του Γ. Ρακκά, από το Άρδην τ. 55, Αύγουστος – Σεπτέμβριος 2005

Η Τουρκία αποτελεί σήμερα μια ανερχόμενη περιφερειακή υπερδύναμη. Τα πολλαπλά γεωστρατηγικά της πλεονεκτήματα, ο πανίσχυρος στρατός και το απόλυτα συγκεντρωτικό, αυταρχικό κράτος είναι στοιχεία λίγο-πολύ γνωστά όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σ’ ολόκληρη την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη. Το νέο στοιχείο, που ενισχύει ακόμα περισσότερο την θέση της γειτονικής χώρας στην ευρύτερη περιοχή, αφορά την οικονομία. Τα τελευταία χρόνια, η Τουρκία έχει να επιδείξει έναν πρωτόγνωρο για την σύγχρονη ιστορία της οικονομικό δυναμισμό. Οι ρυθμοί της ανάπτυξης αγγίζουν το 6-8% και αυτή η άνοδος αντικατοπτρίζει την ύπαρξη μιας σημαντικής εσωτερικής συσσώρευσης. Σήμερα, η γειτονική χώρα διαθέτει μία ανερχόμενη βιομηχανία που παράγει σχεδόν τα πάντα –από καταναλωτικά αγαθά μέχρι αεροπλάνα– γεγονός που της επιτρέπει να διεισδύει με τα προϊόντα της σ’ όλες τις άλλες μικρές αλλά και μεγάλες γειτονικές της χώρες. Επίσης, ο κατασκευαστικός της τομέας έχει εξαπλωθεί στην ευρύτερη περιοχή, κάνοντας ιδιαίτερα αισθητή την παρουσία του ακόμα και στη Ρωσία. Όλα αυτά παραμένουν σχετικά άγνωστα στην χώρα μας, μιας και η εικόνα μας για την οικονομική κατάσταση της Τουρκίας παραμένει αγκυλωμένη ακόμα στα –ανυπόστατα πλέον– σχήματα της «υπανάπτυκτης», «καθυστερημένης» Ανατολής. Το πέπλο των μύθων που συντηρούμε μας αποτρέπει από το να δούμε κατάματα την πραγματικότητα, ότι δηλαδή έχουμε δίπλα μας μία πανίσχυρη οικονομικά και πολιτικά χώρα και να πράξουμε ανάλογα στα ζητήματα εκείνα όπου αυτή εμπλέκεται σε σχέση με μας αλλά και σε ό,τι άλλο μας αφορά.
Αυτή η πραγματικότητα καθιστά την ενδεχόμενη ένταξη της Τουρκίας στην Ευρώπη ένα σοβαρότατο γεγονός που θα επηρεάσει ποικιλοτρόπως τη διεθνή σκηνή. Μπορούμε να εξετάσουμε το ζήτημα μέσα από τρεις διαστάσεις: Την ευρωπαϊκή, το πώς δηλαδή θα επηρεάσει την ίδια την Ένωση η είσοδος της Τουρκίας σ’ αυτήν. Την βαλκανική, που έχει να κάνει με το ποιος θα είναι ο ρόλος μιας ευρωπαϊκής Τουρκίας στην περιοχή μας. Τέλος, εξίσου σημαντικό είναι το πώς θα εξελιχθούν οι ελληνοτουρκικές σχέσεις κάτω από αυτήν την νέα κατάσταση.

Η ευρωπαϊκή διάσταση
Πρώτον, υπάρχει διάσταση στρατηγικών επιλογών. Η Τουρκία- παρ’ όλες τις εντάσεις που γεννάει το κουρδικό ζήτημα στο Ιράκ παραμένει σταθερά προσανατολισμένη στον ατλαντικό άξονα. Τούτο έρχεται σε αντίθεση με μια σημαντική τάση στην Ευρώπη που επιζητεί τη –σχετική ή απόλυτη– αυτονόμηση από τους Αμερικάνους. Πολιτικά, μια ευρωπαϊκή Τουρκία θα ανήκει σε αυτό που ο Ράμσφελντ αποκάλεσε «Νέα Ευρώπη» και η δύναμή της είναι σε θέση να μεταβάλει καθοριστικά τους εσωτερικούς συσχετισμούς μέσα στην Ε.Ε. ως προς αυτό το ζήτημα. Αρκεί να αναφερθούμε σε δυο παράγοντες που μπορούν να λειτουργήσουν ως ένας ισχυρός μοχλός πίεσης μέσα στο ευρωπαϊκό περιβάλλον: Την ισχυρή στρατιωτική δύναμη και τη γεωπολιτική θέση που θα καταστήσει ιδιαίτερα κρίσιμο τον τουρκικό λόγο σε ζητήματα στρατηγικής που έχει να αντιμετωπίσει η Ευρώπη. Τη σημαντική παρουσία Τούρκων μεταναστών σε όλες τις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες και ιδιαίτερα στη Γερμανία.
Δεύτερον, υπάρχει ένα μεγάλο χάσμα σε ό,τι αφορά τον πολιτικό, κοινωνικό και πολιτιστικό χαρακτήρα της Τουρκίας και της Ευρώπης. Πολιτικά και κοινωνικά, η Τουρκία κινείται σε άλλο μήκος κύματος από την Ευρώπη, αποτελεί ένα στρατοκρατικό, συγκεντρωτικό, αυταρχικό μόρφωμα ενώ οι συλλογικές νοοτροπίες που δίνουν περιεχόμενο στους θεσμούς, είτε στην κεμαλική είτε στην ισλαμική τους εκδοχή, είναι πλήρως ασύμβατες με τη λογική του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Συνεπώς είναι προφανές ότι η ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε., αντί να εξευρωπαΐσει την πρώτη, θα σχετικοποιήσει το νομικοπολιτικό οικοδόμημα που αποκαλούμε ευρωπαϊκό κεκτημένο χαλαρώνοντας έτσι τη συνοχή και σε επίπεδο αρχών.
Όλα τα παραπάνω γεννούν ένα τρίτο, ευρύτερο, ζήτημα που αφορά τους ίδιους τους προσανατολισμούς της Ε.Ε. Η διεύρυνση προς την Τουρκία σημαίνει ουσιαστικά τη χαλάρωση της ευρωπαϊκής συνοχής σε όλα τα επίπεδα, αλλά κυρίως σε στρατηγικό επίπεδο και σε επίπεδο αρχών. Τούτο σημαίνει πως, σταδιακά, αρχίζει και ξεπροβάλλει μια νέα, χαλαρότερη εκδοχή της Ένωσης, που λειτουργεί κυρίως ως μια ζώνη ελεύθερων ανταλλαγών, που σταδιακά θα ενσωματώνει όλες εκείνες τις χώρες που μετέχουν στο φιλο-ατλαντικό μπλοκ της Δύσης, στο ΝΑΤΟ κ.λπ. και αποδέχονται την αμερικανική παντοκρατορία στο πεδίο της παγκόσμιας στρατηγικής. Αξίζει να σημειωθεί ότι, ήδη, σ’ αυτή την κατεύθυνση, η υποβολή της υποψηφιότητας της Τουρκίας ενισχύει αυτόματα και την ιδέα για την ένταξη του Ισραήλ στην Ε.Ε.

Η βαλκανική διάσταση
Τόσο οι Αμερικάνοι όσο και οι Ευρωπαίοι έχουν επιβάλει μια διαδικασία κατακερματισμού και καντονοποίησης των Βαλκανίων. Στόχος είναι η δημιουργία πολλών μικρών, ασταθών και αλληλοσυγκρουόμενων κρατιδίων, η βιωσιμότητα των οποίων θα εξασφαλίζεται μόνο μέσα από τον εξωτερικό έλεγχο και παρέμβαση. Μια Τουρκία που θα συμμετέχει στους ευρωπαϊκούς θεσμούς και εξαιτίας της θέσης και της ισχύος της, είναι σε θέση να παίξει αυτόν τον «ενοποιητικό», κηδεμονικό ρόλο στην περιοχή για λογαριασμό της Δύσης. Ήδη, η οικονομική διείσδυση της Τουρκίας στα Βαλκάνια μέσα από τις ανταλλαγές της με τις χώρες της περιοχής και κυρίως με τη Βουλγαρία είναι πολύ σημαντική. Ταυτόχρονα, η ύπαρξη ισχυρού μουσουλμανικού στοιχείου στον βαλκανικό νότο, το οποίο βρίσκεται σε φάση έντονης δημογραφικής ανάπτυξης, εξασφαλίζει ένα σημαντικό στρατηγικό έρεισμα στην Τουρκία για περαιτέρω πολιτική παρέμβαση στην περιοχή.
Η εξέλιξη που περιγράφουμε έρχεται να ακυρώσει μια από τις μοναδικές εναλλακτικές στρατηγικές που διαθέτει η χώρα μας ως προς την ανάσχεση του τουρκικού επεκτατισμού. Αυτή δεν είναι άλλη από την προώθηση της βαλκανικής οικονομικής και πολιτικής συνεργασίας ως αντίβαρο στις αυτοκρατορικές νεο-οθωμανικές πραγματικότητες που τείνουν να διαμορφωθούν. Τα Βαλκάνια αποτελούν τον κατ’ εξοχήν φυσικό χώρο της Ελλάδος και συχνά παρείχαν στην ιστορία ερείσματα. Στην παρούσα συγκυρία, μάλιστα, οι κοινή μοίρα που επιβάλλει σε όλους μας η Νέα Τάξη Πραγμάτων αλλά και τα μεγέθη και η κατάσταση των χωρών της περιοχής αποτελούν στοιχεία που εκ των πραγμάτων ενισχύουν αυτήν την προοπτική. Δεν είναι τυχαίο ότι παρά την ύπαρξη πολλών και σημαντικών διαφορών αναμεταξύ μας, και ενώ δεν υπήρχε καμία ιδιαίτερη μέριμνα από την πλευρά της ελληνικής ηγεσίας για την ανάπτυξη σχέσεων συνεργασίας, οι οικονομικές ανταλλαγές μας μ’ αυτές τις χώρες είναι οι μόνες που παρουσιάζουν αύξηση. Εν τέλει, ένα ευρύτερο επίπεδο συνεργασίας μεταξύ των βαλκανικών χωρών προκύπτει ούτως ή άλλως ανεξαρτήτως προθέσεων από την ίδια την πραγματικότητα. Το ζήτημα είναι εάν αυτή η δυναμική θα υλοποιηθεί προς την κατεύθυνση ενός αυτόνομου βαλκανικού πόλου ή εάν θα γίνει κάτω από τα σκήπτρα της τουρκικής κηδεμονίας _ όπως συνέβη στο οθωμανικό παρελθόν.

Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις
Επίσης, η είσοδος της Τουρκίας στην Ευρώπη θα ενισχύσει σημαντικά τη μεταβολή της χώρας μας σε ένα τουρκικό προτεκτοράτο. Σήμερα η Ελλάδα, από άποψη οικονομική, πολιτική βρίσκεται στον αντίποδα. Η ένταση των εσωτερικών περιφερειακών ανισοτήτων –ο περίφημος Αθηνοκεντρισμός– έχει προκαλέσει μια βαθιά οικονομική κρίση στην ελληνική περιφέρεια και κυρίως στις ακριτικές περιοχές με ό,τι αυτή συνεπάγεται (ερήμωση, κοινωνική και πολιτιστική καθίζηση κ.λπ.). Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες, είναι προφανές το τι θα σημάνει η ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε. και η συνακόλουθη εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου (ελεύθερη διακίνηση κ.λπ.) για την ελληνική περιφέρεια: Ο τουρκικός οικονομικός και δημογραφικός δυναμισμός αναπόφευκτα θα καλύψει το «κενό» που υφίσταται σήμερα. Έτσι, η τουρκική επιβολή στην Ελλάδα δεν θα υλοποιείται μόνο μέσα από την εξωτερική πίεση, τον στρατό και τη διπλωματία, αλλά θα προσλάβει και σημαντικές κοινωνικές και οικονομικές διαστάσεις στο εσωτερικό, καταφέρνοντας ένα καίριο πλήγμα στην ανεξαρτησία της χώρας μας.
Εν τέλει οι συνέπειες που θα έχει η ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε. και στις τρεις διαστάσεις που προαναφέραμε λειτουργούν αρνητικά σε ό,τι αφορά τα δικά μας συμφέροντα. Πρώτον, εμείς έχουμε ανάγκη από μια Ευρώπη ανεξάρτητη από τις Η.Π.Α., με ισχυρή συνοχή, που να είναι σε θέση να εξισορροπεί την αμερικανική ισχύ, γιατί ακριβώς η τελευταία οργανώνει την κατάσταση στην ευρύτερη περιοχή σε βάρος μας.
Δεύτερον, έχουμε ανάγκη να ξεδιπλώσουμε μια πολιτική βαλκανικής συνεργασίας ως αντίβαρο στην τουρκική επεκτατικότητα που εκδηλώνεται στην περιοχή. Για διαφορετικούς λόγους, που έχουν να κάνουν με την ιδιαίτερη θέση της κάθε χώρας μέσα στην παρούσα συγκυρία, μια πολιτική βαλκανικής συνεργασίας είναι επιθυμητή και από τις άλλες βαλκανικές χώρες, ιδιαίτερα από τη Σερβία και τη Βουλγαρία. Ταυτόχρονα, τόσο η ιστορία όσο και οι πολιτισμοί της περιοχής παρέχουν το αναγκαίο υπόστρωμα για την ανάπτυξη αυτών των σχέσεων. Είναι προφανές ότι αυτό που εκδηλώνεται ως άμεση ανάγκη δεν θα περιμένει τη δική μας βούληση για να εκδηλωθεί. Κάποια στενότερης μορφής συνεργασία ούτως ή άλλως θα προκύψει στα Βαλκάνια. το ζήτημα που προκύπτει μέσα από την ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε. είναι ακριβώς το εάν αυτή θα υλοποιηθεί μέσα σ’ ένα κλίμα ισοτιμίας των λαών της Βαλκανικής ή, αντίθετα, κάτω από το σκήπτρο της περιφερειακής υπερδύναμης. Στην τελευταία εκδοχή, η χώρα μας θα χάσει και την τελευταία δυνατότητα που έχει προκειμένου αποκρούσει τη διευρυνόμενη τουρκική επιρροή στην περιφέρειά της.
Τρίτον, σε ό,τι αφορά ειδικότερα τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, είναι προφανές ότι με την ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε. αίρεται η στοιχειώδης προστασία που μας παρείχε το ευρωπαϊκό περιβάλλον έναντι του τουρκικού δυναμισμού. Μέχρι σήμερα, αντιμετωπίζαμε τον τουρκικό επεκτατισμό ως «εξωτερικό κίνδυνο». Η πίεση που μας ασκούσε ήταν στρατιωτική και διπλωματική. Με την είσοδο της Τουρκίας στην Ε.Ε. και με ό,τι συνεπάγεται αυτή στο επίπεδο των οικονομικών σχέσεων, της ελεύθερης διακίνησης κ.λπ., ο κίνδυνος εσωτερικεύεται με την έννοια ότι δίνεται η δυνατότητα στην Τουρκία να αποκτήσει σημαντικά κοινωνικά και οικονομικά ερείσματα και μέσα στην Ελλάδα. Τούτο, φυσικά, συνιστά ένα ισχυρό προηγούμενο το οποίο είναι πολύ δύσκολο να αντιστραφεί. Υπό αυτές τις συνθήκες, φυσικά, η προοπτική της ολοκληρωτικής υπαγωγής μας στην τουρκική σφαίρα επιρροής ενισχύεται τόσο πολύ ώστε να τείνει να γίνει αναπόφευκτη.
Πραγματικά, όταν η προοπτικές που ξανοίγονται σε κάθε επίπεδο είναι τόσο ζοφερές, είναι ν’ απορεί κανείς με την επιλογή των ελληνικών ελίτ να στηρίξουν ένθερμα την υποψηφιότητα της Τουρκίας στην Ε.Ε. Ως προς αυτήν, δυο εξηγήσεις μπορεί να υπάρχουν. Είτε η συμπεριφορά των ελληνικών ελίτ αποτελεί προϊόν μιας μνημειώδους ηλιθιότητας η οποία καταδεικνύει την παρακμή στην οποία έχει περιέλθει η χώρα μας. Είτε, πρόκειται για μια συνειδητή επιλογή της οριστικής εγκατάλειψης του ελληνικού κράτους και της τύχης του ελληνικού λαού προς όφελος των βραχυπρόθεσμων οικονομικών απολαβών, ένα συνολικό ξεπούλημα της συλλογικής μας τύχης…

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek