της Λ. Θωμά, από το Άρδην τ. 64, Απρίλιος – Μάιος 2007

Η Barbara Ehrenreich είναι Αμερικανίδα δημοσιογράφος η οποία δέχθηκε, προ ολίγων ετών, την πρόκληση του διευθυντή της, στο περιοδικό Harper’s Bazaar, και μπήκε στην αγορά εργασίας της χώρας της ως ανειδίκευτη εργάτρια, επιδιώκοντας να καταγράψει πώς ζουν και πώς τα βγάζουν πέρα, αν τα βγάζουν πέρα, οι εργάτες στις ΗΠΑ. Ο λόγος για το 20-25% της εργατικής δύναμης, το οποίο εργάζεται με αμοιβή κάτω των επτά δολαρίων (5,4 ευρώ) την ώρα – μάλιστα το 10% της εργατικής δύναμης των ΗΠΑ εργάζεται με αμοιβή κάτω των 6,05 δολαρίων την ώρα. Η δημοσιογράφος κατέγραψε την εμπειρία της ως χαμηλόμισθη εργάτρια, στο βιβλίο της «Πενταροδεκάρες – Πώς να (μην) τα βγάλεις πέρα στην Αμερική» [Nickel and Dimed – On (Not) Getting By in America]. Από την έκδοση του οίκου Metropolitan Books, Νέα Υόρκη, 2001, είναι και τα ακόλουθα αποσπάσματα. Δεν πιστεύουμε ότι χρειάζεται περαιτέρω σχολιασμός.

«Ε κείνο που δεν συνειδητοποιείς όταν αρχίζεις να πουλάς τον χρόνο σου με την ώρα, είναι ότι αυτό που πουλάς είναι η ίδια σου η ζωή».
«Το αληθινό ερώτημα δεν είναι πόσο καλά τα πήγα στη δουλειά, αλλά πόσο καλά τα πήγα στη ζωή γενικώς, που περιλαμβάνει τη διατροφή και τη διαμονή μου. Το γεγονός ότι αυτά τα δύο αποτελούν διαφορετικά ερωτήματα, οφείλω να το υπογραμμίσω αμέσως. Στους φανφαρονισμούς των πολιτικών περί αλλαγών στην κοινωνική πρόνοια, ακούμε και μαθαίνουμε πως μια δουλειά είναι ένα εισιτήριο απομάκρυνσης από τη φτώχεια και ότι το μόνο που φταίει για την ύπαρξη ανθρώπων που ζουν από τα επιδόματα της πρόνοιας είναι το γεγονός ότι όλοι αυτοί δεν βγαίνουν στην παραγωγή, δεν πιάνουν μια δουλειά… Ε λοιπόν, έπιασα μια δουλειά, κάποτε έπιασα και παραπάνω, αλλά οι βαθμοί μου στο πεδίο της επιβίωσης είναι πολύ κατώτεροι από αυτούς που πέτυχα ως καλή εργαζόμενη. Στα μικρά πράγματα ήμουν πολύ οικονόμα. Δεν έβγαινα βόλτες για ψώνια, δεν αγόρασα καλά ρούχα ή άλλα πράγματα που συνήθως υποσκάπτουν το εισόδημα του φτωχού. Με το φαγητό, τα κατάφερα σχεδόν άριστα: πολύς κιμάς, φασόλια, τυρί και νουντλς όταν είχα κουζίνα – αλλοιώς φαστ-φουντ, που κατάφερα να το κρατήσω στα εννιά δολάρια τη μέρα[…]. Αλλά, ακόμη κι έτσι, το να μείνω κάπου ήταν πάντα ένα μεγάλο πρόβλημα».

«Μετά από ένα σωρό τηλεφωνήματα, φτιάχνω μια λίστα έντεκα μοτέλ που δεν ανήκουν σε μεγάλες αλυσίδες και που νοικιάζουν με την εβδομάδα. Τα νοίκια όμως δεν είναι με τίποτε ανεκτά, κινούμενα μεταξύ 200 και 295 δολαρίων την εβδομάδα. Τα τελευταία χρόνια ο αριθμός των διαμερισμάτων με λογικό νοίκι όλο και μειώνεται. Το 1991 υπήρχαν 47 διαμερίσματα με ανεκτή τιμή, διαθέσιμα για κάθε εκατό οικογένειες χαμηλών εισοδημάτων, και το 1997 ο αριθμός είχε πέσει στα 36. Δεν υπάρχουν εθνικές, ή έστω αξιόπιστες τοπικές, στατιστικές διαθέσιμες, αλλά απ’ ό,τι φαίνεται, όλο και περισσότεροι φτωχοί οδηγούνται στα μοτέλ. Οι απογραφείς συνήθως διαχωρίζουν μεταξύ των μοτέλ στα οποία μένουν τουρίστες και των μοτέλ-κατοικιών που νοικιάζουν με την εβδομάδα σε ενοικιαστές μακράς πνοής. Όμως είναι πολλά τα μοτέλ που έχουν μικτό πελατολόγιο, ή περνούν από τη μία κατηγορία στην άλλη ανάλογα με την εποχή. Οι μακροχρόνιοι ενοικιαστές είναι, πάντως, πολύ περισσότεροι των όσων λένε οι στατιστικές, καθώς οι ιδιοκτήτες των μοτέλ ποτέ δεν επιτρέπουν στους απογραφείς να ερευνήσουν εντός, και πολλοί άνθρωποι ντρέπονται να πουν ότι μένουν μόνιμα σε μοτέλ, όπου μοιράζονται τέσσερις και πέντε ένα δωμάτιο».

«Ό,τι κι αν υποστηρίζουν οι οικονομολόγοι (για την ωρομίσθια αμοιβή), γεγονός είναι πως οι εργοδότες αποφεύγουν τις αυξήσεις, ακόμη και αυτές που φαίνονται αναπόφευκτες, με ό,τι κόλπο μπορεί κανείς να φανταστεί. Είχα την ευκαιρία να το συζητήσω με ένα από τα δικά μου αφεντικά. Παραπονιόταν πως, αν έβρισκε αρκετούς εργάτες, θα διπλασίαζε τις δουλειές του εν μιά νυκτί. Τον ρώτησα γιατί δεν αυξάνει την αμοιβή. Ήταν σαν η ερώτηση να πέρασε και να μη τον άγγιξε. “Μα προσφέρουμε ωράριο μητέρας”, μου απάντησε, εννοώντας ότι θεωρητικά, για όσες είχαν παιδιά, η βάρδια τελείωνε στις τρεις. “Με κάτι τέτοιο, πώς μπορεί κανείς να παραπονιέται για τα λεφτά;”. Πιστεύω πως το τζάμπα πρωϊνό –ντόνατς και κουλούρια– που μας προσέφερε, ήταν η μόνη υποχώρηση προς τους εργάτες του που θα έκανε ποτέ. Ομοίως, τα Γουόλ Μαρτ (σσ: μεγάλη αλυσίδα σούπερ μάρκετ), στα οποία εργάστηκα, προσέφεραν μία φορά την εβδομάδα τζάμπα ντόνατς στους εργαζόμενους, υπό τον όρο ότι θα έκαναν το διάλειμμά τους την ώρα που μοιράζονταν τα ντόνατς. Όπως είχε αποδείξει και έρευνα του Louis Uchitelle στους New York Times, οι περισσότεροι εργοδότες είναι έτοιμοι να προσφέρουν ό,τι μπορούν να φανταστούν –γεύματα, δωρεάν μεταφορά, εκπτώσεις για το προσωπικό– αρκεί να μη δώσουν αυξήσεις. Κι αυτό γιατί, όπως ομολογούν, όλα αυτά μπορείς να τα πάρεις εύκολα πίσω, αν οι αλλαγές στην αγορά δημιουργήσουν τις συνθήκες, […] και γιατί οι εργαζόμενοι δεν αντιδρούν, ζητώντας καλύτερη αμοιβή ή αναζητώντας καλύτερα αμειβόμενες δουλειές. Το συμπέρασμα πίσω από τον νόμο της αγοράς και της ζήτησης, όπως αυτός εφαρμόζεται στην εργασία, είναι πως οι εργάτες θα μπουν στη σειρά σαν μπίλιες πάνω σε κεκλιμένο επίπεδο, πηγαίνοντας προς τις πιο καλοπληρωμένες δουλειές, είτε εγκαταλείποντας τους απείθαρχους εργοδότες είτε υποχρεώνοντάς τους να πληρώσουν.
“Το οικονομικό υποκείμενο”, αυτή η αφηρημένη κατασκευή της επιστήμης των οικονομικών, υποτίθεται ότι θα κάνει τα πάντα, εντός συγκεκριμένων ορίων, για να μεγιστοποιήσει το οικονομικό του πλεονέκτημα.

Μπερδευόμουν, αρχικά, από αυτή την έλλειψη αντίδρασης εκ μέρους των συναδέλφων μου εργατών. Γιατί δεν εγκατέλειπαν αυτήν εδώ για μια πιο καλοπληρωμένη δουλειά; Ένα μέρος της απάντησης βρίσκεται στο γεγονός ότι οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν περισσότερες τριβές από τις μπίλιες, κι όσο φτωχότεροι είναι, τόσο πιο πολύ περιορίζεται η δυνατότητά τους για μετακίνηση. Οι άνθρωποι που δουλεύουν με χαμηλό μεροκάματο και δεν έχουν αυτοκίνητο συνήθως εξαρτώνται από κάποιον συγγενή να τους πάει στη δουλειά και να τους παραλάβει, κάποτε σε μια διαδρομή που περιλαμβάνει και στάση σε παιδικό ή σχολείο ή στο σπίτι της μπέιμπυ σίττερ. Αλλάζεις, δηλαδή, τόπο εργασίας και βρίσκεσαι αντιμέτωπος με ένα τεράστιο χωροταξικό πρόβλημα ή, στην καλύτερη περίπτωση, θα πρέπει να πείσεις έναν απρόθυμο οδηγό. Για όσους έχουν αυτοκίνητο, υπάρχει πάντα το ζήτημα της τιμής της βενζίνης, για να μην αναφερθώ στη γενικότερη φασαρία για την εύρεση εργασίας, που είναι βέβαια πολύ πιο επαχθής για τους μη έχοντες αυτοκίνητο, που απαιτεί πολλές μετακινήσεις, υποβολή πολλών αιτήσεων, συνεντεύξεις, επισκέψεις σε ιατρεία για να υποβληθείς στο τεστ για ναρκωτικά (σσ: υποχρεωτικό σε πολλές δουλειές, στις ΗΠΑ). Κι από πάνω, είναι η απροθυμία να αλλάξεις τον διάβολο που ξέρεις με τον διάβολο που δεν ξέρεις, ακόμη κι αν ο δεύτερος κουνάει μπρος στη μύτη σου καλύτερη ωρομίσθια αμοιβή.

Σε κάθε νέα δουλειά χρειάζεται να αρχίζεις από την αρχή, άγνωστος μεταξύ αγνώστων. Κι είναι και κάτι ακόμη στο οποίο οι εργάτες χαμηλών εισοδημάτων διαφέρουν από το “οικονομικό υποκείμενο”: Για να δουλέψουν οι νόμοι της οικονομίας, πρέπει οι παίκτες να είναι καλά πληροφορημένοι για τις επιλογές που έχουν. […] Ο χαμηλά αμειβόμενος δεν ξέρει τι παίζει στην αγορά. Έχει οδηγό μόνο τις χειρόγραφες επιγραφές που ζητούν εργάτες και τις αγγελίες, κι όλα αυτά ποτέ δεν γράφουν πάνω την αμοιβή. Οι πληροφορίες για το ποιος πληρώνει τι και πού, θα πρέπει να ταξιδέψουν από στόμα σε στόμα, και για ανεξήγητους πολιτιστικούς λόγους αυτή είναι μια πολύ αργή διαδικασία, που δεν μπορείς και να την εμπιστευθείς. […] Υπάρχει ένας κώδικας σιωπής στις κοινωνίες μας. Ομολογούμε τα πάντα –σεξ, έγκλημα, αρρώστεια αλλά κανείς δεν θέλει να πει πόσα βγάζει και πώς τα βγάζει. Το ταμπού αυτό είναι κάτι στο οποίο οι εργοδότες μπορούν πάντα να υπολογίζουν. Και μάλιστα είναι ένα ταμπού που δουλεύει πολύ πιο αποτελεσματικά στους χαμηλά αμειβόμενους, γιατί σε μια κοινωνία που διαρκώς χαίρεται για τους εκατομμυριούχους των νέων τεχνολογιών και τους πολυεκατομμυριούχους αθλητές της, οι άνθρωποι που βγάζουν επτά ή το πολύ δέκα δολάρια την ώρα νοιώθουν εγγενώς κατώτεροι. Κι έτσι, μπορεί να μη μάθουν ποτέ ότι, ας πούμε, το κατάστημα Τάργκετ, λίγο πιο κάτω, πληρώνει καλύτερα από το Γουόλ Μαρτ, ακόμη κι αν δουλεύει η νύφη τους στο Τάργκετ. Και, φυσικά, οι εργοδότες κάνουν ό,τι μπορούν για να κρατούν σε αυτή την κατάσταση τους εργάτες».

«Όταν ένας από μας ένοιωθε ναυτία ή δεν άντεχε άλλο, κάποιος θα φρόντιζε το τραπέζι ή θα κουβαλούσε τα πιάτα που αντιστοιχούσαν. Αν κάποιος από μας έβγαινε κρυφά για να καπνίσει ή να ουρήσει, οι υπόλοιποι βάζαμε τα δυνατά μας για να μη γίνει αισθητή η απουσία από τα όργανα της τάξεως του εταιρικού ορθολογισμού.

Ώς τον Απρίλιο του 1998, δεν υπήρχε επισήμως δεκτό και νομοθετημένο το δικαίωμα στο διάλειμμα από την εργασία για τη χρήση της τουαλέτας. Σύμφωνα με τους Μαρκ Λίντερ και Ίγκριντ Νιγκάρντ, συγγραφείς του Void Where Prohibited: Rest Breaks and the Right to Urinate on Company Time (Cornell University Press, 1997) “το δικαίωμα να επισκεφθείς την τουαλέτα, για να ουρήσεις ή να κενώσεις σε χρόνο εργασίας, δεν βρίσκεται ψηλά στη λίστα των κοινωνικών ή πολιτικών θεμάτων που στηρίζουν ή ζητούν οι επαγγελματίες ή τα στελέχη, όσοι δηλαδή απολαμβάνουν δικαιώματα που η εργατική τάξη ούτε να τα ονειρευτεί δικαιούται. …(Στην έρευνά μας) οι εργάτες έμεναν κόκκαλο από την απλοϊκή πίστη όσων είναι έξω από τον χορό και νομίζουν πως οι εργοδότες τούς επιτρέπουν να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους για να πραγματοποιήσουν βασικές σωματικές ανάγκες. Μια εργάτρια εργοστασίου στην οποία απαγόρευαν την επίσκεψη στην τουαλέτα καθ’ όλη τη διάρκεια της εξάωρης βάρδιας της, κένωνε πάνω σε πανάκια που φορούσε κάτω από τη στολή της. Μία δασκάλα νηπιαγωγείου σε σχολείο χωρίς βοηθητικό προσωπικό έπρεπε να σέρνει και τα είκοσι παιδάκια μαζί της στην τουαλέτα και να τα βάζει στη σειρά έξω από την τουαλέτα, ενώ έκανε την ανάγκη της».

«Στον νέο τρόπο εφαρμογής του νόμου της αγοράς και της ζήτησης, οι δουλειές είναι τόσο φτηνές –ειδικά αν τις μετράς με την αμοιβή– που οι εργάτες ενθαρρύνονται να πάρουν όσο περισσότερες μπορούν».
«Σε ολόκληρη τη χώρα, κάποτε και σε άλλες χώρες, οι υπηρεσίες καθαρισμού όπως οι εταιρείες Merry Maids, Molly Maids και Maids International, όλες τμήμα φαινομένου που εμφανίζεται τη δεκαετία του 1970, σήμερα ελέγχουν το 25% των εταιρειών καθαρισμού οικιών. Άρθρο των Franchise Times το 1997, έγραφε για τις Merry Maids ότι “η δουλειά τους ανθεί και είναι καυτή, αφού οι Αμερικάνοι κοιτούν να δώσουν σε εξωτερικούς συνεργάτες (outsource) ακόμη και τις δουλειές του σπιτιού”. Δεν πάνε καλά όλες αυτές οι εταιρείες. πολλές, συνήθως οι οργανωμένες ως οικογενειακές, πέφτουν έξω, αλλά οι μεγάλες, αυτές που αποτελούν εθνικές ή διεθνείς αλυσίδες, ανθούν. Περιέργως (αν και δρουν βιομηχανοποιημένα), όλες τους φέρουν ονόματα που θυμίζουν άλλες παλιές εποχές του επαγγέλματος. Οι Merry Maids ανακοίνωσαν ότι παρουσίασαν ανάπτυξη 15-20% το 1996, ενώ εκπρόσωποι των Molly Maids και των Maids International που ρώτησα αφού εγκατέλειψα αυτή τη δουλειά, μου δήλωσαν αύξηση πωλήσεων άνω του 25%. […] Ο κόσμος μας είναι ένας κόσμος πόνου, στον οποίο τα βγάζεις πέρα με Εξεντρίν και Αντβίλ, και αποζημιώνεσαι με τσιγάρα και σπανίως, και μόνο τα Σαββατοκύριακα, με αλκοόλ. Άραγε οι ιδιοκτήτες των σπιτιών έχουν ιδέα πόση δυστυχία χρειάζεται για να μοιάζουν καθαρά τα σπίτια τους; Θα τους ένοιαζε αν ήξεραν, ή θα περηφανεύονταν σαδιστικά για το απόκτημά τους –κομπάζοντας στους καλεσμένους τους πως, για παράδειγμα, τα πατώματά τους έχουν καθαριστεί μόνο με τα αγνότερα των ανθρωπίνων δακρύων; Μία από τις λίγες μου κουβέντες με ιδιοκτήτη σπιτιού, μια γυναίκα με καλογραμμένους μυς, που το γραφείο της έδειχνε ότι δούλευε σαν προσωπική προπονήτρια, έγινε ενώ σκούπιζα κι εκείνη πρόσεξε τον ιδρώτα (σσ. με ειδική σκούπα 10 κιλών που φοριέται σαν γιλέκο). “Καταπληκτική άσκηση, ε;”, παρατήρησε, όχι αγενώς πάντως, και μου προσέφερε κι ένα ποτήρι νερό, το μοναδικό που μου προσέφεραν όσο δούλευα σε αυτή τη δουλειά. Παραβαίνοντας τον κανόνα της εταιρείας για την αποφυγή οποιασδήποτε λήψης νερού ή τροφής εντός οικίας πελάτου, το ήπια, αφήνοντας δύο δάχτυλα, ίσα να μη μου προσφέρει κι άλλο. “Λέω σε όλους μου τους πελάτες”, με πληροφόρησε, “ πως αν θέλετε να μείνετε σε καλή σωματική κατάσταση, απολύστε την οικιακή βοηθό και κάντε τα όλα μόνοι”. “Χα,χα”, ήταν το μόνο που είπα, μιας και προφανώς δεν είχαμε πιάσει ψιλή κουβέντα σε κανα γυμναστήριο και δεν μπορούσα να της εξηγήσω ότι αυτή εδώ η …άσκηση είναι απολύτως ασύμμετρη, κτηνωδώς επαναλαμβανόμενη και είναι πιθανότερο να καταστρέψει το μυοσκελετικό σύστημα παρά να το ενδυναμώσει».

«Ίσως είναι η κακά αμειβόμενη εργασία που σε κάνει να νοιώθεις σαν παρίας. Όταν βλέπω τηλεόραση τρώγοντας το βραδυνό μου, βλέπω έναν κόσμο στον οποίο όλοι βγάζουν πάνω από 15 δολάρια την ώρα –και δεν μιλάω για όσους λένε ειδήσεις. Οι κωμωδίες και τα δράματα έχουν ήρωες σχεδιαστές μόδας και δασκάλους και δικηγόρους, κι εύκολα ο εργαζόμενος σε ένα φαστ-φουντ ή στη λάτζα νοιώθει ως ανωμαλία ενώ τα βλέπει –ο μόνος, ή ένας από τους ελάχιστους που μείναν έξω από το πάρτυ. Και κατά κάποιο τρόπο έχει δίκιο: Οι φτωχοί έχουν εξαφανιστεί από την κουλτούρα μας γενικά, από τις πολιτικές ρητορείες και τις αναζητήσεις των διανοουμένων, αλλά κι από την καθημερινή μας διασκέδαση. Ακόμη κι η θρησκεία μοιάζει να μην έχει τίποτε να πει για τη δυστυχία των φτωχών. Οι έμποροι τα κατάφεραν και πέταξαν τον Χριστό έξω από τον ναό».

Barbara Ehrenreich, Nickel and Dimes – On (Not) Getting By in America, εκδ. Metropolitan Books, Νέα Υόρκη 2001. Απόδοση στα ελληνικά Λαμπρινή Χ. Θωμά

One Comment

  1. ΘΩΜΑΣ ΣΦΕΤΣΑΣ says:

    Πολύ καλό άρθρο και έτσι είναι η πραγματικότητα! Όχι όμως μόνο στις ΗΠΑ.. Εδώ στην χώρα μας, αλλά και γενικότερα, ο Εργασιακός Μεσαίωνας έχει επικρατήσει τα τελευταία έτη, ΗΔΗ ΔΕ βαδιζουμε προς «Εργασιακή Προϊστορία»…
    Εκβιασμοί, απειλές, μη πληρωμή και των ελάχιστων αμοιβών, παράνομες και μη πληρωμένες υπερωρίες, μαύρη ανασφάλιστη εργασία κλπ
    Η χαρά του ΚΑΚΟΥ εργοδότη. Και δυστιχώς ελάχιστοι είναι οι καλοί!

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek