του Π. Πικραμένου, από το Άρδην τ. 53, Απρίλιος-Μάιος 2005

Αθήνα 2040. Η Αϊφέρ έδεσε βιαστικά τη μαντίλα και με σκυφτό το κεφάλι κατέβηκε γρήγορα τα σκαλιά της πολυκατοικίας. Έπρεπε να φτάσει σπίτι πριν σκοτεινιάσει, γιατί το λεωφορείο θα ανέβαινε τη Λεωφόρο Αλεξάνδρας. Καμιά φορά νεαροί Κινέζοι, όταν έβλεπαν μαντίλα μέσα σε λεωφορείο, στα σύνορα της Τσάινα Τάουν, εξασκούνταν στη σκοποβολή με αεροβόλα από τις ταράτσες των πολυκατοικιών. Άλλωστε, στη γειτονιά κανείς δεν είχε ξεχάσει τον ξυλοδαρμό και τον παραλίγο βιασμό της γυναίκας του Μουράτ, πέρυσι μέσα στην πλατεία Γκύζη, με ένα πλήθος Κινέζων να έχει βγει από τα μαγαζιά για να παρακολουθήσει το θέαμα. Μετά ο Μουράτ και οι τέσσερις αδελφοί του, συνελήφθησαν από ένα μικτό απόσπασμα της αντιρατσιστικής μονάδας της Υπηρεσίας Πολυπολιτισμού. Κατηγορήθηκαν για τη βομβιστική επίθεση στο κινέζικο μπακάλικο και για παράβαση του νόμου περί Φυλετικού Μίσους. Η δεύτερη κατηγορία δεν ήταν αστεία. Σήμαινε ισόβια καταναγκαστική εργασία στο Πεκίνο.
Η Αϊφέρ σκεπτόταν πόσο σιχαίνεται αυτούς τους σχιστομάτηδες, που μιλούσαν μόνο κινέζικα και φορούσαν μεταξωτές ρόμπες. Και πριν ξεσπάσουν οι ταραχές, ούτε να τους δει δεν ήθελε. Ευτυχώς ο εισαγγελέας συμπαθούσε τους Αλβανούς μουσουλμάνους γιατί ήταν Τούρκος από την Ελευσίνα και έτσι άφησε τους κατηγορούμενους ελεύθερους. «Αν δεν είμαστε μεταξύ μας ενωμένοι», σκέφθηκε, «η ζωή θα ήταν ανυπόφορη».
Οι Έλληνες είχαν συμμαχήσει με τους Κινέζους, τους Ινδούς, τους Κούρδους και τους υπόλοιπους χριστιανούς Αλβανούς, Ρώσους, Σέρβους και Αιθίοπες, και μετά από σκληρές μάχες είχαν κατορθώσει να επιβάλουν Ουκρανίδα δήμαρχο στην Αθήνα. Από τότε, η ζωή των μουσουλμάνων Αλβανών, των Τούρκων, των Πακιστανών, των Ιεχωβάδων και των καθολικών Ελλήνων είχε γίνει δύσκολη. Συμμορίες Κινέζων, Ινδών, Ελλήνων και άλλων ορθοδόξων χριστιανών τρομοκρατούσαν τους πάντες και ειδικά τις γυναίκες. Το Υπουργείο Φυλετικής και Θρησκευτικής Αλληλεγγύης (όπως ονομαζόταν τώρα το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης) δεν έκανε τίποτε. Όπως πάντα ήταν ανύπαρκτο, ενώ στους δρόμους της πόλης κυριαρχούσε η ζούγκλα…
Καθώς το λεωφορείο πέρασε τη διασταύρωση με την Κηφισίας, η Αϊφέρ αναστέναξε με ανακούφιση. Εδώ η περιοχή ήταν φρουρούμενη γιατί μετά άρχιζε η συνοικία των Μαύρων, ενώ αριστερά στην Κηφισίας τα τελευταία πέντε χρόνια είχαν επικρατήσει οι Σαϊεντολόγοι. Οι περισσότεροι μαύροι ήταν μουσουλμάνοι από προγόνους Αφρικανούς. Αλλά και όσοι ήταν χριστιανοί ή Βουντού ζούσαν μαζί με τους μουσουλμάνους μαύρους και δεν ανακατεύονταν στις διαμάχες των υπολοίπων κατοίκων της Αθήνας. Επέτρεπαν τη διέλευση λεωφορείων και αυτοκινήτων, αλλά δεν έβλεπαν με καλό μάτι τους λευκούς και τους κίτρινους στα εδάφη τους, ούτε και υπάκουαν στους νόμους τους. Τους μόνους που μισούσαν, όπως άλλωστε και οι μουσουλμάνοι, ήταν οι ομοφυλόφιλοι…
Στο σπίτι, ο σύζυγος της Αϊφέρ, ο Ιμπραήμ, μόλις είχε επιστρέψει από τη δουλειά του στην Τράπεζα των Ιεχωβάδων. Ακούγοντας το μακρόσυρτο κάλεσμα του ιμάμη να καλεί από τα μεγάφωνα, έσφιξε τη ζώνη στη μέση του. Το ισραηλινής κατασκευής τριαντάσφαιρο Desert Eagle, βάραινε ενοχλητικά. Όμως ήταν απαραίτητο. Κατέβηκε στον κάτω όροφο, φίλησε τη δεύτερη σύζυγό του και τα τρία παιδιά τους και ξεκίνησε για το τζαμί της πλατείας Ζωγράφου.

…Όχι δεν πρόκειται για σκηνές από το Mad Max, αλλά για μία προσπάθεια –συμφωνώ, υπερβολική, όχι όμως και απίθανη– να αναπαρασταθεί μία ακραία εκδοχή ενός είδους κοινωνίας του μέλλοντος, αυτή που, με μεγάλη ελαφρότητα, ονομάζουμε «πολυπολιτισμική» κοινωνία. Μία κοινωνία που, αντί να ενώνει τα μέλη της, τελικά αυτοδιαιρείται και διασπάται σε ανταγωνιστικά τμήματα, με βάση τα εθνοτικά, θρησκευτικά ή άλλα χαρακτηριστικά, οδηγώντας τελικά στον εκφασισμό των μελών της και της ίδιας.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, τα τελευταία χρόνια, έχουν αναγάγει τον «πολυπολιτισμό» σε εξαγώγιμο προϊόν για την Ευρώπη και ιδιαίτερα για τα Βαλκάνια. Ο πρώην Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ, λόρδος Ρόμπερτσον, δηλώνει ευθέως τη φιλοσοφία της βορειοατλαντικής συμμαχίας. Προσπαθώντας όμως να «νομιμοποιήσει» όπως-όπως τον «πολυπολιτισμό», χρησιμοποιεί τον μπαμπούλα-μπαλαντέρ της «τρομοκρατίας». Φυσικά καταλήγει σε αντίφαση: «η δημιουργία σταθερών και πολυεθνικών κρατών αποτελεί τον καλύτερο τρόπο για να είμαστε βέβαιοι ότι δεν θα υπάρχει τρομοκρατία» (Το Βήμα, 10/10/2001). Όμως, όπως έχει αποδείξει η ιστορία, πολυπολιτισμός και κοινωνική συνοχή, ειρήνη και σταθερότητα, είναι έννοιες και πραγματικότητες ασύμβατες μεταξύ τους.

Τι είναι πολυπολιτισμός
Ο προβληματισμός και το σκεπτικό που γέννησε τον όρο «πολυπολιτισμός» (multi-culturalism) δεν είναι κάτι πρωτόγνωρο. Στο παρελθόν έχει απασχολήσει τις ηγεσίες όλων των μεγάλων Αυτοκρατοριών, από τον Μέγα Αλέξανδρο μέχρι τους Ρωμαίους, τους Οθωμανούς, και τους Βρετανούς, καθώς και όλους τους επίδοξους αυτοκράτορες. Δηλαδή όλους όσους έπρεπε να ρυθμίσουν την ομαλή συμβίωση διαφορετικών εθνοτήτων, θρησκειών και φυλών σε ένα ενιαίο πολιτικό και διοικητικό σύστημα. Φυσικά ο καθένας είχε δώσει στο πρόβλημα τη δική του απάντηση.
Στον δυτικό κόσμο, η έννοια «πολυπολιτισμός» έλκει την καταγωγή της από τις μεγάλες μεταναστευτικές κοινωνίες των τελευταίων αιώνων, στην Αμερική, στον Καναδά και στην Αυστραλία. Εκεί, στις νέες ηπείρους, η ανάγκη να συνυπάρξουν φυλετικά, θρησκευτικά και εθνολογικά, διαφορετικές κοινότητες μεταναστών ήταν ένα ζήτημα φλέγον.
Σήμερα, το ζήτημα επανέρχεται επιτακτικά στο προσκήνιο υπό το πρίσμα της παγκοσμιοποίησης της οικονομίας, του Παγκόσμιου Χωριού, των γιγάντιων μεταναστευτικών ρευμάτων και της πρωτοφανούς εξέλιξης των μέσων επικοινωνίας και συγκοινωνίας.
Ειδικά στις Ηνωμένες Πολιτείες, μετά τον εμφύλιο πόλεμο, η αμερικανική κοινωνία έπρεπε να σταθεροποιηθεί άμεσα και να βρεθεί μία λύση στα προβλήματα που δημιουργούνταν από τη συμβίωση, όχι μόνο των μαύρων και των λευκών, αλλά και των λευκών διαφορετικών εθνοτήτων οι οποίοι συνέρρεαν στον Νέο Κόσμο.
Τότε, επελέγη το λεγόμενο κοινωνικό μοντέλο του melting pot (χωνευτήρι). Δηλαδή, η σταδιακή πολιτιστική ομογενοποίηση των διαφόρων εθνοτήτων, με τελικό στόχο τη δημιουργία ενός αμερικανικού έθνους με κοινά πολιτιστικά στοιχεία, αξίες και στόχους.
Η ομογενοποίηση αυτή, καλά σχεδιασμένη και οργανωμένη, δεν απέκλειε τις εθνικές και πολιτιστικές ιδιαιτερότητες των μειονοτήτων, έδινε όμως σαφή προτεραιότητα στη δημιουργία και αφομοίωση της αμερικανικής κουλτούρας και συνείδησης.
Με άλλα λόγια, το κοινωνικό μοντέλο του «χωνευτηριού» στις Ηνωμένες Πολιτείες δημιούργησε έναν «κοινό πολιτιστικό παρονομαστή» στα μέλη των μειονοτήτων της, μία βάση πάνω στην οποία συνυπάρχουν και συνεννοούνται, η οποία είναι και η βάση της αμερικανικής εθνικής συνείδησης και της κοινωνικής συνοχής των ΗΠΑ. Ήταν μία διαδικασία αργή που διήρκεσε αρκετές γενεές.
Πολύ αργότερα, κατά τη δεκαετία του 1980, η έντονη κριτική που ασκήθηκε στο μοντέλο του «χωνευτηριού» οδήγησε σε ένα πείραμα: την υιοθέτηση του μοντέλου «multi culturalism» (πολυπολιτισμός).
Σε αντίθεση με το melting pot, το «πολυπολιτισμικό» μοντέλο, αντί να αμβλύνει τις διαφορές μεταξύ των μειονοτήτων, υπογραμμίζοντας τα κοινά χαρακτηριστικά, δίνει έμφαση στα διαφορετικά στοιχεία, διατηρώντας και αναπτύσσοντας τις πολιτιστικές ιδιαιτερότητες της κάθε μειονότητας (γλώσσα, θρησκεία, εθνικότητα, συνήθειες κλπ).
Με άλλα λόγια, το «πολυπολιτισμικό» μοντέλο δεν έδινε έμφαση στη δημιουργία του «κοινού πολιτιστικού παρονομαστή» που είναι απαραίτητος για την εδραίωση και διατήρηση της κοινωνικής ειρήνης και κοινής συνείδησης, αλλά επένδυε στην προστασία και ανάπτυξη, στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, όλων των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της κάθε κοινότητας. Η βαθύτερη φιλοσοφία του πειράματος βασιζόταν στο αξίωμα ότι «η συνύπαρξη θα είναι πιο αρμονική όταν προστατευτούν και τονιστούν οι διαφορετικότητες των μειονοτήτων», και ως επιχείρημα προβαλλόταν ότι έτσι οι μειονότητες θα αποκτήσουν συλλογική αυτοπεποίθηση, άρα και κοινωνικότερη συμπεριφορά.
Κατά κοινή ομολογία, το πείραμα απέτυχε παταγωδώς και ειδικά σε μεγαλουπόλεις όπως η Νέα Υόρκη. Το πολυπολιτισμικό μοντέλο όχι μόνο διόγκωσε τα υπάρχοντα προβλήματα, αλλά προσέθεσε και νέα. Για παράδειγμα, ο παραδοσιακός ρατσισμός εναντίον των μαύρων αντικαταστάθηκε από έναν ρατσισμό «όλων εναντίον όλων».
Την περίοδο αυτή ξέσπασαν αιματηρές συγκρούσεις μεταξύ διαφόρων μειονοτήτων (μαύροι εναντίον ισπανόφωνων, μαύροι εναντίον Εβραίων, Ιρλανδοί εναντίον Ιταλών κ.ά.). Οι εθνικισμοί φούντωσαν και, σε συνδυασμό με τοπικά μικροσυμφέροντα και άλλες ιδιαιτερότητες, άρχισαν να πλήττουν τον κοινωνικό ιστό ο οποίος, αντί να αποκτήσει συνοχή και ισορροπία, παρουσίασε τάσης διάλυσης.
Στις μεγαλουπόλεις, τα γκέτο, αφού εμμέσως «νομιμοποιήθηκαν» ηθικά και ιδεολογικά, έγιναν πιο κλειστά και οι μικρομαφίες που ενδημούσαν στο εσωτερικό τους εξελίχθηκαν σε παραεξουσίες. Μεγάλες κατηγορίες πολιτών εξοπλίστηκαν για να αντιμετωπίσουν την εγκληματικότητα.
Το φαινόμενο των «συμμοριών πόλης» ήταν γνωστό από τη δεκαετία του ‘50. Όμως τώρα που, στις συνειδήσεις των –χαμηλού οικονομικού και μορφωτικού επιπέδου– κατοίκων των λαϊκών συνοικιών και των γκέτο, δόθηκε το μήνυμα ότι μπορεί κάποιος «να επιβιώνει στο σύστημα ανεξάρτητα από την αμερικανική κοινωνία, αρκεί να ανήκει σε μία ομάδα», η εμφάνιση και ανάπτυξη του φαινομένου των συμμοριών πόλης βρήκε πρόσφορο έδαφος και μαστίζει μέχρι σήμερα τις αμερικανικές μεγαλουπόλεις. Χαρακτηριστικά, αναφέρω ότι, στη Νέα Υόρκη, τέλη της δεκαετίας του ‘80, κατά τη διάρκεια ενός πολέμου μεταξύ μίας συμμορίας μαύρων και μίας άλλης που επονομαζόταν «Οι κόκκινοι», όταν μία ανυποψίαστη γυναίκα που φορούσε ένα κόκκινο φόρεμα μπήκε τυχαία στη συνοικία της συμμορίας των μαύρων δέχθηκε από τα γύρω κτίρια σφαίρες από 32 διαφορετικά όπλα!
Οι διεργασίες αυτές και το πείραμα του «πολυπολιτισμού» στις ΗΠΑ διαδραματίστηκαν τη δεκαετία του ‘80 και έτυχαν μεγάλης υποστήριξης από την αμερικανική πολιτεία. Δηλαδή ο πολυπολιτισμός γεννήθηκε την ίδια περίοδο που κωδικοποιήθηκε και αναπτύχθηκε η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία από τα think tank των αμερικανικών ινστιτούτων και Πανεπιστημίων. Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι, αρχικά, η κριτική στο μοντέλο melting pot εκφράστηκε υπό την επήρεια των ανθρωπιστικών ιδεολογιών που άνθησαν στις δεκαετίες του ‘60 και ‘70.
Την αποτυχία του πολυπολιτισμού την αναγνωρίζει ο ίδιος ο γκουρού του νεοφιλελευθερισμού, Φράνσις Φουκουγιάμα. Σε συνέντευξή του στο «Βήμα της Κυριακής», στις 31 Μαΐου 1998, απαντάει σε ερώτηση του δημοσιογράφου Αλέξη Παπαχελά:
Ερώτηση: Η αμερικανική κοινωνία εμφανίζεται σήμερα κατατμημένη σε εθνικές μειονοτικές ή πολιτισμικές ομάδες, ακραίες αποσχιστικές οργανώσεις και θρησκευτικές αιρέσεις. Πρόκειται για μια άλλη εκδοχή της κοινωνίας των πολιτών ή για κάποιου τύπου παραμόρφωσή της;
Απάντηση: Ο Τοκβίλ είχε ορθώς παρατηρήσει ότι η κοινωνία των πολιτών έχει αξία όταν τα μέλη της συνεργάζονται εθελοντικά και με κοινούς στόχους, αλλά όχι όταν διαιρούνται με βάση το χρώμα του δέρματός τους ή τη διάθεσή τους να απομονωθούν από άλλες εθνικές ομάδες.
Είναι εξαιρετικά ατυχές, κατά τη γνώμη μου, το γεγονός ότι έχουν προκληθεί πολλά ρήγματα στην αμερικανική κοινωνία. Έχουμε το φαινόμενο της προσπάθειας αναγνώρισης ξεχωριστής κουλτούρας κάθε μειονότητας (ιδιαίτερα των μαύρων) που έχει στόχο την ενίσχυση της αυτοπεποίθησής τους. Το φαινόμενο όμως αυτό υπονομεύει καίρια την κοινωνική εμπιστοσύνη ανάμεσα στις διάφορες εθνικές ομάδες.
Σήμερα, στις Ηνωμένες Πολιτείες, το πείραμα έχει εγκαταλειφθεί και χρησιμοποιείται μόνο προς εξαγωγή, και αυστηρά στο πλαίσιο εφαρμογής της πολιτικής του Σταίητ Ντηπάρτμεντ. Το πολυπολιτισμικό μοντέλο θεωρείται αποτυχημένο ακόμη και από ακραίους νεοφιλελεύθερους κύκλους και επανέρχεται σε λειτουργία το παλαιότερο μοντέλο του «χωνευτηριού» (melting pot) χωρίς ωστόσο να λείπουν τα θετικά του πολυπολιτισμού, αφού το αμερικανικό σύστημα είναι ιδιαίτερα ανεκτικό και δέχεται μετανάστες κάθε προέλευσης, αναγνωρίζοντας, τουλάχιστον θεσμικά, την προέλευση και τις ιδιαιτερότητές τους.
Οι μειονότητες μπορούν να ομιλούν και να διδάσκονται τη γλώσσα τους. Όμως η πρωτεύουσα επίσημη γλώσσα είναι η αγγλική και έχει την απόλυτη προτεραιότητα στα σχολικά προγράμματα. Όποιες κοινότητες έχουν δικά τους σχολεία, όπου διδάσκουν τη γλώσσα, τη θρησκεία και τον πολιτισμό τους, κατά κανόνα τα χρηματοδοτούν οι ίδιες. Οι μειονότητες μπορούν να λατρεύουν τη θρησκεία τους, όμως δεν μπορούν να πράττουν ο,τιδήποτε προσκρούει στη νομοθεσία των ΗΠΑ, π.χ. κλειτοριδοεκτομή, να επιβάλλουν στις γυναίκες τους να φορούν σε δημόσιους χώρους τσαντόρ, θυσίες ζώων κλπ. Μπορούν να κρατούν τις παραδόσεις και τις αξίες τους, όμως, σταδιακά και μέσω κυρίως του εκπαιδευτικού συστήματος και του διοικητικού μηχανισμού, υποχρεώνονται να υιοθετούν τον αμερικανικό τρόπο ζωής, τις αμερικανικές αξίες και το αμερικανικό όνειρο.

Ο πολυπολιτισμός
ως ιδεολογία
Στην Ελλάδα είναι λυπηρό το φαινόμενο, ορισμένα από τα πιο ζωντανά κομμάτια της ελληνικής κοινωνίας να αγνοούν το περιεχόμενο του όρου «πολυπολιτισμός».
Έτσι είναι πολλοί αυτοί που πιστεύουν ότι:
• Σημαίνει ανοχή και κατανόηση στις μειονότητες, στη διαφορετικότητα και στον Άλλο.
• Σημαίνει την ειρηνική συνύπαρξη διαφορετικών εθνοτήτων, θρησκειών, φυλών και χρώματος.
• Σημαίνει αλληλεγγύη μεταξύ των παντός είδους μειονοτήτων.
• Σημαίνει ο αδύνατος να έχει ισονομία και τα ίδια δικαιώματα με τον δυνατό.
• Τέλος, σε κάθε περίπτωση, σημαίνει κάτι ανθρωπιστικό, θετικό, νέο, πρωτοποριακό και προοδευτικό.
Η πραγματικότητα όμως είναι τραγική γιατί συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο.

Και τι γίνεται τώρα;
Εύλογα μία μερίδα αναγνωστών μπορεί να αναρωτηθεί, τότε τι προτείνει ο γράφων; Άκαμπτους κρατικο-εθνικούς μηχανισμούς, όπου θα κυριαρχεί η φυλετική, θρησκευτική και εθνοτική «καθαρότητα»;
Με τη δαμόκλειο σπάθη του «ρατσισμού, εθνικισμού και θρησκευτικού φανατισμού» να κρέμεται επί της κεφαλής μου, αισθάνομαι την ανάγκη να δηλώσω με παρρησία ότι δεν ανήκω σε καμία από τις παραπάνω κατηγορίες.
Αντίθετα, πιστεύω ακράδαντα ότι, κατά τη θεώρηση του μείζονος ζητήματος των μειονοτήτων, ο ανθρωπισμός πρέπει να υπερισχύει της πολιτικής.
Για να το πω διαφορετικά, τα προβλήματα των αλλοδαπών μεταναστών και των μειονοτήτων στην Ελλάδα πρέπει να επιλύονται με βάση τις ανθρωπιστικές αξίες και όχι βάσει στόχων υψηλής πολιτικής κυβερνήσεων ή κέντρων εξουσίας.
Πιο απλά, πιστεύω ότι οι μειονότητες πρέπει να έχουν ισονομία, ισότιμη μεταχείριση από τον κρατικό διοικητικό μηχανισμό και γενικά ίσες ευκαιρίες με τους Έλληνες πολίτες. Οποιαδήποτε απόπειρα περιθωριοποίησής τους ή υποβάθμισής τους ή θεώρησής τους με ρατσιστικά κριτήρια πρέπει να καταδικάζεται θεσμικά και ηθικά και να αντιμετωπίζεται άμεσα και αποτελεσματικά.
Όμως το κριτήριο γι’ αυτή τη συμπεριφορά, πρέπει να είναι ο ανθρωπισμός. Δηλαδή, η συνείδηση ότι πρόκειται για συνανθρώπους μας, οι οποίοι βρίσκονται στη χώρα μας είτε επειδή εδώ γεννήθηκαν είτε για να οικοδομήσουν μία καλύτερη ζωή ή γιατί στις πατρίδες τους διώκονται για πολιτικούς λόγους από αυταρχικά καθεστώτα.
Όμως πρέπει να υπάρχουν και οι θεσμοί για τη δημιουργία ενός κοινού πολιτιστικού παρονομαστή με την υπόλοιπη ελληνική κοινωνία ώστε, σε βάθος χρόνου, να επιτευχθεί όσο το δυνατόν μεγαλύτερη κοινωνική συναίνεση και ομοιογένεια.
Άλλωστε, ο ελλαδικός χώρος έχει μακρότατη παράδοση αποδοχής και αφομοίωσης ξένων πληθυσμιακών ομάδων, από τον 8ο αιώνα μέχρι και σήμερα, φτάνει οι μετακινήσεις αυτές να υπακούουν σε αναγκαιότητες και να μην λειτουργούν επιθετικά προς τον ιθαγενή πληθυσμό.
Από την άλλη, θεωρώ απαράδεκτο:
• Η υπεράσπιση των δικαιωμάτων των μειονοτήτων να έχει ως βάση και κριτήριο, αντί των ανθρωπιστικών αξιών, την εξυπηρέτηση οποιασδήποτε πολιτικής και ιδιαίτερα αυτής της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας και συναφών ιδεολογημάτων περί «πληθυσμιακού πλούτου» ή αλλοίωσης της πληθυσμιακής ομοιογένειας η οποία δήθεν εξυπηρετεί τον πολιτισμό, τον αντιεθνικισμό, την οικονομία κ.ο.
• Tο ζήτημα των μειονοτήτων να ­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­αναδεικνύεται σε μείζον πολιτικό ζήτημα, όπως επιχειρούν ορισμένοι πολιτικοί, αφού η προνομιακή μεταχείρισή τους οδηγεί με μαθηματικό τρόπο στη δημιουργία αισθήματος αδικίας, ειδικά στα χαμηλής οικονομικής στάθμης κοινωνικά στρώματα, και κατά συνέπεια στη ρήξη μεταξύ τους.
• Oι μειονότητες να χρησιμοποιούνται ως μοχλός ή εφαλτήριο για άσκηση οποιασδήποτε πολιτικής παρεμβατικότητας, ελληνικών ή άλλων κυβερνήσεων ή διεθνών μη κυβερνητικών οργανώσεων.
• Oι οικονομικοί μετανάστες να χρησιμοποιούνται για τη καταστρατήγηση κεκτημένων εργασιακών δικαιωμάτων.
• Να υιοθετούνται άκριτα από επίσημους φορείς και πρόσωπα και να προπαγανδίζονται κατασκευασμένα ιδεολογήματα όπως ο «πολυπολιτισμός», προτού ενημερωθεί επαρκώς ο ελληνικός λαός για το τι πραγματικά σημαίνουν και τι αντιπροσωπεύουν.
Ειδικότερα για ένα μεγάλο τμήμα της Αριστεράς, πρέπει να συνειδητοποιήσει ότι το ενδιαφέρον της υπερδύναμης και πολλών Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων για τους μετανάστες και τις μειονότητες, όχι μόνο έχει εντελώς διαφορετικά κίνητρα από τις παραδοσιακές ανθρωπιστικές αρχές της Αριστεράς, αλλά ανήκει σε ένα εκ διαμέτρου αντίθετο σύνολο πολιτικών αξιών και επιδιώξεων.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek