του Δ. Ρόκου, από το Άρδην τ. 11, Δεκέμβριος 1997

Ε­πα­να­σύν­δε­ση


Στο προ­η­γούμε­νο τεύ­χος του «Άρ­δην», στο κεί­με­νο κρι­τι­κής α­πο­τί­μη­σης της μέ­χρι τό­τε πο­ρεί­ας του πε­ριο­δι­κού, ο συ­νερ­γά­της του κ. Δι­καιά­κος και ό­πως έ­μα­θα και ο­μό­τε­χνός μου, ε­πι­σή­μα­νε με «θε­τι­κό» τρό­πο τη συμ­βο­λή των «ε­πι-θε­τι­κών» και α­πό­ρη­σε με την α­που­σί­α τους στα τε­λευ­ταί­α τεύ­χη, δια­τυ­πώ­νο­ντας μά­λι­στα ε­ρω­τη­μα­τι­κά για τους λό­γους της α­που­σί­ας αυ­τής.
Πέ­ρα α­πό τους πο­λύ σο­βα­ρούς προ­σω­πι­κούς λό­γους που δεν μου ε­πέ­τρε­ψαν να πα­ρα­δώ­σω τα κεί­με­νά μου το διά­στη­μα αυ­τό, ο­μο­λο­γώ ό­τι εί­χα α­πο­κτή­σει ή­δη μια αί­σθη­ση ό­τι κα­τα­κρα­τού­σα αυ­θαί­ρε­τα δύ­ο σε­λί­δες του πε­ριο­δι­κού, στο βαθ­μό που ό­σα σχο­λί­α­ζα κρι­τι­κά ή ε­πι­σή­μα­ινα, για πολ­λούς μή­νες δεν εί­χαν προ­κα­λέ­σει καμ­μιά α­ντί­δρα­ση, ού­τε θε­τι­κή, ού­τε αρ­νη­τι­κή.
Στην εκ­δή­λω­ση του «Άρ­δην» για την Ο­λυ­μπιά­δα ό­μως, ό­ταν το α­νά­φε­ρα, τα προ­φο­ρι­κά μη­νύ­μα­τα πολ­λών φί­λων ή­ταν δια­φο­ρε­τι­κά. Και έ­τσι, με την υ­πο­στή­ρι­ξη και της γρα­πτής α­πό­δει­ξης ό­τι έ­νας του­λά­χι­στον φί­λος χά­νει τον πο­λύ­τι­μο χρό­νο του για να τα δια­βά­ζει, προ­χω­ρώ στην ε­πα­να­σύν­δε­ση, ελ­πί­ζο­ντας, ό­πως και πολ­λοί άλ­λοι «α­νε­ξάρ­τη­τοι-με­μο­νω­μέ­νοι» πο­λί­τες της γε­νιάς μου, ό­τι θα βρού­με τε­λι­κά τον τρό­πο να ε­πι­κοι­νω­νή­σου­με ζω­ντα­νά σε νέ­ες κοι­νό­τη­τες, μα­κριά απ’ το βου­η­τό των σχέ­σε­ων, αλ­λη­λε­ξαρ­τή­σε­ων, αλ­λη­λε­πι­δρά­σε­ων και ψευ­δο­α­ντι­πα­ρα­θέ­σε­ων της εκ­συγ­χρο­νι­στι­κής κυ­βερ­νη­τι­κής, α­ντι­κυ­βερ­νη­τι­κής και «α­ρι­στε­ρής» κα­θη­με­ρι­νό­τη­τος.


Μι­κρά και κοι­νό­το­πα Ι.
17 Νο­εμ­βρί­ου 1997 .
Με­τα­ξύ τους το ο­μο­λο­γούν ό­λοι.


Κά­θε 17 Νο­έμ­βρη, τα τε­λευ­ταί­α χρό­νια ι­διαί­τε­ρα, στή­νε­ται το ί­διο σκη­νι­κό για το ί­διο έρ­γο. Ί­διοι οι σκη­νο­θέ­τες, ί­διοι οι πρω­τα­γω­νι­στές, ί­διοι οι η­θο­ποιοί, ί­διοι κο­μπάρ­σοι, ί­διοι οι προ­στά­τες και οι «ε­πα­να­στά­τες». Ί­διοι ό­λοι. Ας εί­ναι και δια­φο­ρε­τι­κοί.


Ί­διο και το κοι­νό. Α­πό σε­βά­σμιους α­γω­νι­στές, ( που δεν το βά­ζουν κά­τω και ελ­πί­ζουν το α­νέλ­πι­στο) και ευαί­σθη­τους πο­λί­τες ό­λων των η­λι­κιών, μέ­χρι με­τα­φε­ρό­με­νους κλα­κα­δό­ρους χει­ρο­κρο­τη­τές των «βα­θειά συ­γκι­νη­μέ­νων» έ­ρη­μων κι α­πρό­σω­πων εκ­προ­σώ­πων τους.


Και α­πό κά­ποιους δε­κα­ε­ξά­ρη­δες, (που κα­τά ή κό­ντρα στον Διο­νύ­ση Σαβ­βό­που­λο «μας γα­μούν τα Λύ­κεια» τοις «κά­ποιων» ρή­μα­σι πει­θό­με­νοι), μέ­χρι τους φι­λό­δο­ξους φε­ρέλ­πι­δες νε­ο­λαί­ους της Ε­ΦΕ­Ε, που η ε­πε­τεια­κή δια­φω­νί­α τους στη δια­μόρ­φω­ση -ε­πι­τέ­λους- μιας κοι­νής θέ­σης, (στην ο­ποί­α ε­ντού­τοις η μι­ζέ­ρια της συ­γκε­κρι­μέ­νης κα­θη­με­ρι­νής πο­λι­τι­κής, κοι­νω­νι­κής και πο­λι­τι­σμι­κής πραγ­μα­τι­κό­τη­τας θα ο­δη­γού­σε σή­με­ρα α­κό­μα και τυ­φλούς και κω­φά­λα­λους με στοι­χειώ­δη λο­γι­κή), τους κα­τέ­στη­σε και πά­λι α­πό­ντες.


Και μέ­σα σ’ ό­λους αυ­τούς και κά­ποιους α­πό μας, που η ζω­ή μας έ­τα­ξε να προ­σπα­θού­με να γε­φυ­ρώ­σου­με τις α­νύ­παρ­κτες και α­νυ­πό­στα­τες στην θε­ω­ρί­α και την συ­γκε­κρι­μέ­νη πρά­ξη, αλ­λά έ­ντο­να «φαι­νό­με­νες» και κα­τάλ­λη­λα υ­πο­δαυ­λι­ζό­με­νες και διο­γκω­μέ­νες δια­φο­ρές τους, για να προ­στα­τεύ­σου­με(μα­κά­ρι να το μπο­ρού­σα­με) κά­τι α­πό το νό­η­μα της 17 Νο­έμ­βρη του ’73 και μα­ζί μ’ αυ­τό και το σπί­τι μας, το Πο­λυ­τε­χνεί­ο.


Τις ί­διες μέ­ρες, στα «πα­ρά­θυ­ρα» και τις τη­λε­ο­πτι­κές και άλ­λες συ­ζη­τή­σεις, οι ί­διοι άν­θρω­ποι, (αλ­λά και κά­ποιοι «δι­κοί»μας που πα­γι­δεύ­ο­νται για να προσ­δώ­σουν στις ε­πε­τεια­κές εκ­πο­μπές κά­ποια ψήγ­μα­τα α­ξιο­πι­στί­ας, πι­στεύ­ο­ντας κα­λο­προ­αί­ρε­τα ό­τι στα δευ­τε­ρό­λε­πτα της συ­μπλη­ρω­μα­τι­κής στα δια­φη­μι­στι­κά μη­νύ­μα­τα πα­ρέμ­βα­σής τους θα μπο­ρέ­σουν να πουν την α­λή­θεια τους), δί­νουν την πα­ρά­στα­σή τους.


Μει­λί­χιοι, σο­βα­ροί, α­νε­κτι­κοί φω­τι­σμέ­νοι, βα­θύ­τα­τα εκ­συγ­χρο­νι­σμέ­νοι οι μεν, δι­η­γού­νται, α­να­πο­λούν, αλ­λη­λο­συ­μπλη­ρώ­νο­νται και κα­μώ­νο­νται ό­τι «τα στερ­νά τους τι­μούν τα πρώ­τα», με­ταλ­λάσ­σο­ντας το ό­ρα­μα του ’73 για μια Ελ­λά­δα ε­λεύ­θε­ρη, α­νε­ξάρ­τη­τη, δη­μο­κρα­τι­κή και κοι­νω­νι­κά δί­καια, στο ό­ρα­μα της ο­μα­λής και α­ντί πά­σης θυ­σί­ας έ­γκαι­ρης προ­σχώ­ρη­σής μας στην Οι­κο­νο­μι­κή Νο­μι­σμα­τι­κή Έ­νω­ση της Ευ­ρώ­πης των Κε­ντρι­κών Τρα­πε­ζών, των χρη­μα­τι­στη­ρί­ων και της α­σύ­δο­της πα­γκο­σμιο­ποι­η­μέ­νης α­γο­ράς.
Οι άλ­λοι, οι «δι­κοί»μας, βέ­βαιοι (προς τα έ­ξω του­λά­χι­στον) για την δι­κή τους α­πό­λυ­τη α­λή­θεια, ε­ρι­στι­κοί και α­με­τα­κί­νη­τοι, δια­σταυ­ρώ­νουν με­τα­ξύ τους κυ­ρί­ως τα ξί­φη των στιγ­μιαί­ων και α­πλο­ϊ­κών (λό­γω «πε­ριο­ρι­σμέ­νου τη­λε­ο­πτι­κού χρό­νου») ε­πι­χει­ρη­μά­των τους, κά­νο­ντας τους ό­σους α­πέ­μει­ναν τη­λε­θε­α­τές, να προ­τι­μούν εν τέ­λει τα χα­μό­γε­λα και τα ε­ξώ­φυλ­λα των υ­πο­ψη­φί­ων δη­μάρ­χων, που σε τε­λευ­ταί­α α­νά­λυ­ση εί­ναι πιο ευ­κο­λο­χώ­νευ­τα, απ’ τις α­τεκ­μη­ρί­ω­τες αρ­κε­τά χρό­νια τώ­ρα μο­νο­μα­νί­ες των ά­πει­ρων κομ­μα­τιών, της «πραγ­μα­τι­κής», της «άλ­λης», της «μό­νης», της «ε­πα­να­στα­τι­κής», της «ε­ναλ­λα­κτι­κής», της «οι­κο­λο­γι­κής» κλ.π. α­ρι­στε­ράς.


Αλ­λά, ο λα­ός μας και τα πε­ρί­που συ­νο­μή­λι­κά μας παι­διά του «ε­λεύ­θε­ρου θε­ά­τρου» το εί­χαν πει και τό ‘χαν τρα­γου­δή­σει: «Ε­δώ ο κό­σμος χά­νε­ται….κι ε­σύ χτε­νί­ζε­σαι»


Μι­κρά και κοι­νό­το­πα Ι­Ι . Τα μέ­σα πα­ρα­γω­γής σή­με­ρα.


Συ­νέ­χεια απ’ τα προ­η­γού­με­να μι­κρά και κοι­νό­το­πα.
Για­τί ε­μείς «χτε­νι­ζό­μα­στε»;
Διό­τι, (με βά­ση και τη με­θο­δο­λο­γί­α των «Ο­λο­κλη­ρω­μέ­νων Α­πο­δό­σε­ων» που ε­πι­χεί­ρη­σα να τεκ­μη­ριώ­σω στο προ­η­γού­με­νο τεύ­χος στο πα­ρά­δειγ­μα της α­νά­λη­ψης της Ο­λυ­μπιά­δας α­πό την Ελ­λά­δα), συ­νή­θως α­να­μα­σού­με για ευ­κο­λί­α μας, σε άλ­λες, τις ση­με­ρι­νές δη­λα­δή, πο­λι­τι­κές, κοι­νω­νι­κές, οι­κο­νο­μι­κές και πο­λι­τι­σμι­κές -το κυ­ριό­τε­ρο- συν­θή­κες, θε­ω­ρί­ες που θα πρε­πε με διε­πι­στη­μο­νι­κή σο­βα­ρό­τη­τα και ο­λι­στι­κή ο­πτι­κή να ε­πα­νε­ξε­τά­σου­με α­πό και­ρό.
Συ­γκε­κρι­μέ­να, τι ση­μαί­νει ά­ρα­γε σή­με­ρα, την ε­πο­χή της με­τα­βιο­μη­χα­νι­κής πλη­ρο­φο­ρι­κής ε­πα­νά­στα­σης και του πα­γκό­σμιου χω­ριού «η κα­το­χή και η ι­διο­κτη­σί­α των μέ­σων πα­ρα­γω­γής»; Ποια εί­ναι τα μέ­σα πα­ρα­γω­γής σή­με­ρα; Ποια εί­ναι η «τι­μή», ποιά η «α­ξί­α» και ποια η «ση­μα­σί­α» τους στην πα­ρα­γω­γι­κή δια­δι­κα­σί­α; Και μά­λι­στα σε ποια πα­ρα­γω­γι­κή δια­δι­κα­σί­α, με ποιου τύ­που πα­ρα­γω­γι­κές σχέ­σεις;


Η ο­λι­στι­κή προ­σέγ­γι­σή μου, με βά­ση ό­μως την ει­δι­κό­τε­ρη ε­πι­στη­μο­νι­κή ο­πτι­κή και τα α­ντι­κει­με­νι­κά πε­ριο­ρι­σμέ­να με­θο­δο­λο­γι­κά ερ­γα­λεί­α της γνω­στι­κής μου υ­πο­δο­μής θα μπο­ρού­σε να δο­θεί με το πα­ρα­κά­τω α­πλό πα­ρά­δειγ­μα.


Ό­λο και πε­ρισ­σό­τε­ροι ερ­γα­ζό­με­νοι στο ο­ρα­τό μέλ­λον θα «τη­λε­-ερ­γά­ζο­νται» α­πό το σπί­τι ή το ε­ξο­χι­κό τους, αιχ­μά­λω­τοι της ι­διω­τι­κό­τη­τας, της μο­να­ξιάς, του υ­πο­λο­γι­στι­κού τους συ­στή­μα­τος και της α­κου­στι­κής και ο­πτι­κής του τη­λε­πι­κοι­νω­νί­ας μέ­σω κά­ποιου ό­λο και πε­ρισ­σό­τε­ρο ι­διω­τι­κού και ε­μπο­ρευ­μα­τι­κού δι­κτύ­ου.


Τα βα­σι­κά μέ­σα πα­ρα­γω­γής θα εί­ναι κυ­ρί­ως δι­κά τους και ό­λο πιο φθη­νά στην αρ­χι­κή τους κτή­ση. Έ­νας κα­λός η­λε­κτρο­νι­κός υ­πο­λο­γι­στής σή­με­ρα και πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο αύ­ριο θα εί­ναι ό­λο και πιο προ­σι­τός στον κά­θε ερ­γα­ζό­με­νο, για­τί εκ πρώ­της ό­ψε­ως οι­κο­νο­μι­κά το κό­στος του θα πέ­φτει, ε­νώ η δυ­να­μι­κό­τη­τα, η χω­ρη­τι­κό­τη­τα και η τα­χύ­τη­τά του θα με­γα­λώ­νει.


Πα­ράλ­λη­λα, η μυ­θο­ποί­η­ση των πε­ρί­που «μα­γι­κών» ι­κα­νο­τή­των του θα γι­γα­ντώ­νε­ται, ό­σο α­μόρ­φω­τοι και α­πο­λί­τι­στοι εκ­συγ­χρο­νι­στές που θέ­λουν να φαί­νο­νται πά­ντα στην πρω­το­πο­ρί­α των συρ­μών, θα μη­ρυ­κά­ζουν στα μέ­σα μα­ζι­κής ε­πι­κοι­νω­νί­ας, αλ­λά και θα θε­σμο­θε­τούν τις ε­πι­τα­γές της πα­γκο­σμιο­ποι­η­μέ­νης α­γο­ράς: ό­τι η παι­δεί­α-πο­λι­τι­σμός εί­ναι πια πο­λύ α­κρι­βή, μη α­πο­δο­τι­κή και α­χρεί­α­στη -ως κυ­ρί­ως δη­μό­σια-, ε­νώ η τε­χνι­κή ε­παγ­γελ­μα­τι­κή κα­τάρ­τι­ση και η μη­χα­νι­στι­κή εκ­μά­θη­ση χρή­σης μο­ντέρ­νων ερ­γα­λεί­ων τε­χνο­λο­γιών αιχ­μής, (χω­ρίς την α­πα­ραί­τη­τη πρω­ταρ­χι­κά βα­θειά γνώ­ση των φυ­σι­κών, κοι­νω­νι­κο­οι­κο­νο­μι­κών και πο­λι­τι­σμι­κών με­γε­θών και φαι­νο­μέ­νων και των πο­λυ­διά­στα­των δια­λε­κτι­κών τους σχέ­σε­ων αλ­λη­λε­ξαρ­τή­σε­ων και αλ­λη­λε­πι­δρά­σε­ων), α­πο­τε­λούν τη μό­νη πραγ­μα­τι­κή και «α­πο­δο­τι­κή» πρό­ο­δο.


Η α­γο­ρά και οι θε­λη­μέ­νοι ή α­φε­λείς και α­θέ­λη­τοι α­πο­λο­γη­τές της πα­ρα­λεί­πουν ό­μως να πουν ό­τι οι ευ­τυ­χείς κά­το­χοι και ι­διο­κτή­τες των μέ­σων πα­ρα­γω­γής της ά­νε­της τη­λε­ερ­γα­σί­ας τους θα εί­ναι πλέ­ον διά βί­ου α­το­μι­κά υ­πεύ­θυ­νοι και υ­πό­λο­γοι:


– για τις δα­πά­νες συ­νε­χούς συ­ντή­ρη­σης, ε­πι­διόρ­θω­σης, α­να­βάθ­μι­σης και α­νταλ­λα­γής με­ρών των υ­πο­λο­γι­στι­κών συ­στη­μά­των τους,
– για τις δα­πά­νες α­σφά­λειας και α­σφά­λι­σής τους,
– για τις δα­πά­νες της διαρ­κούς τους εκ­παί­δευ­σης,
– για τις δα­πά­νες της διαρ­κούς τε­χνι­κής ε­νη­μέ­ρω­σής τους,
– για τις ε­ξα­το­μι­κευ­μέ­νες δα­πά­νες των δι­κτυα­κών και δια­δι­κτυα­κών τη­λε­πι­κοι­νω­νια­κών δια­συν­δέ­σε­ών τους (ε­νοί­κια, τη­λε­πι­κοι­νω­νια­κοί λο­γα­ρια­σμοί),
-για τις δα­πά­νες α­πό­κτη­σης των προς ε­πε­ξερ­γα­σί­α και α­νά­λυ­ση πρω­το­γε­νών δε­δο­μέ­νων και πλη­ρο­φο­ριών ει­δι­κών βά­σε­ων γνώ­σης, στα­τι­στι­κών, με­τε­ω­ρο­λο­γι­κών, δο­ρυ­φο­ρι­κών τη­λε­πι­σκο­πι­κών, χαρ­το­γρα­φι­κών, κλ.π. στοι­χεί­ων και το κυ­ριό­τε­ρο,
-για τις α­πρό­βλε­πτες και α­νυ­πο­λό­γι­στης ση­μα­σί­ας «δα­πά­νες», σε οι­κο­νο­μι­κό κοι­νω­νι­κό και πο­λι­τι­σμι­κό ε­πί­πε­δο, α­πό τις συ­νέ­πειες της ε­ξα­το­μι­κευ­μέ­νης ι­διω­τι­κο­ποί­η­σης των πα­ρα­γω­γι­κών και κατ’ ε­πέ­κτα­ση των κοι­νω­νι­κών σχέ­σε­ων.


Και ό­λα αυ­τά, χω­ρίς να έ­χουν την τύ­χη να δια­βά­σουν σε κά­ποιο τοί­χο των Ε­ξαρ­χεί­ων, κά­νο­ντας μί­α βόλ­τα ή πη­γαί­νο­ντας στην τέ­ως πα­ρα­δο­σια­κή δου­λειά τους, δί­πλα απ’ το «Και τα αυ­τιά έ­χουν τοί­χους» το σο­φό: «Ο πο­λι­τι­σμός σας τε­λειώ­νει ό­ταν πέ­σει το ρεύ­μα».


Έ­να α­να­λο­γι­κό ι­σο­δύ­να­μο των πα­ρα­πά­νω στην ση­με­ρι­νή κα­θη­με­ρι­νή μας ζω­ή εί­ναι ό­τι ζού­με πια για να μπο­ρού­με, (αν το κα­τα­φέρ­νου­με), να πλη­ρώ­νου­με τους λο­γα­ρια­σμούς:


– του ε­νοι­κί­ου ή της συ­ντή­ρη­σης, της ε­πι­διόρ­θω­σης, της α­σφά­λι­σης, της ι­διω­τι­κής α­στυ­νο­μι­κής προ­στα­σί­ας της τυ­χόν ι­διό­κτη­της κα­τοι­κί­ας μας,
– των πά­σης φύ­σε­ως δα­πα­νών, χρή­σης των δι­κτύ­ων, (ό­λο και πε­ρισ­σό­τε­ρο ι­διω­τι­κο­ποιη­μέ­νων), κοι­νής ω­φε­λεί­ας,

  • των δα­πα­νών της κατ’ ευ­φη­μι­σμόν δω­ρε­άν παι­δεί­ας στα φρο­ντι­στή­ρια και τα μη δη­μό­σια δή­θεν ευ­ρω­πα­ϊ­κά και δή­θεν πα­νε­πι­στή­μια,
  • της ό­λο και αυ­ξα­νό­με­νης συμ­με­το­χής μας στις δα­πά­νες ια­τρι­κής, νο­ση­λευ­τι­κής και φαρ­μα­κευ­τι­κής μας πε­ρί­θαλ­ψης,
    -της κοι­νω­νι­κής μας α­σφά­λι­σης, (δη­μο­σί­ας και για κα­λό και για κα­κό και ι­διω­τι­κής), αλ­λά και
    • των δα­πα­νών ά­σκη­σης του ε­παγ­γέλ­μα­τός μας, κλη­ρο­δο­τώ­ντας στους ε­πι­γό­νους μας την υ­πο­χρέ­ω­ση με­τα­ξύ άλ­λων, κα­τα­βο­λής του ε­νοι­κί­ου για τρί­α ή πε­ρισ­σό­τε­ρα χρό­νια… της τε­λευ­ταί­ας μας κα­τοι­κί­ας.
      Και παρ’ ό­λα αυ­τά ε­ξα­κο­λου­θού­με να δια­φω­νού­με για το τι πρέ­πει ό­λοι μα­ζί να κά­νου­με, α­φή­νο­ντας τους εκ­συγ­χρο­νι­στές κε­ντρο­α­ρι­στε­ρούς, κε­ντρο­δε­ξιούς και κε­ντρο­κε­ντρώ­ους να μας ο­δη­γούν, χω­ρίς κα­μί­α α­ντί­στα­ση, με το ευ­ρω­πα­ϊ­κό μο­νο­διά­στα­τα οι­κο­νο­μι­κό ό­χη­μα της κυ­ριαρ­χί­ας της πα­γκο­σμιο­ποι­η­μέ­νης α­γο­ράς, μέ­σω του τέ­λους της παι­δεί­ας και του πο­λι­τι­σμού (1), στο τέ­λος της ι­στο­ρί­ας.
      Με πολ­λούς τρό­πους, πολ­λά χρό­νια και α­πό πολ­λά βή­μα­τα, (α­κό­μα και α­πό το «Άρ­δην») υ­πο­στή­ρι­ξα την α­δή­ρι­τη πλέ­ον α­νά­γκη ε­νός τί­μιου, α­νοι­χτό­μυα­λου, αλ­λά και α­πο­τε­λε­σμα­τι­κού κοι­νω­νι­κού δια­λό­γου πο­λι­τι­κής ε­νό­τη­τας, στο ε­πί­πε­δο του ε­λά­χι­στου κοι­νού πα­ρο­νο­μα­στή θε­ω­ρί­ας και πρά­ξης, ό­λων ό­σων, με τον έ­να ή άλ­λο τρό­πο, του­λά­χι­στον α­ντι­τί­θε­νται, με­τά λό­γου γνώ­σης και ό­χι τυ­φλά και α­νεύ­θυ­να, σ’ αυ­τή τη ζο­φε­ρή προ­ο­πτι­κή.
      Σ’ αυ­τόν το δύ­σκο­λο, αλ­λά πο­λύ­τι­μο και μα­κρυά απ’ τα φώ­τα της μαυ­λι­στι­κής και πο­λι­τι­κά ε­μπο­ρευ­μα­τι­κής δη­μο­σιό­τη­τας διά­λο­γο, θα προ­σπα­θού­σα, πριν απ’ ό­λα, να τεκ­μη­ριώ­σω την δρα­μα­τι­κή ε­πι­κιν­δυ­νό­τη­τα του ε­φη­συ­χα­σμού και του κε­νού πο­λι­τι­κής, που μπο­ρούν να εκ­θρέ­ψουν, (ό­σο βα­θαί­νουν τα χά­σμα­τα, οι δια­χω­ρι­σμοί και οι α­νι­σό­τη­τες στην κοι­νω­νί­α των δύ­ο τρί­των), α­κραί­α φαι­νό­με­να και πρα­κτι­κές, τα ο­ποί­α ό­μως με τη σει­ρά τους θα συ­ντη­ρούν, θα α­να­πα­ρά­γουν και θα νο­μι­μο­ποιούν τις ση­με­ρι­νές ε­ξου­σί­ες δια­χεί­ρι­σης της κρί­σης και τις κα­τα­στρο­φι­κές πο­λι­τι­κές τους.

Μι­κρά και κοι­νό­το­πα Ι­Ι­Ι.


Η σο­φί­α των πραγ­μα­τι­κών α­γω­νι­στών.


Σε μια απ’ τις κα­λές εκ­πο­μπές της τη­λε­ό­ρα­σης,(για­τί υ­πάρ­χουν και τέ­τοιες), α­πό­λαυ­σα τις μέ­ρες αυ­τές με σε­βα­σμό και ε­κτί­μη­ση, τη σο­φί­α, την η­πιό­τη­τα, την προ­σή­νεια, τη διαλ­λα­κτι­κό­τη­τα, τη σε­μνό­τη­τα, την α­πο­φα­σι­στι­κό­τη­τα αλ­λά και το ή­θος πραγ­μα­τι­κών η­ρώ­ων και α­γω­νι­στών της ε­θνι­κής α­ντί­στα­σης, που ε­ξα­κο­λου­θούν νά ‘ναι πο­λύ πιο νέ­οι, ά­ξιοι και δυ­να­μι­κοί στα ε­βδο­μή­ντα τους, απ’ ό­τι πολ­λοί, οι πε­ρισ­σό­τε­ροι α­πό μας.


Και μεις, της γε­νιάς μας, εί­χα­με το προ­νό­μιο, την τύ­χη και την τι­μή, να συμ­με­ρι­στού­με τα ο­ρά­μα­τά τους, να τους γνω­ρί­σου­με, να γί­νου­με φί­λοι και συ­να­γω­νι­στές με πολ­λούς απ’ αυ­τούς, και να τους έ­χου­με α­κό­μη σαν πο­λύ­τι­μο πα­ρά­δειγ­μα και στα­θε­ρή α­να­φο­ρά α­νε­κτί­μη­της α­ξί­ας.


Αν ε­μείς δεν κα­τα­φέ­ρου­με να στα­θού­με στο ύ­ψος των πε­ρι­στά­σε­ων στις ση­με­ρι­νές, α­να­λο­γι­κά ί­διες, συν­θή­κες μ’ αυ­τές που αυ­τοί τό­τε έ­κα­ναν το χρέ­ος τους, τι θα πού­με και τι θ’ α­φή­σου­με στα παι­διά μας;


Αυ­τά, και πα­ρα­δί­νο­μαι ε­θε­λο­ντι­κά, στη χλεύ­η των εκ­συγ­χρο­νι­στών, που δεν έ­χουν πια χρό­νο και δεν βρί­σκουν στην τύρ­βη του τρε­χα­λη­τού τους, πε­ρι­θώ­ριο να συ­γκι­νη­θούν μ’ αυ­τά που εί­παν και εν­νο­ού­σαν ο α­κρι­βός φί­λος Μα­νώ­λης Γλέ­ζος, ο κα­πε­τά­νιος Πε­ρι­κλής, ο Πρό­ε­δρος της Ε­νω­μέ­νης Ε­θνι­κής Α­ντί­στα­σης, η πραγ­μα­τι­κή κυ­ρί­α της ε­θνι­κής α­ντί­στα­σης, και ο α­ξιω­μα­τι­κός του Ελ­λη­νι­κού Στρα­τού που τί­μη­σε τον όρ­κο του, δεν πα­ρα­δό­θη­κε και βγή­κε στο βου­νό, άν­θρω­ποι, ω­ραί­οι, «δι­κοί» μας, δι­πλα­νοί μας, έ­τοι­μοι να κά­νουν και πά­λι το χρέ­ος τους, χω­ρίς τί­πο­τε σή­με­ρα πια να τους χω­ρί­ζει.

Δημήτρης Ρό­κος 27.11.97

(1) Δες Δ. Ρό­κος, «Το τέ­λος του Πα­νε­πι­στη­μί­ου(;)»
(2) «Ου­το­πί­α», τ.24 Μάρ­τιος Α­πρί­λιος 1997.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek