τη στενά οικονομική έννοια καθίσταται το μοντέλο της παγκοσμιοποίησης που στηρίζεται στις ενεργοβόρες διεθνείς μεταφορές προϊόντων, στο ιδιωτικό αυτοκίνητο, στη διαρκή διεύρυνση των καταναλωτικών αναγκών: όντως, εάν οι τιμές του πετρελαίου παραμείνουν σ’ αυτά τα ύψη ή αυξηθούν ακόμα περισσότερο, θα καθίσταται, σταδιακά, ολοένα και πιο δαπανηρή η παραγωγή προϊόντων στις χώρες-εργαστήρια, η μεταφορά τους σε όλον τον πλανήτη, η έμφαση στο ιδιωτικό αυτοκίνητο και τις πόλεις που διαμορφώνονται με βάση αυτό ή το πλαστικό βασίλειο των προϊόντων που μας κατακλύζει καθημερινά.

Το σύστημα έχει φτάσει στα όριά του, και αυτή η εξέλιξη είναι που υπαγορεύει αλλαγές πέραν των οριζόντων της παγκοσμιοποίησης: την εγκατάλειψη της «οικονομίας του πετρελαίου», την τοπικοποίηση της παραγωγής και τον περιορισμό του διεθνούς εμπορίου, ώστε να αποφευχθούν οι ενεργοβόρες μεταφορές, την αποκέντρωση, την εγκατάλειψη του ιδιωτικού αυτοκινήτου και τη στροφή στα συλλογικά μέσα μεταφοράς, την ανατροπή της λογικής της κατανάλωσης, των εφήμερων προϊόντων και της διαρκούς παραγωγής πλαστών, υλικών αναγκών.
Αυτή η τάση, επίσης, επικαιροποιεί για άλλη μια φορά το έθνος και την εθνική ταυτότητα, ως συγκεκριμένα εδαφικά σημεία αναφοράς, πολύ εγγύτερα από το αφηρημένο, αυτοκρατορικό παγκόσμιο επίπεδο. Γιατί το τοπικό και το εθνικό αποτελούν εκείνα τα επίπεδα όπου μπορεί να προκύψει συλλογικός έλεγχος και άρα επιβολή των παραπάνω, σήμερα αναγκαίων και μελλοντικά επιτακτικών, μέτρων. Βεβαίως, αυτό δεν σημαίνει υπό καμία έννοια την επιστροφή σε αυτό που ήταν κυρίαρχο μέχρι χθες, στο έθνος-κράτος, ή σε μία εποχή όπου κυριαρχούσαν οι τοπικές μορφές κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής οργάνωσης. Γιατί όταν λέμε ότι αυτές επιστρέφουν, εννοούμε πως υπάρχει πασίδηλη ανάγκη να δοθούν ξανά προτεραιότητες σ’ αυτές και όχι ότι οι ευρύτερες συσσωματώσεις καταργούνται. Απλώς, στα πλαίσια των κυοφορούμενων αλλαγών, τα ευρύτερα επίπεδα οργάνωσης, όπως είναι το παγκόσμιο και το ηπειρωτικό, θα πάρουν άλλον χαρακτήρα. Θα είναι πολύ περισσότερο πεδίο ανταλλαγής πολιτιστικών εμπειριών, πεδίο επικοινωνίας μεταξύ των λαών, παρά το πλαίσιο μέσα στο οποίο συντελείται η παραγωγή, όπου λαμβάνονται οι αποφάσεις, όπου οι ισχυρότεροι ασκούν άμεση κυριαρχία στους λιγότερο ισχυρούς. Μιλούμε δηλαδή για ανατροπή της ιεραρχίας μεταξύ του τοπικού, του εθνικού και του παγκόσμιου και όχι για την κατάργηση των επιπέδων.
Υπό αυτήν τη σκοπιά, η έννοια του έθνους θα πρέπει να μετασχηματισθεί. Να μπορέσει να περιλάβει μέσα της όλες τις πρακτικές που θίξαμε, περισσότερη δημοκρατία, περισσότερο κοινωνικό έλεγχο, την αντίληψη μιας παραγωγής που θα έχει στόχο την επίτευξη όσο το δυνατόν μεγαλύτερης αυτάρκειας, τον σεβασμό στο περιβάλλον, μορφές κοινωνικής αλληλεγγύης και συλλογικότητας που να αποκαθιστούν τη χαμένη μας σχέση με τον άλλο. Είναι εφικτή μία τέτοια στροφή;

Την απάντηση δίνει για άλλη μία φορά η ιστορία, με δύο τρόπους. Ναι, γιατί οι παραδόσεις όλων των εθνών, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, φέρουν μέσα τους πρακτικές κοινοτισμού, συλλογικού ελέγχου της παραγωγής, εξισωτικά ήθη και μια κληρονομιά αλληλεγγύης.

Ναι, επίσης, γιατί τα έθνη, ως ζωντανά υποκείμενα, πάντοτε προσάρμοζαν τον χαρακτήρα τους στις προκλήσεις της εποχής. Γι’ αυτό, για παράδειγμα, κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας, η Ελλάδα αντιπροσωπευόταν από την ορεινή ή τη νησιώτικη αυτοκυβερνώμενη κοινότητα, που ενσάρκωνε το αντιστασιακό ήθος έναντι του κατακτητή – αυτήν την κολοσσιαία επιμονή στη συνέχεια και την επιβίωση μέσα σε συνθήκες που πόρρω απείχαν από το να χαρακτηριστούν ευνοϊκές. Και κατά τη σκοτεινή περίοδο της γερμανικής Κατοχής, οι Έλληνες επιβίωσαν ως μαχόμενοι αντάρτες στα βουνά, αυτεξούσιοι μέσω των θεσμών της λαϊκής αυτοδιοίκησης που ίδρυαν στις ελεύθερες περιοχές. Σήμερα, δυνάμεις πολύ πιο ισχυρές, πλανητικές, απειλούν όχι μόνο εμάς, αλλά ολόκληρο τον πλανήτη με εξαφάνιση. Κι αυτός ο κίνδυνος είναι που πιέζει και την εθνική ταυτότητα να αναγεννηθεί, αναπτύσσοντας χαρακτηριστικά που να προσφέρουν διέξοδο από το μέλλον που μας επιφυλάσσει η παγκοσμιοποίηση.

Θα μπορέσουμε να πραγματοποιήσουμε κάτι τέτοιο; Τίποτε δεν είναι προδιαγεγραμμένο. Τα πρόσωπα που μπορεί να πάρει ένα έθνος είναι πολλαπλά: άλλον χαρακτήρα έχει η έμφαση στο έθνος που δίνει ο Σαρκοζί στη Γαλλία και άλλον ο Ούγκο Τσάβες στη Βενεζουέλα. Ο πρώτος περιγράφει μία πρόταση αναδιοργάνωσης της Γαλλίας, όπου η κυβέρνηση θ’ αναλάβει να συντηρήσει τα προνόμιά της μέσα στον παγκοσμιοποιημένο κόσμο, το δουλοκτητικό σύστημα εκμετάλλευσης των μεταναστών, τα φθηνά προϊόντα του παγκόσμιου, ελεύθερου εμπορίου, προσπαθώντας να ελαχιστοποιήσει τις τρομακτικές συνέπειες αυτού του συστήματος με το μακρύ χέρι της κρατικής καταστολής, την αστυνόμευση, την εξουσιαστική πυγμή του κρατικού μηχανισμού. Ο Τσάβες, στον αντίποδα, ανασυνθέτει την εθνική του ταυτότητα εμπλουτίζοντάς τη με τα «βολιβαριανά» στοιχεία ενός δικαιότερου οικονομικού συστήματος, την προτίμηση σε πολιτικές μορφές άμεσης δημοκρατίας, τον σεβασμό στο περιβάλλον κ.ο.κ. Κι αυτή η πολυπροσωπία υφίσταται γιατί ζούμε σ’ έναν άνισο πλανήτη και σε κοινωνίες ταξικές: έτσι, η αποικιοκρατική Γαλλία, υπό την κηδεμονία των ελίτ, θα προσπαθήσει να διαφυλάξει μέσα στην κρίση τα προνόμιά της, γι’ αυτό και η απάντησή της θα είναι συντηρητική, ενώ οι ιθαγενείς της Βενεζουέλας θα κοιτάξουν, όντας γαντζωμένοι στις παραδόσεις και την ιστορία τους, αποφασιστικά προς το μέλλον, γιατί ακριβώς το μοντέλο που κυριαρχεί στο παρόν­ δεν έχει να τους προσφέρει τίποτε πέραν της εξαφάνισης.

Στην Ελλάδα, την ίδια στιγμή, κι αυτό επιβεβαιώνει για άλλη μια φορά την τραγική της καθυστέρηση έναντι των διεθνών εξελίξεων, μαχόμαστε ακόμα εναντίον διανοούμενων τύπου Λιάκου και Κουλούρη, των μεθοδεύσεων των μη-κυβερνητικών οργανώσεων τύπου CDRSEE, αλλά και της ολιγαρχίας των καναλαρχών και των μεγάλων εκδοτών, για τα αυτονόητα, για το εάν… υπάρχουμε ως έθνος. Και καβγαδίζουμε πολιτικά για το ποιο θα είναι το καλύτερο δυνατό πλαίσιο προώθησης της χώρας ως «στρατηγικού εταίρου» των Αμερικάνων και των Ισραηλινών, συναγωνιζόμενοι τα υπόλοιπα δυστυχή προτεκτοράτα της Βαλκανικής, ακόμα και εάν αυτές οι δυνάμεις είναι που από κάθε σκοπιά απειλούν με τις πρακτικές τους την ύπαρξη τη δική μας, αλλά και ολόκληρου του πλανήτη!

Το ότι η αντίσταση αναδεικνύεται ως η μοναδική εναλλακτική ατραπός έναντι του κινδύνου της εθνικής μας εξαφάνισης είναι δεδομένο. Το ζήτημα είναι, ακριβώς για να έχει νόημα ο αγώνας και να μην εξελιχθεί σε μία μάταιη μάχη των εξαντλημένων οπισθοφυλακών, να κοιτάξουμε αποφασιστικά προς τα μπροστά, και να εμπλουτίσουμε τις αναφορές μας, πέρα από τα ισχυρά ερείσματα στην παράδοση και την ιστορία μας, με τις μουσικές του μέλλοντος που μας καλούν να εξέλθουμε από το σημερινό τέλμα …


Εν κατακλείδι, λοιπόν, το αφιέρωμα του Άρδην, επιχειρεί να προχωρήσει ένα βήμα πιο πέρα τον προβληματισμό, από την απλή και δεδομένη επιβεβαίωση της σημασίας του έθνους και της εθνικής ταυτότητας. Επιχειρεί να συνδέσει το εθνος με τη σημερινή οικολογική, ανθρωπολογική και εντέλει οντολογική κρίση και να διερευνήσει νέους δρόμους και προτάσεις:
Δεδομένου ότι η παγκοσμιοποίηση έχει πλήξει βαθύτατα τα παραδοσιακά έθνη-κράτη, μέσω της διεθνοποίησης των αρχουσών ελίτ και του κεφαλαίου, είναι ανάγκη να περάσουμε σε μια αναθεμελίωση του έθνους, σε ένα νέο ουσιαστικά έθνος, το οποίο θα εκφράζει μάλλον τα λαϊκά, πληβειακά και περιθωριοποημένα στρώματα της κοινωνίας και όχι πλέον τις ανύπαρκτες, τουλάχιστον στα μικρά έθνη, “εθνικές αστικές τάξεις”.
Και αυτή η αναθεμελίωση πρέπει να γίνει προς την κατεύθυνση της ενίσχυσης των μη εμπορευματικών, συνεταιριστικών, κοινοτιστικών και αμεσο-δημοκρατικών δομών, που όχι μόνο θα διευρύνουν αποφασιστικά τη λαϊκή συμμετοχή, αλλά και ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις και τις ανάγκες της προσαρμογής στην οικολογική κρίση που γιγαντώνεται: Μικρότερη κυκλοφορία εμπορευμάτων, επανατοπικοποίηση της παραγωγής, μείωση των μετακινήσεων και της ρύπανσης, επανανακάλυψη της αξίας των συμβιωτικών σχέσεων. Ο καπιταλισμός την εποχή της παγκοσμίοποίησης κατέστρεψε το παλιό έθνος-κράτος, που του είχε προσφέρει το πλαίσιο για την ανάπτυξή του. Το νέο έθνος που θα οικοδομηθεί ή θα είναι οικολογικό, αποκεντρωμένο και αμεσοδημοκρατικό, ή δεν θα υπάρξει.
Αυτή η αναθεμελίωση του έθνους αποκλείει εκ προοιμίου και οποιαδήποτε ταύτιση με τις ακροδεξιές ονειροφαντασίες για την αναβίωση του παλιού συγκεντρωτικού και αυταρχικού έθνους-κράτους. Το έθνος στη νέα εποχή θα υπάρξει συνδεδεμένο προνομιακά με μια εναλλακτική οικονομική, οικολογική και κοινωνική προοπτική.
Στο αφιέρωμα γράφουν ο Θεόδωρος Ζιάκας για την ελληνική ταυτότητα στον σύγχρονο κόσμο, ο Γιώργος Κολέμπας για τη μετάβαση από το παγκόσμιο στο τοπικό, η Ινδή θεωρητικός και ακτιβίστρια Βαντάνα Σίβα για την αναγκαία σχέση κοινοτήτων και κράτους, ο Ντόιν Γκέιμπλ για τα συνεταιριστικά κινήματα στη Βενεζουέλα, ο Γιώργος Καραμπελιάς και ο Γιώργος Ρακκάς για την αναγκαιότητα και τη σημασία του εθνικού αναβαθμού στη σχέση τοπικού και παγκόσμιου. Επιπλέον, ο Γιάννης Σχίζας διερευνά την ψυχαγωγική ύπαιθρο την εποχή της παγκοσμιοποίησης, ενώ η ομάδα του ηλεκτρονικού περιοδικού Εύπλοια καταθέτει τον προβληματισμό της για τα αιολικά πάρκα.
΄Αρδην

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek