του Ορ. Ηλιανού, από το Άρδην τ. 53, Απρίλιος-Μάιος 2005

Η κατασκευή ενός «ερευνητή»
Όπως γνωρίζουν όσοι παρακολουθούν, έστω περιστασιακά, τη φιλολογία του λεγόμενου «ελληνολατρικού» χώρου, δύο είναι οι βασικές «ερευνητικές» του φυσιογνωμίες και κατασκευαστές του «επιστημονικού» ή επιστημονικοφανούς υποστρώματος πάνω στο οποίο εδράζεται η ιδεολογία και οι μύθοι του: ο κ. Άρης Πουλιανός, σε ό,τι αφορά στην καταγωγή των Ελλήνων και στον «αρχάνθρωπο», και ο αυτοδίδακτος «γλωσσολόγος ερευνητής», Ηλίας Τσατσόμοιρος, σε ό,τι αφορά στην ελληνική γλώσσα ως παγκόσμια «πρωτογλώσσα».
O Ηλίας Τσατσόμοιρος, με τα δεκάδες άρθρα του στον Δαυλό, από τις αρχές της δεκαετίας του ’80, και με σχετικό βιβλίο του, κατασκεύασε το οικοδόμημα πάνω στο οποίο κτίζουν όλοι οι «ερευνητές» που ακολούθησαν: η ελληνική γλώσσα υπήρξε η πρώτη γλώσσα στον κόσμο, η μητέρα όλων των γλωσσών. Για να γίνει όμως κάτι τέτοιο πιστευτό έπρεπε να στηριχθεί στη θεωρία ότι ο άνθρωπος πρωτοεμφανίστηκε στην Ελλάδα, οπότε και «επιστρατεύεται» ο Άρης Πουλιανός. Και επειδή αυτό δεν ήταν αρκετό, «ανακαλύφθηκε» ότι και η χερσαία ζωή ξεκίνησε στην Ελλάδα. Σε όλα πρώτοι.
Εδώ όμως υπήρχε ένα «μικρό πρόβλημα»: Η χέρσος Ελλάδα άρχισε να αναδύεται από τη θάλασσα, την Αιγαιίδα, σχετικά αργά, όταν όχι μόνο είχαν σχηματιστεί οι ήπειροι αλλά ήδη υπήρχαν οι… δεινόσαυροι πάνω στη γη, ενώ σχηματίστηκε ολοκληρωτικά μόλις πριν 12 εκατ. χρόνια. Έτσι, λοιπόν ο ερευνητής μας κ. Τσατσόμοιρος υπήρξε για μια ακόμα φορά πρωτοπόρος. ανακατασκεύασε το ίδιο το δένδρο της εξέλιξης. Και για το πετύχει –όντας πρωτοπόρος και στο επιστημονικό ήθος που διακρίνει αυτόν τον χώρο– έδωσε το σύνθημα: όταν δεν υπάρχουν –και προφανώς δεν υπάρχουν– τα σχετικά στοιχεία, κατασκευάζονται. Ο κ. Ορέστης Ηλιανός, που είχε χρηματίσει και συνεργάτης του Δαυλού, σε σημείωμά του, και με την παράθεση των σχετικών αποσπασμάτων, αποκαλύπτει μια αρχική παραποίηση που στη συνέχεια μεταβλήθηκε σε βάση για αλυσίδα παραποιήσεων και παρανοήσεων από δεκάδες «ερευνητές» που ακολούθησαν.
άρδην


Το 1991, το περιοδικό Δαυλός εκδίδει το έργο του τακτικού συνεργάτη του περιοδικού, Η. Λ. Τσατσόμοιρου, με τίτλο Ιστορία Γενέσεως της Ελληνικής γλώσσας και υπότιτλο: «Από τον έλλοπα θηρευτή μέχρι την εποχή του Διός».
Αυτό που καταρχήν εκπλήσσει τον αναγνώστη αυτού του βιβλίου (340 σελίδων) είναι πως δεν περιέχει ούτε μια βιβλιογραφική πηγή. Υπάρχουν όμως και χειρότερα: Ο κ. Τσατσόμοιρος διατείνεται πως η Πελαγονική οροσειρά (το βόρειο δηλαδή τμήμα της ελλαδικής χερσονήσου) ήταν η πρώτη στέρεα γη που αναδύθηκε από την πανθάλασσα που, κατ’ αυτόν, κάλυπτε ολόκληρο τον πλανήτη μας πριν από 140.000.000 έτη. Πού στηρίζεται για να διατυπώσει αυτήν την παραδοχή; Στα γραφόμενα του γεωλόγου Ιωάννη Μελέντη, στη σελίδα 10 του πρώτου τόμου της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους της Εκδοτικής Αθηνών. (Έκδοση 1971) Με τη διαφορά πως, αντιγράφοντας ο κ. Τσατσόμοιρος τον καθηγητή Μελέντη, δεν παραλείπει να επιφέρει στα γραφόμενά του κάποιες «διορθώσεις» που κάνουν τον κ. Μελέντη να λέει πράγματα που είναι σίγουρο ότι από μόνος του δεν θα τα είχε ποτέ πει. Στο κείμενο του άρθρου του καθηγητή Μελέντη δεν υφίσταται πρώτα απ’ όλα καμιά «πανθάλασσα». Αυτό που λέει είναι το εξής: «…Πριν από 140 εκατομμύρια χρόνια, στις αρχές της Κρητιδικής περιόδου, μια γιγαντιαία ανοδική ορογενετική κίνηση ανύψωσε επάνω από τα κύματα την λεγόμενη Πελαγονική οροσειρά… που περιλαμβάνει την βορειότερη Μακεδονία, τον Όλυμπο, την ανατολική Θεσσαλία και την βόρειο Εύβοια». Πουθενά δεν αναφέρει ο κ. Μελέντης πως η Πελαγονική οροσειρά ήταν η πρώτη στέρεα γη που αναδύθηκε από κάποια (ανύπαρκτη) πανθάλασσα.

Στο σημείο αυτό όμως ο κ. Τσατσόμοιρος αφήνει κατά μέρος τον Ιωάννη Μελέντη και γράφει πια μόνος του την ιστορία, δανειζόμενος μόνο το όνομα του καθηγητή. Τι λέει δηλαδή; Ότι από την ανάδυση της Πελαγονικής οροσειράς πέρασαν 105.000.000 χρόνια για να εμφανιστεί και άλλη στέρεα γη. Τι σημαίνει αυτό;

Πως, επί όλο αυτό το μεγάλο διάστημα, ο ελλαδικός χώρος ήταν η μοναδική χέρσα γη. Πράγμα που επιτρέπει στον κ. Τσατσόμοιρο να αποφανθεί πως η πρώτη ζωή γεννήθηκε στην Ελλάδα: τα πρώτα φυτά, τα πρώτα ζώα και φυσικά… οι πρώτοι άνθρωποι. Το λέει καθαρά στον επίλογο του πονήματός του. Αντιγράφω:

«Γράφοντας τον επίλογο της παρούσας έρευνας θα συνοψίσω σ’ αυτόν τα γενικά μου συμπεράσματα.
α) Η πρώτη χέρσος γη η οποία ανεδύθη εκ των υδάτων της πανθάλασσας στις αρχές της κρητιδικής περιόδου, προ 140 εκατομ. ετών, ήταν η Πελαγονική οροσειρά με κορυφή τον Όλυμπο. Αυτή η μοναδικότης θα διατηρηθεί επί 105 εκατομ. έτη, έως ότου αναδυθούν οι υψηλότεροι ορεινοί όγκοι της γης, οι Άλπεις, τα Πυρηναία, τα Ιμαλάια. Μαζί με τις Άλπεις ανεδύθη και η Πίνδος και εξ αυτής της νέας αναδύσεως εσχηματίσθη η μεγάλη, ως πέλαγος, «ενδοχωρική λίμνη, πέριξ της οποίας ανεπτύχθη η ελλοπική γλώσσα, η μετέπειτα πελασγική και τέλος ελληνική.
β) Την ύπαρξη μεγάλου πολιτισμού στον πρώτο αναδυθέντα χέρσο χώρο και την φυσική εξάπλωσή του στην οικουμένη».

Όταν έπεσε στα χέρια μου το βιβλίο του κ. Τσατσόμοιρου, οπότε και αντιλήφθηκα την αισχρή παραποίηση από αυτόν των γραφομένων του καθηγητή Μελέντη, α-ντέδρασα αμέσως τηλεφωνώντας στα γραφεία της Εκδοτικής Αθηνών για να καταγγείλω το γεγονός. Δυστυχώς δεν βρήκα καμιά ανταπόκριση. Προσπάθησα πάλι λίγο αργότερα με το ίδιο αποτέλεσμα. Ας προσθέσω πως τα έωλα συμπεράσματα του κ. Τσατσόμοιρου (μακαρίτη πια) τα υιοθέτησαν άκριτα και άλλοι «ερευνητές» και τα χρησιμοποίησαν στα βιβλία τους και στις ομιλίες τους, προφανώς ακολουθώντας την αρχή «ρώτα και τον μπάρμπα μου τον ψεύτη» ή εκείνη του «πολλοί ακούν, λίγοι καταλαβαίνουν».

Επισυνάπτω τα πειστήρια:

Ιωάννης Μελέντης – Η γένεση της Αιγαιίδος
Πριν από εκατοντάδες εκατομμύρια χρόνια, η ελληνική γη ήταν σκεπασμένη από θάλασσα. [ ]
Ο βυθός της θάλασσας, που σκέπαζε ολόκληρη την ελληνική περιοχή, από το Ιόνιο Πέλαγος ως την Μικρά Ασία, παρουσίαζε τότε μια παράξενη μορφολογική εικόνα. Αυτή ακριβώς η εικόνα, το ανάγλυφο του βυθού, υπήρξε η προϋπόθεση για την δημιουργία της σημερινής Ελληνικής Χερσονήσου με τις υψηλές κεντρικές της οροσειρές.
Στη θέση του ορεινού όγκου της Πίνδου υπήρχε μια βαθειά υποθαλάσσια τάφρος, η «αύλαξ της Πίνδου». Δυτικώτερα εκτεινόταν μια δεύτερη, η «Ιόνιος αύλαξ». Ένα υψηλό τείχωμα, το «ύψωμα του Γαβρόβου», χώριζε τις δύο τάφρους.
Αυτή τη μορφή πήρε ο βυθός πριν από 180 περίπου εκατομμύρια χρόνια, στις αρχές δηλαδή του Μεσοζωικού αιώνος, και θα την διατηρήση επί 150 ακόμη εκατομμύρια χρόνια, ως το Ολιγόκαινο.
Μέσα στο ασύλληπτο αυτό χρονικό διάστημα, οι δύο τάφροι του βυθού γέμιζαν με ιζήματα, υλικά δηλαδή που προέρχονταν από την αποσάθρωση μακρινών ορεινών όγκων ή από τα όστρακα θαλασσίων ζώων και τα κελύφη μικροοργανισμών, που πεθαίνοντας έπεφταν σαν αιώνια βροχή και κατακάθιζαν στον πυθμένα.
Εν τω μεταξύ, πριν από 140 εκατομμύρια χρόνια, στις αρχές της Κρητιδικής Περιόδου, μια γιγαντιαία ανοδική ορογενετική κίνηση ανύψωσε επάνω από τα κύματα την λεγομένη Πελαγονική οροσειρά, μια στενή ζώνη ξηράς που περιλαμβάνει την βορειότερη Μακεδονία (Πελαγονία), τον Όλυμπο, την ανατολική Θεσσαλία και την βόρειο Εύβοια. Προέκταση της Οροσειράς αυτής θεωρείται η λεγομένη «Αττικοκυκλαδική μάζα»: η Αττική, η νότιος Εύβοια και τα περισσότερα νησιά των Κυκλάδων.
Πριν από 35 περίπου εκατομμύρια χρόνια, όταν η τάφρος της Πίνδου είχε πια γεμίσει από ιζήματα, σημειώνονται νέες κοσμογονικές αναστατώσεις στα έγκατα της ελληνικής γης. Ύστερα από μια πανίσχυρη ανοδική ώθηση, πτυχώθηκαν τα υλικά της τάφρου και ανυψώθηκαν σχηματίζοντας την επιβλητική οροσειρά της Πίνδου.
Είναι η εποχή των αλπικών πτυχώσεων, όταν αναφαίνονται οι υψηλότεροι ορεινοί όγκοι της γης, οι Άλπεις, τα Πυρηναία, τα Ιμαλάια. [ ]
Στην αρχή του Μειόκαινου, μια άλλη τεκτονική αναστάτωση πτυχώνει και ανορθώνει τον βυθό, για να προβάλει πάνω από την επιφάνεια των νερών το μεγαλύτερο τμήμα της δυτικής Ελλάδος.
Έτσι αναδύθηκε από τα θαλάσσια βάθη η Αιγαιίς σαν ενιαία και αδιαίρετη μάζα ξηράς, που εκάλυπτε περίπου τον σημερινό ελληνικό χώρο, από το Ιόνιο ως την Μικρά Ασία και τα νότια της Κρήτης. [ ]
Περνούν έξι ακόμη εκατομμύρια χρόνια. Η διείσδυση της Μεσογείου στην ενδοχώρα της Αιγαιίδος συνεχίζεται. Στις αρχές του Πλειόκαινου, πριν από 12 περίπου εκατομμύρια χρόνια, χωρίζονται τα νησιά του Ιονίου από τη στεριά και εξέχουν σαν βραχοκορφές επάνω σε μια θάλασσα που σκέπαζε το δυτικό τμήμα της Ήλιδος, την δυτική Αχαΐα ως την Πάτρα, την πεδιάδα της Αχαΐας και τον Λακωνικό κόλπο.
Αργότερα διαμορφώνονται από την διάβρωση οι κοιλάδες του Ελλησπόντου και του Βοσπόρου. Δια μέσου αυτών των κοιλάδων, τα νερά της Ποντιο-Κασπίας και της Προποντίδος θα περάσουν σε ένα μεγάλο κεντρικό ποταμό της Αιγαιίδος (Αιγαίος ποταμός) που συγκέντρωνε τις ροές των παραποτάμων του Αξιού, Στρυμόνος, Έβρου κλπ.
Στο τέλος του Πλειόκαινου, πριν από δύο περίπου εκατομμύρια χρόνια, ένας κλάδος της Μεσογείου προωθείται από τα ανατολικά της Κρήτης προς την Προποντίδα. Ένας άλλος θαλάσσιος βραχίων εισορμά στο χώρο μεταξύ Κρήτης και Πελοποννήσου (στον χώρο περίπου του σημερινού Μυρτώου Πελάγους), φθάνει ως τα περίχωρα των Αθηνών και, δια μέσου του νοτίου τμήματος της Αττικής και της Ευβοίας, προελαύνει προς τις βόρειες Σποράδες και τον Θερμαϊκό.

Ιωάννης Μελέντης
«Η γένεση της Αιγαιίδος», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τ. Α, σελ. 10-11.

Η.Λ. Τσατσόμοιρος «Αντίθεον Πελασγόν γαία μέλαινα ανέδωκεν…»
«Νομίζω, ότι κάποια μεγαλύτερη δύναμι παρά κάποια προερχόμενη εκ των ανθρώπων είναι εκείνη που έθεσε τα ονόματα στα πράγματα, ώστε αυτά να είναι αναγκαίως τα ορθά». [Πλάτων, “Κρατύλος”, 438 ε].
Η περιγραφή του ελληνικού χώρου είναι αναγκαία, διότι άνευ της μελέτης του συγκεκριμένου χώρου δεν θα μπορούσαμε ποτέ να εγγίσουμε την ιστορία της ελληνικής γλώσσας, δημιουργοί της οποίας υπήρξαν, όπως θα αποδείξω, η ελληνική φύσι και ο άνθρωπος κάτοικος του ελληνικού χώρου. Αυτή υπήρξε η «μείζων δύναμις», την οποίαν ανεζήτησε, την πλησίασε, αλλά δεν την ανεγνώρισεν ο μεγάλος Πλάτων. Η ιστορία του ελληνικού χώρου είναι ίσως η αρχαιότερη όλης της γης. Ας δώσουμε όμως τον λόγο στην επιστήμη της γεωλογίας, για να θεμελιώσουμε την αρχή της παρουσίας του φυσικού και γεωγραφικού χερσαίου ελληνικού χώρου στην ζωή του πλανήτη μας:
«Προ 140.000.000 ετών, όταν ολόκληρος σχεδόν ο πλανήτης γη είχε περίπου την μορφή μιας πανθάλασσας, στις αρχές δηλαδή της κρητιδικής περιόδου, μια γιγαντιαία ανοδική ορογενετική κίνησις ανύψωσε επάνω απ’ τα ύδατα αυτής της πανθάλασσας την Πελαγονική οροσειρά1. [ ] Απ’ αυτήν την πρώτη ορογενετική κίνησι περνούν 115.000.000 χρόνια, δια ν’ αρχίση μια νέα ορογενετική περίοδος, κατά την οποίαν αναδύονται εκ των υδάτων οι υψηλότεροι ορεινοί όγκοι της γης, δηλαδή τα Ιμαλάια, οι Άλπεις, τα Πυρηναία. Τότε αναδύεται εκ της θαλάσσης και η επιβλητική οροσειρά της Πίνδου». (Ι. Μελέντης, εις “Ιστορίαν του Ελληνικού Έθνους”, Εκδοτική Αθηνών, τ. Α’, εισαγωγή).
Είναι φανερό ότι, όταν ομιλούμε για την γλώσσα, ομιλούμε για το χερσαίον ον άνθρωπος και όταν ομιλούμε για το περιβάλλον, ομιλούμε κατ’ εξοχήν για την χέρσο γη, επί της οποίας συνετελέσθησαν οι διαδικασίες της εξελίξεως των επ’ αυτής αναπτυχθέντων όντων. […]
Η.Λ. Τσατσόμοιρος
Ιστορία Γενέσεως της Ελληνικής γλώσσας, Από τον έλλοπα θηρευτή μέχρι την εποχή του Διός, εκδ. «Δαυλός», 1991, σελ. 26.
Επίλογος
Γράφοντας τον επίλογο της παρούσας έρευνας, θα συνοψίσω σ’ αυτόν τα γενικά μου συμπεράσματα:
(α) Η πρώτη «χέρσος γη», η οποία ανεδύθη εκ των υδάτων της «πανθάλασσας» στις αρχές της κρητιδικής περιόδου, προ 140.000.000 ετών, ήταν η Πελαγονική οροσειρά με κορυφή τον Όλυμπο. Αυτή η μοναδικότης2 διετηρήθη επί 105.000.000 έτη, έως ότου αναδυθούν οι υψηλότεροι ορεινοί όγκοι της γης, οι Άλπεις, τα Πυρηναία, τα Ιμαλάια. Μαζί με τις Άλπεις ανεδύθη και η Πίνδος και εξ αυτής της νέας αναδύσεως εσχηματίσθη η μεγάλη ως πέλαγος «ενδοχωρική λίμνη», πέριξ της οποίας ανεπτύχθη η ελλοπική γλώσσα, η μετέπειτα πελασγική και τέλος ελληνική.
(β) Την ύπαρξι μεγάλου πολιτισμού στον πρώτο αναδυθέντα χέρσο χώρο και την φυσική εξάπλωσί του στην οικουμένη μαρτυρεί η διασωθείσα (ως το μοναδικό και ανεπανάληπτο ακέραιο μνημείο του θησαυρού της σοφίας των ανθρώπων αυτού του χώρου) Ελλοπική – Πελασγική – Ελληνική Γλώσσα. Και συντριπτικές αποδείξεις εάν ευρεθούν στα σπλάχνα της γης ή έλθουν στο φως όσα κρύπτονται στις βιβλιοθήκες, π.χ. του Βατικανού ή και αλλού, δεν θα αποκτήσουν μεγαλύτερη σημασία από αυτά που «κρύπτονται» εντός των πανάρχαιων λέξεων της ελληνικής γλώσσας.
(γ) Η αιτιώδης σχέσι χώρος-άνθρωπος στοιχειοθετεί την «μουσική» ευαισθησία και το κάλλος των λέξεων και αποδεικνύει ότι η «μείζων δύναμις», όπως ο Πλάτων έλεγε, δεν ήταν άλλη παρ’ εκτός η Ελληνίδα γη και ο Κούρος Ζευς. Είναι θέμα έρευνας και χρόνου, για ν’ αποδειχθή ότι όλες οι γλώσσες των λαών εδέχθησαν, σε κάποιο βαθμό, την πολιτιστική επίδρασι του ελληνικού λόγου. Χιλιάδες λέξεων, οι οποίες «εξήχθησαν» εκ της γης της ελληνικής ομού με τα πολιτιστικά της προϊόντα, συγχωνεύθηκαν κατά τρόπον αρμόζοντα στις ιδιομορφίες των γλωσσικών και εκφραστικών ικανοτήτων των λαών.

Η. Λ. Τσατσόμοιρος
όπ. π., σελίδα 314.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek