του Μάκη Ανδρονόπουλου από το SLPRESS

«Τα τελευταία 200 χρόνια η Ελλάδα ήταν στην πρώτη γραμμή της εξέλιξης της Ευρώπης. Στη δεκαετία του 1820, στη διάρκεια του αγώνα για την ανεξαρτησία από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, η Ελλάδα έγινε ένα πρώιμο σύμβολο δραπέτευσης από τη φυλακή της αυτοκρατορίας» (άρθρο του Βρετανού ιστορικού Μαρκ Μαζάουερ που πρωτοδημοσιεύτηκε το 2011 στους New York Times).

Είναι λυπηρό που η συγκρότηση αντιτουρκικού μετώπου στον Αραβικό Κόσμο συντελείται με πρωτοβουλία του Ισραήλ και όχι της Ελλάδας. Είναι πάντως εντυπωσιακή η δυναμική του μετώπου, όπως φάνηκε από τη συμφωνία του Ισραήλ με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και από την επικείμενη αποστολή μαχητικών F-16 Block 60 της πολεμικής αεροπορίας τoυ Άμπου Ντάμπι στη βάση της Σούδας για κοινές ασκήσεις με την Ελλάδα.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η χώρα μας δεν είχε κανένα λόγο να πέσει στην παγίδα του διαλόγου που ετοίμαζε το Βερολίνο για τις 28 Αυγούστου. Ο όρος που είχε θέσει ο Έλληνας πρωθυπουργός για αποχώρηση του Oruc Reis ήταν ελάσσων, προσχηματικός και ήταν ένα είδος προαναγγελίας πρόθεσης επικίνδυνου συμβιβασμού με τον τουρκικό επεκτατισμό, για την ακρίβεια εθνικών υποχωρήσεων. Το άλλοθι του διαλόγου και των ανοιχτών γραμμών επικοινωνίας έχει εξαντλήσει τη δυναμική του και τη σοβαρότητά του.

Ευτυχώς που η υπογραφή της ελληνοαιγυπτιακής συμφωνίας για τη μερική οριοθέτηση ΑΟΖ προκάλεσε την αντίδραση της αδηφάγου Τουρκίας, η οποία ακύρωσε τις διαπραγματεύσεις και ξανάστειλε το Oruc Reis νότια του Καστελλόριζου, σε δυνητική ελληνική ΑΟΖ. Η Αθήνα πρέπει να αποφύγει τις διαπραγματεύσεις με την Άγκυρα με τους γνωστούς τουρκικούς όρους, τους οποίους και προσπαθεί να επιβάλει και το Βερολίνο.

Θυμίζει Φόρεστ Γκαμπ

Τώρα, ο Μητσοτάκης έχει θέσει ως όρο για να συμμετάσχει σε διάλογο, οι Τούρκοι να σταματήσουν τις προκλητικές ενέργειες και την απειλητική πολεμική ρητορική τους. Θεμιτός ο όρος, αλλά δεν απαντά στην ουσία του το πρόβλημα. Η Ελλάδα το μόνο που έχει να διαπραγματευτεί με την Τουρκία είναι μία συμφωνία οριοθέτησης της ΑΟΖ με όρους διεθνούς δικαίου.

Εάν προχωρήσει ερήμην του ελληνικού λαού σε διαπραγμάτευση επί των επεκτατικών διεκδικήσεων της Άγκυρας θα προκαλέσει μείζον πολιτικό πρόβλημα και αυτό θα φέρει εξελίξεις. Παρά τους κινδύνους της, η σημερινή συγκυρία είναι μία ευκαιρία για μακροπρόθεσμη λύση του νέου Ανατολικού Ζητήματος, που έχει δημιουργήσει με τον επιθετικό επεκτατισμό της η νεοοθωμανική Τουρκία.

Η μεγάλη κινητικότητα που έχει επιδείξει η ελληνική διπλωματία, όμως, δεν είναι προς τη σωστή κατεύθυνση. Για την ακρίβεια, θυμίζει τον Φόρεστ Γκαμπ, που έτρεχε χωρίς σκοπό! Η απουσία εθνικής στρατηγικής είναι εμφανής και επικίνδυνη. Μόνη κρυφή ελπίδα το όχι και τόσο πιθανό ενδεχόμενο η Ελλάδα να συμμετέχει, με μυστική διπλωματία, στο εγχείρημα της συγκρότησης ενός αντιτουρκικού μετώπου στην περιοχή.

Η εκδίκηση του Ερντογάν για το στραπατσάρισμα της φρεγάτας “Κεμάλ Ρέις” με την ανακοίνωση της μετατροπής σε τζαμί της “Μονής της Χώρας” δεν πρέπει να μας ανησυχεί. Εκείνο που πρέπει να μας ανησυχεί είναι η επικείμενη παράδοση από τους Γερμανούς έξι υποβρυχίων Stealth στην Τουρκία, γεγονός προκλητικό για τη χρονική συγκυρία της κίνησης αυτής. Το δεύτερο που πρέπει να μας ανησυχεί είναι η πιθανολογούμενη προμήθεια νέων συστοιχιών S-400 από τη Ρωσία. Οι δύο αυτές εξελίξεις είναι δραματικά επικίνδυνες.

Ανάγκη για αντιτουρκικό μέτωπο

Ο ελληνικός λόγος πρέπει να σκληρύνει αισθητά! Είχαμε προτείνει (από το 2019) πως κάθε φορά που θέλουμε να πούμε κάτι για την Τουρκία πρέπει να ξεκινάμε με την εξής διατύπωση: «η χώρα αυτή τελεί υπό ένα αυταρχικό καθεστώς που έχει 60.000 πολιτικούς φυλακισμένους και 10.000 εξαφανισμένους, είναι εισβολέας στην Κύπρο, στο Ιράκ και στη Συρία, τη Λιβύη, χρηματοδοτεί και εκπαιδεύει τζιχαντιστές, ενώ έχει εργαλειοποιήσει εκατομμύρια πρόσφυγες και ως εκ τούτου φρονούμε ότι οι εταίροι και φίλοι μας πρέπει να την αντιμετωπίζουν με αυτά τα δεδομένα».

Επιπλέον, «πρόκειται για μια χώρα που παραβιάζει τις διεθνείς συνθήκες με επιθετικό τρόπο γιατί επιδιώκει, όχι μόνο την ανασύσταση με όρους προτεκτοράτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά και την ανάληψη της ηγεσίας του σουνιτικού Ισλάμ, μαζί με το πυρηνικό Πακιστάν και με χρηματοδότη το Κατάρ. Ήδη έχει προτείνει τη συγκρότηση ισλαμικού στρατού κατά του Ισραήλ, ισλαμικού δηναρίου και ισλαμικής αναπτυξιακής τράπεζας. Οι Ευρωπαίοι πρέπει να αντιληφθούν πως εάν η Τουρκία καταφέρει να ηγηθεί του σουνιτικού Ισλάμ, με την στήριξη του Πακιστάν, θα πνίξει την Ευρώπη στους μετανάστες.

Επίσης, πρέπει να καταλάβουν ότι η περαιτέρω ενίσχυση της τουρκικής πολεμικής βιομηχανίας δεν αποτελεί απλώς έναν ακόμη ανταγωνιστή στις εξαγωγές εξοπλισμών (που θα μπορεί να εξοπλίζει τζιχαντιστές όπου δει), αλλά κι ένα δυνητικό πυρηνικό αντίπαλο. Μια Τουρκία που θα αντλεί ρευστότητα και κεφάλαια από τους ενεργειακούς πόρους της Μεσογείου θα είναι ασυγκράτητη. Στην ουσία, στο πλευρό της Ευρωπαϊκής Ένωσης δημιουργείται ταχύτατα μια μεγάλη γεωπολιτική απειλή».

Συνεπώς, η ελληνική διπλωματία έχει συμφέρον να μοχλεύσει την συγκρότηση ενός αντιτουρκικού μετώπου με μεσο-μακροπρόθεσμη στρατηγική. Πάνω σε τέτοιους όρους πρέπει να οικοδομηθεί το διπλωματικό μας δόγμα και να ξυπνήσει τους μεταπράτες της ΕΕ από τον γεωπολιτικό τους λήθαργο. Ταυτόχρονα, πρέπει να αναδειχθεί μια ελληνική δυνατότητα διαμεσολάβησης στις σχέσεις Ιράν-Ισραήλ (αν και ο Μητσοτάκης μπορεί και να “έκαψε” αυτή τη δυνατότητα) και σε άλλα καυτά μέτωπα (Παλαιστινιακό και Χεζμπολάχ).

Το τουρκικό imperium

Η Τουρκία δεν είναι μια αναθεωρητική δύναμη, αλλά νεο-ιμπεριαλιστικό κράτος που γράφει στα παλαιότερα των υποδημάτων της τις διεθνείς συνθήκες. Ο Κεμάλ είχε εγείρει αξιώσεις για το Σαντζάκι της Αλεξανδρέττας (Ισκεντερούν) που αποτελούσε μέρος της γαλλικής Συρίας και επιδίωκε την προσάρτησή του το 1935, όταν θα έληγε η εντολή της Κοινωνίας του Εθνών.

Για να το επιτύχει εφηύρε μια απίστευτη θεωρία για το “Θέμα του Χατάι”, που έχει ιδιαίτερη σημασία για εμάς ως μέθοδος προώθησης του τουρκικού imperium. Υπονόησε πως πρόκειται για την περιοχή των αρχαίων Χετταίων (προφανώς “προγόνων” των Τούρκων!) που πρέπει να ανήκει στην Τουρκία. Με συστηματικούς εποικισμούς, πέτυχε την αναγνώρισή του ως αυτόνομο κράτος ενσωματωμένο στη Συρία (1937). Και κατόπιν δημοψηφίσματος προσάρτησε την περιοχή της Αλεξανδρέττας στην Τουρκία (1939). Αργότερα είχαμε την εισβολή στην Κύπρο, τις αμφισβητήσεις στο Αιγαίο και τώρα πια τις βλέψεις σε όλη την Ανατολική Μεσόγειο με το δόγμα της “Γαλάζιας Πατρίδας”.

Το ιδεολόγημα του νεοοθωμανισμού, όπως στην πράξη το εφαρμόζει ο Ερντογάν, ήρθε να καταδείξει πως η ανεξαρτησία της Ελλάδας και άλλων χωρών που ανήκαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν έλυσαν οριστικά το Ανατολικό Ζήτημα. Η ολική επαναφορά του σχετίζεται με τρεις πτυχές:

  • Πρώτον, με τις επεκτατικές δράσεις της Τουρκίας, οι οποίες κλιμακώθηκαν επί του καθεστώτος Ερντογάν.
  • Δεύτερον, με το Μεσανατολικό, αφ’ ενός με τις επεμβάσεις της Δύσης, αφ’ ετέρου με την ίδρυση του Ισραήλ.
  • Τρίτον, με το εσωτερικό ζήτημα της Μικράς Ασίας, κυρίαρχη, αλλά όχι μοναδική, πτυχή του οποίου είναι το Κουρδικό.

Το νέο Ανατολικό Ζήτημα

Το 1920 ο πληθυσμός της Τουρκίας ήταν 9,5 εκατομμύρια περίπου, εκ των οποίων μόνο τα 2,5 ήταν Τούρκοι Οσμανλίδες και οι υπόλοιποι εκτός από Έλληνες, Αρμένιους και Κούρδους, ήταν αρχαίοι λαοί της Μικράς Ασίας, Κιργίσιοι, Ουζμπέκοι κ.ά. Εκτός από τις γενοκτονίες των Αρμενίων και των Ελληνοποντίων και από την ανταλλαγή πληθυσμών μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, έγινε κι ένας συστηματικός και βίαιος εκτουρκισμός των εθνοτικών και θρησκευτικών ομάδων από τους Νεότουρκους και το κεμαλικό καθεστώς.

Την περίοδο των τουρκικών προσπαθειών για ένταξη στην ΕΕ επήλθε μια φάση φιλελευθερισμού που ευνόησε την έκφραση αυτών των λαών και την αναζήτηση ταυτότητας. Θυμάστε που η Βιργινία Τσουδερού είχε κάνει λόγο για 500.000 κρυπτοχριστιανούς, πέραν των Κούρδων και των Αλεβιτών που αποτελούν τις δύο καταπιεσμένες πολιτικά πολυπληθείς ομάδες. Στο πλαίσιο αυτής της αναδυόμενης πραγματικότητας ορισμένοι Τούρκοι θεωρητικοί έφτασαν να εισηγηθούν την ομοσπονδοποίηση της Τουρκίας.

Ο Ερντογάν υιοθέτησε τη βία και τις διώξεις και στη συνέχεια την επιβολή ενός ισλαμισμού με οσμή τζιχαντισμού. Όλα τα παραπάνω συγκροτούν το νέο Ανατολικό Ζήτημα. Η συγκρότηση αντιτουρκικού μετώπου, με την σύμπραξη της Ελλάδας, της Κύπρου, της Γαλλίας, του Ισραήλ και βέβαια αραβικών κρατών (Αίγυπτος, Εμιράτα και Σαουδική Αραβία, ίσως Ιορδανία και Ιράκ) ευνοεί μία οριστική λύση. Αυτό δεν μπορεί να γίνει με διαλόγους. Ο ίδιος ο Ερντογάν είχε δηλώσει πως «η Τουρκία ή θα χάσει εδάφη ή θα κερδίσει».

Συνεπώς, η Τουρκία πρέπει να χάσει εδάφη (Κουρδιστάν) για να τεθεί σε κίνηση η ιστορική διαδικασία εσωτερικής της αναδιάταξης, γεγονός που θα επιτρέψει και την διευθέτηση του ευρύτερου ζητήματος της Μέσης Ανατολής. Η Ελλάδα τώρα πλέον πρέπει να αρχίσει να θέτει επίσημα το Κουρδικό, την συστηματική παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ίσως και το ζήτημα των Αλεβιτών.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek