από το Άρδην τ. 51, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2004

Το Βυ­ζαντιο γνωρι­σε υ­πό τη δυ­να­στεί­α των Κο­μνη­νών με­τά το 1081 μια νέ­α πε­ρί­ο­δο λάμ­ψης και δό­ξας. Συγ­χρό­νως ό­μως τα προ­μη­νύ­μα­τα της ε­περ­χό­με­νης πα­ρακ­μής γί­νο­νταν ο­λο­έ­να και πιο φα­νε­ρά.

Η πνευ­μα­τι­κή ζω­ή υ­πήρ­ξε πο­λύ έ­ντο­νη. Η α­να­ζω­πύ­ρω­ση του αι­ρε­τι­κού κι­νή­μα­τος των παυ­λι­κια­νών, η εμ­φά­νι­ση μιας νέ­ας αί­ρε­σης, των Βο­γο­μί­λων, κα­θώς και άλ­λων ορ­θο­λο­γι­στι­κών τά­σε­ων, βα­σι­σμέ­νων σε δογ­μα­τι­κά σφάλ­μα­τα, α­να­γκά­ζει για μιαν α­κό­μη φο­ρά την ορ­θό­δο­ξη Εκ­κλη­σί­α ν’ α­γω­νι­στεί για την ε­σω­τε­ρι­κή της ε­νό­τη­τα και για την α­λή­θεια του δόγ­μα­τος. Αλ­λά κα­θώς η υ­πε­ρά­σπι­ση της ορ­θο­δο­ξί­ας ταυ­τί­ζε­ται ό­λο και πε­ρισ­σό­τε­ρο με τη σω­τη­ρί­α του Κρά­τους, οι αυ­το­κρά­το­ρες, προ­κει­μέ­νου ν’ α­ντι­με­τω­πί­σουν τους ε­σω­τε­ρι­κούς ή ε­ξω­τε­ρι­κούς πο­λι­τι­κούς ή πνευ­μα­τι­κούς κιν­δύ­νους, κα­τέ­φυ­γαν και πά­λι στον και­σα­ρο­πα­πι­σμό. Ο πε­ρί­φη­μος κα­νο­νο­μα­θής Βαλ­σα­μών δι­καιο­λο­γεί τον και­σα­ρο­πα­πι­σμό, λέ­γο­ντας ό­τι “η δύ­να­μη και η δρά­ση των Αυ­το­κρα­τό­ρων ε­πε­κτεί­νε­ται στο σώ­μα και την ψυ­χή, ε­νώ η δύ­να­μη και δρά­ση του Πα­τριάρ­χη πε­ριο­ρί­ζε­ται μό­νον στην ψυ­χή“. “Ο Αυ­το­κρά­το­ρας”, λέ­ει αλ­λού ο Βαλ­σα­μών, “δεν υ­πό­κει­ται ού­τε στους νό­μους ού­τε στους κα­νό­νες.” Με τον τρό­πο αυ­τόν οι άρ­χο­ντες στα ε­γκό­σμια έ­γι­ναν και άρ­χο­ντες στα πνευ­μα­τι­κά. Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, υ­πε­ρά­νω νο­μών και κα­νό­νων, οι αυ­το­κρά­το­ρες έ­γι­ναν α­πό­λυ­τοι άρ­χο­ντες.

Αλ­λά αν η θρη­σκεί­α ε­ξα­κο­λου­θεί να συ­γκε­ντρώ­νει την προ­σο­χή των Βυ­ζα­ντι­νών, δεν α­πο­τε­λεί πια τη μό­νη πνευ­μα­τι­κή τους α­πα­σχό­λη­ση. Η Εκ­κλη­σί­α με το να γί­νει ε­θνι­κή έ­χα­σε τον πα­γκό­σμιο χα­ρα­κτή­ρα της, πράγ­μα που ε­πι­βε­βαί­ω­σε το ο­ρι­στι­κό σχί­σμα με­τα­ξύ ορ­θο­δό­ξων και κα­θο­λι­κών. Το πρώ­το σχί­σμα, την ε­πο­χή του Φω­τί­ου, εί­χε ή­δη κα­τα­στή­σει φα­νε­ρό ό­τι η χρι­στια­νο­σύ­νη ως αρ­χή ε­νό­τη­τας των λα­ών ε­ξα­ντλού­σε τα ό­ριά της. Το ο­ρι­στι­κό σχί­σμα, που ε­πήλ­θε κα­τά τον 11ο αιώ­να, α­πέ­δει­ξε ό­τι η Εκ­κλη­σί­α γι­νό­ταν τώ­ρα μια αρ­χή δια­φο­ρο­ποί­η­σης των λα­ών. […]

Στον βαθ­μό που, ως ε­θνι­κή, η Εκ­κλη­σί­α ξε­χω­ρί­ζει τους χρι­στια­νούς, τό­σο στην Α­να­το­λή ό­σο και στη Δύ­ση, σφυ­ρη­λα­τεί­ται σι­γά-σι­γά μια άλ­λη αρ­χή ε­νό­τη­τας, με την κοι­νή α­γά­πη για τα γράμ­μα­τα και την κλα­σι­κή Αρ­χαιό­τη­τα. Ο­λο­έ­να και πε­ρισ­σό­τε­ρο η α­γά­πη αυ­τή παίρ­νει τα στοι­χεί­α, τη μορ­φή και την ου­σί­α αυ­τού που πο­λύ αρ­γό­τε­ρα ο­νο­μά­στη­κε αν­θρω­πι­σμός. Έ­να α­πό τα χα­ρα­κτη­ρι­στικά του αν­θρω­πι­στι­κού αυ­τού πνεύ­μα­τος γί­νε­ται φα­νε­ρό και στην α­να­διορ­γά­νω­ση των πα­νε­πι­στη­μια­κών σχο­λών της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης, που πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε τον 11ο αιώ­να. Τό­τε ι­δρύ­θη­κε η Σχο­λή του Δι­καί­ου, τη διεύ­θυν­ση της ο­ποί­ας α­νέ­λα­βε ο Ιω­άν­νης Ξι­φι­λί­νος και η σχο­λή της φι­λο­σο­φί­ας, με ε­πι­κε­φα­λής τον Μι­χα­ήλ Ψελ­λό. Ε­δώ οι φοι­τη­τές ή­ταν υ­πο­χρε­ω­μέ­νοι, προ­τού αρ­χί­σουν τη σπου­δή της φι­λο­σο­φί­ας, να πα­ρα­κο­λου­θούν μα­θή­μα­τα γραμ­μα­τι­κής, με την πλα­τιά ση­μα­σί­α του ό­ρου, και αρ­χαί­ας ποί­η­σης. Ό­μοια και στην Πα­τριαρ­χι­κή Σχο­λή, τον 12ο αιώ­να, ε­κτός α­πό τη θε­ο­λο­γί­α δι­δά­σκο­νται η φι­λο­σο­φί­α, η αρ­χαί­α λο­γο­τε­χνί­α και οι ε­πι­στή­μες. Έ­φτα­σαν α­κό­μη να προ­σαρ­τή­σουν στη Σχο­λή αυ­τή έ­να νο­σο­κο­μεί­ο για τους σπου­δα­στές της Ια­τρι­κής. Α­πό την άλ­λη με­ριά, οι συγ­γρα­φείς –χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό γνώ­ρι­σμα του αν­θρω­πι­σμού της ε­πο­χής αυ­τής– δεν αρκού­νται να με­λε­τούν μό­νο τους κλα­σι­κούς, προ­σπα­θούν, ό­πως εί­πα­με, και να τους μι­μη­θούν.

Η προ­σπά­θειά τους αυ­τή, κα­θώς πε­ριο­ρί­ζε­ται σχε­δόν α­πο­κλει­στι­κά στη μορ­φή, προσ­δί­δει έ­να τεχνητό ­γε­μά­το στόμ­φο ύ­φος στη γρα­πτή γλώσ­σα, που με την υ­περ­βο­λι­κή α­να­ζή­τη­ση της ατ­τι­κής κα­θα­ρό­τη­τας α­πο­μα­κρύ­νε­ται ε­ντε­λώς α­πό την ο­μι­λού­με­νη. Α­λη­θι­νοί πρό­δρο­μοι στο ση­μεί­ο αυ­τό οι Βυ­ζα­ντι­νοί, προ­σφέ­ρουν έ­τσι την πρώ­τη μορ­φή, την τυ­πι­κή ε­κεί­νη που πή­ρε ο αν­θρω­πι­σμός στην αρ­χή, ως α­να­γέν­νη­ση του εν­δια­φέ­ρο­ντος για τους κλα­σι­κούς. Η α­να­γέν­νη­ση αυτή α­να­πτύ­χθη­κε πλή­ρως στο Βυ­ζά­ντιο στον 12ο αιώ­να. 0ι Βυ­ζα­ντι­νοί έρ­χο­νται τώ­ρα να θυ­μη­θούν για κα­λά ό­τι εί­ναι Έλ­λη­νες, και ο χρι­στια­νι­σμός τους δεν τους ε­μπο­δί­ζει σε τού­το. Στο πρό­σω­πο του Ευ­στα­θί­ου, του αρ­χιε­πι­σκό­που Θεσ­σα­λο­νί­κης, θε­ο­λό­γου ό­σο και λό­γιου αν­θρω­πι­στή, ο βυ­ζα­ντι­νός αν­θρω­πι­σμός βρί­σκει την ευ­γε­νέ­στε­ρη έκ­φρα­σή του.

Ως προς τη φι­λο­σο­φί­α, α­ξί­ζει να πα­ρα­τη­ρή­σου­με ό­τι η σκέ­ψη, τό­σο στην Α­να­το­λή ό­σο και στη Δύ­ση, α­πα­σχο­λεί­ται με ό­μοια σχε­δόν προ­βλή­μα­τα. Και στην Α­να­το­λή και στη Δύ­ση, φι­λο­νι­κούν για τον νο­μι­να­λι­σμό και τον ρε­α­λι­σμό, πριν χω­ρι­στούν σε πλα­τω­νι­κούς και α­ρι­στο­τε­λι­κούς. Ο Μι­χα­ήλ Ψελ­λός, έν­θερ­μος α­πο­λο­γη­τής του Πλά­τω­νος, ε­γκαι­νιά­ζει τη μα­κρά πε­ρί­ο­δο των συ­ζη­τή­σε­ων με­τα­ξύ των ο­πα­δών του Πλά­τω­νος και των ο­πα­δών του Α­ρι­στο­τέ­λη, συ­ζη­τή­σε­ων οι ο­ποί­ες α­πό το Βυ­ζά­ντιο πέ­ρα­σαν στη Δύ­ση και συ­νέ­βα­λαν θε­τι­κά στην α­φύ­πνι­ση του φι­λο­σο­φι­κού πνεύ­μα­τος. Για πρώ­τη φο­ρά ε­πί­σης πα­ρου­σιά­ζο­νται στο Βυ­ζά­ντιο λό­γιοι, ό­πως ο Ψελ­λός και ο Ι­τα­λός, οι ο­ποί­οι καλ­λιερ­γούν τη φι­λο­σο­φί­α πα­ράλ­λη­λα με τη θε­ο­λο­γί­α. Έ­χει κα­νείς την ε­ντύ­πω­ση ό­τι προ­ε­τοι­μά­ζε­ται μί­α νέ­α πε­ρί­ο­δος φι­λο­σο­φι­κής άν­θη­σης. Δυ­στυ­χώς το κί­νη­μα αυ­τό βρή­κε στο πρό­σω­πο του Α­λε­ξί­ου Κο­μνη­νού έ­ναν α­πο­φα­σι­στι­κό α­ντί­πα­λο, που ε­μπό­δι­σε την ε­λεύ­θε­ρη α­νά­πτυ­ξή του.

Η θε­ο­λο­γί­α δεν έ­μει­νε α­μέ­το­χη στο πνευ­μα­τι­κό αυ­τό κί­νη­μα. Ο Συ­με­ών ο Νέ­ος Θε­ο­λό­γος και ο μα­θη­τής του Νι­κή­τας Στη­θά­τος, οι α­να­νε­ω­τές της μυ­στι­κής θε­ο­λο­γί­ας, εί­ναι σύγ­χρο­νοι του Ψελ­λού. Πρέ­πει τέ­λος να υ­πο­γραμ­μί­σου­με ό­τι κα­τά την ί­δια αυ­τήν ε­πο­χή το Βυ­ζά­ντιο πολ­λα­πλα­σί­α­σε τις προ­σπά­θειές του να με­τα­δώ­σει στη Δύ­ση τον δι­κό του κα­θώς και τον αρ­χαί­ο ελ­λη­νι­κό πο­λι­τι­σμό, συ­νει­σφέ­ρο­ντας με τον τρό­πο αυ­τόν ση­μα­ντι­κά στην πνευ­μα­τι­κή κί­νη­ση της Δυ­τι­κής Ευ­ρώ­πης κα­τά τον 12ο αιώ­να. Οι Σταυ­ρο­φο­ρί­ες, οι ε­πι­δρο­μές των Νορ­μαν­δών και οι ε­μπο­ρι­κές σχέ­σεις των ι­τα­λι­κών Δη­μο­κρα­τιών με το Βυ­ζά­ντιο, κα­θώς και οι μα­χη­τι­κές συ­ζη­τή­σεις που ορ­γα­νώ­θη­καν ύ­στε­ρα α­πό το σχί­σμα στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη α­πό τους αυ­το­κρά­το­ρες που ε­πι­θυ­μού­σαν να πλη­σιά­σουν τη Ρώ­μη, δη­μιούρ­γη­σαν τις προ­ϋ­πο­θέ­σεις για την α­νταλ­λα­γή ι­δε­ών και τη με­τά­δο­ση του βυ­ζα­ντι­νού πο­λι­τι­σμού. Ι­τα­λοί λό­γιοι πή­γαι­ναν να με­λε­τή­σουν τα ελ­λη­νι­κά στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη –το Πα­νε­πι­στή­μιο της Κων­στα­ντι­νου­πό­λε­ως στη μορ­φή που πή­ρε τον 11ο αιώ­να χρη­σί­μευ­σε ως πρό­τυ­πο στους α­ντί­στοι­χους θε­σμούς της Δύ­σης– αλ­λά και Έλ­λη­νες εί­χαν την ευ­και­ρί­α να ε­πι­σκε­φθούν τη Δύ­ση και να με­τα­δώ­σουν οι ί­διοι τον βυ­ζα­ντι­νό πο­λι­τι­σμό. […]

Με­τά την Ά­λω­ση
Το 1204 η Κων­στα­ντι­νού­πο­λη κα­τα­κτή­θη­κε και λε­η­λα­τή­θη­κε α­πό τους σταυ­ρο­φό­ρους της Τέ­ταρ­της Σταυ­ρο­φο­ρί­ας. Η Βυ­ζα­ντι­νή Αυ­το­κρα­το­ρί­α κερ­μα­τί­στη­κε τό­τε σε μια σει­ρά α­νε­ξάρ­τη­τα λα­τι­νι­κά και ελ­λη­νι­κά κρά­τη. […] Πα­ρά την α­να­κα­τά­λη­ψη της πρω­τεύ­ου­σάς της, η Βυ­ζα­ντι­νή Αυ­το­κρα­το­ρί­α δεν ξα­να­βρή­κε πο­τέ ού­τε την ε­νό­τη­τα ού­τε το με­γα­λεί­ο της […]. Εν τού­τοις, αυ­τή η τό­σο κρί­σι­μη α­πό πο­λι­τι­κή, κοι­νω­νι­κή και οι­κο­νο­μι­κή ά­πο­ψη πε­ρί­ο­δος α­πο­τε­λεί μιαν α­πό τις λα­μπρό­τε­ρες πε­ριό­δους του βυ­ζα­ντι­νού πο­λι­τι­σμού. Μια δη­μιουρ­γι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα, μια καλ­λι­τε­χνι­κή και πνευ­μα­τι­κή α­να­γέν­νη­ση συ­ντε­λεί­ται στην Αυ­το­κρα­το­ρί­α που ε­ξαν­τλεί­ται και πε­θαί­νει. Το Βυ­ζά­ντιο φτά­νει στο τέ­λος της ύ­παρ­ξής του μέ­σα σ’ έ­να έ­ντο­νο α­να­γεν­νη­τι­κό κί­νη­μα. Η Νί­καια, η Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, η Θεσ­σα­λο­νί­κη, η Τρα­πε­ζού­ντα και ο Μυ­στράς στά­θη­καν οι λα­μπρό­τε­ρες ε­στί­ες του κι­νή­μα­τος αυ­τού. […]

Ο αυ­το­κρά­το­ρας Ιω­άν­νης Βα­τά­τζης (1225-1254) ιδρύ­ει στη Νί­καια μια σχο­λή φι­λο­σο­φί­ας, με ε­πι­κε­φα­λής πρώ­τα τον Εξα­πτέ­ρυ­γο και ύ­στε­ρα τον Νι­κη­φό­ρο Βλεμ­μύ­δη. Το διά­ταγ­μα του Βα­τά­τζη, που α­να­γκά­ζει τους κυ­βερ­νή­τες και άρ­χο­ντες των πό­λε­ων να φρον­τί­ζουν κά­θε χρό­νο για την α­μοι­βή των κα­θη­γη­τών της ρη­το­ρι­κής, της ια­τρι­κής και των μα­θη­μα­τι­κών, μαρ­τυ­ρεί για το εν­δια­φέ­ρον που υ­πήρ­χε για την εκ­παί­δευ­ση. Για τους κα­θη­γη­τές του δι­καί­ου και της φι­λο­σο­φί­ας το ί­διο διά­ταγ­μα προ­βλέ­πει ό­τι, “λαμ­βα­νο­μέ­νης υπ’ ό­ψιν της ο­λι­γω­ρί­ας των ως προς τα υ­λι­κά α­γα­θά και το χρή­μα”, θα πρέ­πει να αρ­κού­νται σε μιαν α­μοι­βή εκ μέ­ρους των μα­θη­τών τους. Ε­κτός αυ­τού, ο Βα­τά­τζης ί­δρυ­σε και βι­βλιο­θή­κες στις με­γά­λες πό­λεις της Αυ­το­κρα­το­ρί­ας του, α­φιε­ρω­μέ­νες στην τέ­χνη και στις ε­πι­στή­μες, και για να τις πλου­τί­σει έ­στει­λε τον Βλεμ­μύ­δη στη Θρά­κη, στη Μα­κε­δο­νί­α, στον Ά­θω, στη Θεσ­σα­λί­α, με σκο­πό ν’ α­γο­ρά­σει ή στην α­νά­γκη ν’ α­ντι­γρά­ψει και να φέ­ρει πε­ρι­λή­ψεις πο­λύ­τι­μων χει­ρο­γρά­φων. Ύ­στε­ρα α­πό την α­να­κα­τά­λη­ψη της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης, ξα­να­λει­τούρ­γη­σε το Πα­νε­πι­στή­μιό της, του ο­ποί­ου την ι­στο­ρί­α μπο­ρού­με να πα­ρα­κο­λου­θή­σου­με ως το 1453. Ο L. Brehier πα­ρα­τή­ρη­σε ό­τι δεν βρί­σκου­με στα κεί­με­να “την πα­ρα­μι­κρό­τε­ρη μνεί­α θε­ο­λο­γι­κής δι­δα­σκα­λί­ας στο Πα­νε­πι­στή­μιο αυ­τό”. οι κα­θη­γη­τές ή­ταν φι­λό­σο­φοι, ε­πι­στή­μο­νες, ρή­το­ρες και φι­λό­λο­γοι.

O βυ­ζα­ντι­νός αν­θρω­πι­σμός, που αγ­γί­ζει τώ­ρα το α­πό­γειό του, πα­ρου­σιά­ζει μια χτυ­πη­τή α­να­λο­γί­α με τον σύγ­χρο­νό του Ι­τα­λι­κό αν­θρω­πι­σμό: πι­στεύ­ει στη βιω­σι­μό­τη­τα του κλα­σι­κού πο­λι­τι­σμού και των ε­πι­στη­μών, όπου και α­να­ζη­τά την πλή­ρη μόρ­φω­ση του πνεύ­μα­τος. Οι εκ­πρό­σω­ποί του α­σχο­λού­νται τώ­ρα πιο σο­βα­ρά με τις ε­πι­στή­μες, θε­ω­ρώ­ντας με τρό­πο πιο α­νε­ξάρ­τη­το την α­ξί­α της ε­πι­στη­μο­νι­κής γνώ­σης. Βρι­σκό­μα­στε έ­τσι μπρο­στά σε σο­βα­ρές προ­σπά­θειες που σκο­πούν στη με­θο­δι­κή συ­γκρό­τη­ση της γνώ­σης αυ­τής, πά­ντο­τε κά­τω α­πό την ε­πί­δρα­ση της Αρ­χαιό­τη­τας. Η Α­κα­δη­μί­α της Τρα­πε­ζού­ντας υ­πήρ­ξε έ­να α­πό τα ση­μα­ντι­κό­τε­ρα κέ­ντρα με­λέ­της της α­στρο­νο­μί­ας και των άλ­λων μα­θη­μα­τι­κών ε­πι­στη­μών, κά­τω α­πό την ε­πί­δρα­ση της ε­πι­στή­μης των Περ­σών. Η ια­τρι­κή προ­σελ­κύ­ει το εν­δια­φέ­ρον ό­λων σχε­δόν των ε­πι­στη­μό­νων. Τε­λι­κά το Βυ­ζάν­τιο των Πα­λαιο­λό­γων α­νέ­δει­ξε ε­πι­στή­μο­νες, α­στρο­νό­μους, για­τρούς, φυ­σιο­δί­φες, για τους ο­ποί­ους o Krumbacher λέ­ει ό­τι “δεν προ­σέ­φε­ραν στις φυ­σι­κές ε­πι­στή­μες μι­κρό­τε­ρες υ­πη­ρε­σί­ες α­πό αυ­τές του Ρο­γή­ρου Βά­κω­να στη Δύ­ση”. H φι­λο­λο­γί­α βέ­βαια πα­ρα­μέ­νει πάν­το­τε η α­γα­πη­μέ­νη ε­πι­στή­μη των Βυ­ζα­ντι­νών. Πραγ­μα­τι­κά, οι Έλ­λη­νες κλα­σι­κοί α­πο­τε­λούν κοι­νό κτή­μα ό­λων των λο­γί­ων, οι οποίοι τους ερ­μη­νεύ­ουν, τους υ­πο­μνη­μα­τί­ζουν και τους με­τα­φρά­ζουν, προσ­πα­θώ­ντας να τους μι­μη­θούν. Πο­λύ ε­πι­κρί­θη­κε η βυ­ζα­ντι­νή παι­δεί­α γι’ αυ­τήν της τη μα­νί­α να σχο­λιά­ζει, να ε­ρα­νί­ζε­ται, να συ­ντέ­μνει, να πα­ρα­φρά­ζει, να ε­πι­μέ­νει στις λε­πτο­μέ­ρειες, κα­θώς και για τις σο­φι­στι­κές της υ­περ­βο­λές. Αλ­λά φαί­νε­ται ό­τι οι ε­πι­κρι­τές της δεν εί­δαν το ου­σιώ­δες, που εί­ναι ό­τι, δια μέ­σου αυ­τής της ο­μοιό­μορ­φης, μα­κράς και συ­νε­χούς προ­σπά­θειας, το Βυ­ζά­ντιο κα­τόρ­θω­σε να ε­ξοι­κει­ω­θεί με τον ελ­λη­νι­κό πο­λι­τι­σμό, να τον α­φο­μοιώ­σει και να δη­μιουρ­γή­σει τις κα­τάλ­λη­λες ή α­πλώς α­να­γκαί­ες συν­θή­κες για μια δη­μιουρ­γι­κή άν­θη­ση. Α­πό την άλ­λη με­ριά, ό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο οι Βυ­ζα­ντι­νοί συ­να­να­στρέ­φο­νται τους κλα­σι­κούς τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο συ­νει­δη­το­ποιούν ό­τι εί­ναι Έλ­λη­νες. Χρι­στια­νι­κή, ορ­θό­δο­ξη, η βυ­ζα­ντι­νή ψυ­χή, κά­τω α­πό το φως των κλα­σι­κών, συ­νει­δη­το­ποιεί ό­λο και πε­ρισ­σό­τε­ρο την ελ­λη­νι­κό­τη­τά της. Ο Πλή­θων Γε­μι­στός γρά­φει στον αυ­το­κρά­το­ρα Μα­νου­ήλ Β’: ε­σμέν γαρ ουν ων η­γεί­σθε τε και βα­σι­λεύ­ε­τε Έλ­λη­νες το γέ­νος, ως η τε φω­νή και η πά­τριος παι­δεί­α μαρ­τυ­ρε­ί. Λί­γο αρ­γό­τε­ρα, ο Ιω­άν­νης Αρ­γυ­ρό­που­λος ε­ξορ­κί­ζει τον τε­λευ­ταί­ο αυ­το­κρά­το­ρα Κων­στα­ντί­νο Δρα­γά­τση να πά­ρει τον τί­τλο του βα­σι­λιά των Ελ­λή­νων: και ο τί­τλος μό­νο θα αρ­κού­σε, λέ­ει, να ε­ξα­σφα­λί­σει τη σω­τη­ρί­α των ε­λεύ­θε­ρων Ελ­λή­νων και την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση των υ­πό­δου­λων α­δελ­φών τους. Ο Ελ­λη­νι­σμός ξα­να­γεν­νιέ­ται και συ­νει­δη­το­ποιεί τον ι­στο­ρι­κό του ρό­λο και τη σπου­δαιό­τη­τά του.

Οι α­πό­πει­ρες των Πα­λαιο­λό­γων για την έ­νω­ση των Εκ­κλη­σιών προ­κά­λε­σαν τον σχη­μα­τι­σμό δύ­ο με­ρί­δων, α­πό τις ο­ποίες η μί­α τασ­σό­ταν υ­πέρ και η άλ­λη κα­τά της έ­νω­σης και οι οποίες ήρ­θαν σε σφο­δρή σύ­γκρου­ση με­τα­ξύ τους. Αυ­τοί που τάσ­σο­νταν κα­τά της έ­νω­σης εί­χαν τε­λι­κά δί­κιο, και ό­χι μό­νο για λό­γους θε­ο­λο­γι­κής τά­ξης. Η ί­δια η θε­ο­λο­γί­α δεν εί­ναι ά­μοι­ρη ε­νός ο­ρι­σμέ­νου ε­θνι­κι­σμού, ό­πως φά­νη­κε α­πό την έ­ρι­δα των η­συ­χα­στών: οι ο­πα­δοί του Πα­λα­μά ε­πι­κα­λού­νταν την πα­ρά­δο­ση της ορ­θο­δο­ξί­ας και τη μο­να­στι­κή πνευ­μα­τι­κό­τη­τα, ε­νώ οι α­ντί­πα­λοί τους, ό­πως ο Βαρ­λα­άμ και ο Κυ­δώ­νης, συμ­με­ρί­ζο­νταν τις ι­δέ­ες του Θω­μά του Α­κι­νά­τη. Αυ­τό το ε­θνι­κι­στι­κό πνεύ­μα ε­ξη­γεί ως έ­να ση­μεί­ο τη μι­κρή σχε­τι­κά ε­πι­τυ­χί­α που εί­χαν στο Βυ­ζά­ντιο οι με­τα­φρά­σεις των έρ­γων του Θω­μά του Α­κι­νά­τη και άλ­λων λα­τί­νων θε­ο­λό­γων.

Αλ­λ’ αν το Βυ­ζά­ντιο πα­ρα­μέ­νει το ί­διο κλει­στό στη δυ­τι­κή σκέ­ψη και θε­ο­λο­γί­α, δεν παύ­ει ω­στό­σο να δια­δί­δει στους άλ­λους τον αν­θρω­πι­σμό του. Πολ­λοί Δυ­τι­κοί πή­γαι­ναν στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη να μά­θουν ελ­λη­νι­κά. Ε­ξυ­πα­κού­ε­ται ό­τι δεν με­λε­τού­σαν μό­νο τα ελ­λη­νι­κά, αλ­λά και τη μέ­θο­δο και το πνεύ­μα με το οποίο οι Βυ­ζα­ντι­νοί έ­βλε­παν τους κλα­σι­κούς, μ’ άλ­λα λό­για τον βυ­ζα­ντι­νό αν­θρω­πι­σμό. Α­πό την άλ­λη με­ριά, αρ­κε­τοί Βυ­ζα­ντι­νοί λό­γιοι, α­κό­μη και πριν α­πό την πτώ­ση της Κων­στα­ντι­νού­πο­λης το 1453, εί­χαν δι­δά­ξει σε πα­νε­πι­στή­μια της λα­τι­νι­κής Δύ­σης. Ο Πλή­θων και ο Βησ­σα­ρί­ων συ­γκα­τα­λέ­γο­νται στις πιο α­ντι­προ­σω­πευ­τι­κές μορ­φές της ι­τα­λι­κής Α­να­γέν­νη­σης. Οι δύ­ο αυ­τοί σο­φοί αρ­κούν κα­τά τη γνώ­μη μας για να δεί­ξουν προς τα που έ­τει­νε ο βυ­ζα­ντι­νός αν­θρω­πι­σμός: στην ακ­μή της άν­θη­σής του δεν δια­φέ­ρει πο­λύ α­πό τον α­ντί­στοι­χο ι­τα­λι­κό.

*Α­πό τη Βυ­ζα­ντι­νή Φι­λο­σο­φί­α, σσ. 137-140, 213-216.

One Comment

  1. Δεν ειναι δυνατο να εξηγουμε με μοντερνους ορους τον Ελληνισμο, τη ‘Ρωμη-Βυζαντιο, & την Ορθοδοξια ”…Αυ­τό το ε­θνι­κι­στι­κό πνεύ­μα ε­ξη­γεί ως έ­να ση­μεί­ο τη μι­κρή σχε­τι­κά ε­πι­τυ­χί­α που εί­χαν στο Βυ­ζά­ντιο οι με­τα­φρά­σεις των έρ­γων του Θω­μά του Α­κι­νά­τη και άλ­λων λα­τί­νων θε­ο­λό­γων…’.
    Η Ελλας, ο τροπος ζωης των κοινωνιων της πρσοδιορισζει πολιτισμικα και πολιτικα την ταυτοτητα της, & τούς ορους που την περιγράφουν, & οχι οι οροι παραγωγα του δυτικου φεουδαρχισμου.

    Περαν αυτου, η μι­κρή σχε­τι­κά ε­πι­τυ­χί­α που εί­χαν στο Βυ­ζά­ντιο οι με­τα­φρά­σεις των έρ­γων του Θω­μά του Α­κι­νά­τη και άλ­λων λα­τί­νων θε­ο­λό­γων, εχει να κανει με την αυτοκρατορικη πολιτικη και τη θεση του αυτοκρατορος ως παραγοντα ρυθμιστη σε εκκλησιαστικα θεματα, δηλαδη ως μια κοσμικη παρεμβαση της κοσμικης Αρχης στην θεολογια, με λιγα λογια η προστασια του δημοσιου συμφεροντος των πολιτων & της κοινωνιας, που προσδιοριζει ο διαχειριστης αυτοκρατωρ & η οποια εχει συνεχεια & συνεπεια.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek