του Σ. Χ., από το Άρδην τ. 4 Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 1996

Κασγκάρ, στην καρδιά της περιοχής που ήταν παλιότερα γνωστή µε την ονομασία κινέζικο Τουρκμενιστάν. Στη δυτική άκρη της ερήµου Τακλαμακάν, πόλη σταθμός του παλαιού δρόµου του μεταξιού. Φτάνουμε κατάκοποι λίγο πριν πέσει η νύχτα. Ύστερα από σύντομη ανάπαυση βγαίνουµε µια βόλτα στην πόλη. Στο ιστορικό της κέντρο δεσπόζει το µεγάλο τζαμί Ίντι Κά, ο κόσμος βγαίνει ήσυχα από τη µεγάλη πύλη και σκορπίζεται στο πάρκο που είναι μπροστά της. Πηγαδάκια γύρω απὀ τα συντριβάνια, πάνω στη χλόη, δίπλα στα παγκάκια. Απέναντι ακριβώς από το τζαμί βρίσκεται η µεγάλη σκεπαστή αγορά της πόλης.

Κάτω από την αψιδωτή τζαµαρία της, µε τους δεκάδες κιτρινισµένους γλόμπους που γύρω τους χοροπηδούν λεφούσια εντόµωγ, τραπέζια, πάγκοι µε κατσαρόλες και πιατικά: τα υπαίθρια φαγάδικα τῆς πόλης. Σε κάθε ένα απ᾿ αυτά µια τηλεόραση στη διαπασών. Οι πελάτες τρώνε κοιτάζοντας συνεπαρµένοι. Διαφορετικά τα προγράµµατα κι ο θόρυβος ανυπόφορος. Καθόμαστε σε µια γωνιά, παραγγέλνουµε κάτι. Το µάτι µου, χωρίς να το θέλω, κολλάει στην οθόνη. Ένα σήριαλ µε μοντέρνα εσωτερικά, όμορφες ξανθές, μελαχρινούς άντρες σε µια πόλη µε κατοικίες που έχουν φόντο τους µιναρέδες των τζαµιών της. Κάποια στιγµή το πρόγραμµα τελειώνει και ξαφνικά οι μισές οθόνες της μεγάλης αγοράς κοκκινίζουν καθώς ξεδιπλώνεται η τουρχική σημαία. Παρακολουθούσαµε ένα πρόγραµµα της δορυφορικής τηλεόρασης της Τουρκίας που πλημμυρίζει µε τις εκποµπές της τους τουρκόφωνους πληθυσμούς της Κεντρικής Ασίας.

Δυο µέρες αργότερα, καθώς περιφέροµαι στο µεγάλο κυριακάτικο παζάρι της Κασγκάρ στο οποίο συρρέουν αγοραστές από όλη σχεδόν την Κεντρική Ασία –τα ρωσικά είναι η τρίτη γλώσσα της πόλης µετά τα κινέζικα καὶ το τοπικό τούρκικο ιδίωµα- ανακαλύπτω κοιτάζοντας τις ετικέτες τους ότι ένα µεγάλο µέρος των προϊόντων που διατίθενται είναι τουρκικής προέλευσης.

Την πέμπτη μέρα της παραµονής µας στο Σιν Τσιάν -όπως λένε οι Κινέζοι την περιοχή του πρώην κινεζικού Τουρκμενιστάν που σηµαίνει νέα εδάφη, μολονότι συγκρούονται σ᾿ αυτή, αιώνες τώρα, µε τα τουρκµενικά φύλα για τον έλεγχό της- φτάνουμε αεροπορικά στο Ουρούμκι, την τοπική πρωτεύουσα. Η πτήση από την Κασγκάρ καθυστέρησε αρκετά λόγω κακοκαιρίας κι όταν προσγειωνόμαστε, το αεροπλάνο µας σταματά δίπλα στο σκάφος των Τουρκικών Αερογραμμών που μόλις έφτασε κι αυτό. Οι μόνες ξένες πτήσεις στο Ουρούμκι προέρχονται από την Μόσχα και την Κωνσταντινούπολη.

Τρεις φορές λοιπόν στη διάρκεια της µετακίνησής µου σ᾿ αυτά τα µέρη ήλθα σ᾿ επαφή µε την τουρκική διείσδυση στην περιοχή, διείσδυση που επακολούθησε της διάλυσης της Σοβιετικής Ένωσης.

Οι συνέπειες της κατάρρευσης της Σοβιετικής Ένωσης

Στο ελληνικό κοινό -αλλά και στο ευρωπαϊκό γενικότερα- η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης αντιμετωπίζεται µόνο από την σκοπιά των γεωπολιτικών εξελίξεων που αφορούν τον ευρωπαϊκό χώρο στην δίνη των οποίων έχει βρεθεί και η χώρα µας.

Αν υπάρχει όμως µια περιοχή στην οποία η κατάρρευση του σοβιετικού κόσμου δημιουργεί ένα κενό µε απρόβλεπτες πολιτικοοικονοµικές εξελίξεις αυτή εἷναι η Κεντρική Ασία στην οποία η εξαφάνιση της Σοβιετικής Ένωσης, από κοινού µετην ισχυροποίηση της Κίνας και την αυξανόμενη ισχύ των μουσουλμανικών στοιχείων, δημιουργεί όλες τις προῦποθέσεις µιας αντιπαράθεσης στην οποία εμπλέκεται και η βασική δύναμη της “νέας παγκόσµιας τάξης πραγμάτων” οι ΗΠΑ, για έναν πολύ συγκεκριµένο λόγο: η περιοχή είναι γεμάτη κοιτάσματα πετρελαίου. Η εκµετάλλευση και η µεταφορά τους αποτελεί το κύριο περιεχόµενο αυτῆς τῆς αντιπαράθεσης.

Ἡ σύγκρουση αυτή ενδιαφέρει κατά κύριο λόγο τη χώρα µας παρά την γεωγραφική απόσταση για έναν πολύ συγκεκριµένο λόγο: στην αντιπαράθεση αυτή συµµετέχει ενεργώς η Τουρκία. Η εξέλιξή της θα έχει συνεπώς σημαντικές επιδράσεις τόσο στη γενικότερη γεωπολιτική σημασία αυτής τῆς χώρας, όσο και στην ίδια την κρατική της υπόσταση.

Ἡ κατανόηση λοιπόν του περιεχοµένου αυτής της λανθάνουσας γεωπολιτικής αναμέτρησης στην Κεντρική Ασία και η στάθµιση των παραγόντων που υπεισέρχονται στα σενάρια των πιθανών εξελίξεών της βοηθούν σημαντικά την εκτίμηση του γενικότερου ρόλου που καλείται να επιτελέσει η Τουρκία και συνεπώς των περιθωρίων άσκησης επιθετικῆς πολιτικῆς και σε έναν άλλο γεωπολιτικό χώρο όπως είναι τα Βαλκάνια.

Ἡ Τουρκία και η Δύση στην Κ. Ασία

Ο γεωπολιτικός ρόλος της Τουρκίας στην περιοχή της Κεντρικής Ασίας υπαγορεύεται τόσο από εξωτερικούς όσο και από εσωτερικούς λόγους.

Βασικός εξωτερικός λόγος είναι η στρατηγικής σημασίας συμµαχία της Τουρκίας µε τις Ηνωμέγες Πολιτείες. Συμμαχία που βρίσκεται πίσω απὀ κάθε σημαντική στρατιωτική και διπλωματική κίνησή της όπως η πρόσφατη συμφωνία µε το Ισραήλ, που αλλάζει πολλά από τα γεωπολιτικά δεδομένα της περιοχής µας.

Στην Κεντρική Ασία, η Τουρκία έχει επιλεγεί να δράσει µεταξύ των άλλων ως εκπρόσωπος των αμερικάνικων και των δυτικών γενικότερα συµφερόντων. Έχει θεωρηθεί ως η κατάλληλη γι αυτό χώρα λόγω των ιστορικών και πολιτιστικών σχέσεών της µε τους λαούς της περιοχής. Τα δυτικά συμφέροντα στην περιοχή έχουν να αντιμετωπίσουν δύο αντίθετες και εχθρικές δυνάµεις: τη Ῥωσία υπό την προὔπόθεση ότι θα ανακτήσει τον παραδοσιακό έλεγχο που ασκούσε απὀ τα τέλη του περασμένου αιώνα στην περιοχή, και την Περσία, στο µέτρο που θα συνεχισθεί η αντιαμερικανική πολιτική της. Η Τουρκία αναλαμβανει να εξασφαλίσει τον αµερικανικο έλεγχο στην περιοχή χωρίς άµεση αντιπαράθεση µε τις ὃύο εχθρικές δυνάμεις, κυρίως µε Ρωσία, και χωρίς σοβαρά προβλήµατα για τα γεοϊδρυθέντα κράτη της περιοχής στην φάση της εθνογένεσης στην οποία έχουν εισέλθει µε κύριο συστατικό στοιχείο το Ισλάμ.

Ἡ περιοχή παρουσιάζει κάποια αναλογία µε τα Βαλκάνια του περασμένου αιώνα και των αρχών του σημερινού, όταν διάφορα νεοϊδρυθέντα κράτη, επί αιώνες τμήματα υπερεθνικών αυτοκρατοριών, έπρεπε να αποκτήσουν εθνική συνείδηση στηριζόµενα στις ιστορικές αναφορές της διανόησής τοὺς, στη γλώσσα και τη θρησκεία του λαού τους. Φυσικά ένα βασικό κομμάτι αυτής της εθνογένεσης ήταν η αντιπαράθεση των νεοσυσταθέντων κρατών για τον έλεγχο των περιοχών στις οποίες συνυπήρχαν διαφορετικές εθνικές οµάδες.

Ορατή όπως είπαμε ἤδη η διείσδυση της Τουρχίας στην περιοχή. Σε κυβερνητικό επίπεδο προωθούνται τόσο οι διμερείς σχέσεις µε χύριο άξονα τις οικονομικές συμφώνίες, όσο και η προσπάθεια σύστασης µιας εὖρείας ζώνης ειδικών σχέσεων, της οποίας ο ισχυρός οικονομικός εταίρος θα είναι η Τουρκία. Στο πεδίο αυτό έχει ἤδη σημειωθεί πρόοδος και έχουν οργανωθεί ἤδη Συναντήσεις Κορυφής στις οποίες τονίζεται ο ειδικός ρόλος που καλείται να παίξει η Τουρκία για την οικονομική ανάπτυξη της ευρύτερης περιοχής. Είναι φυσικό πως οι κινήσεις αυτές παρακολουθούνται µε ανησυχία τόσο από τη Ῥωσία όσο κυρίως από την Περσία η οποία από την πλευρά της προσπαθεί επίσης να εκμεταλλευτεί τα θρησκευτικά και πολιτιστικά στοιχεία που την συνδέουν µε την περιοχή, ένα µεγάλο µέρος της οποίας ιστορικά ανήκε πράγματι πάντα στον πολιτιστικό κόσµο της Περσίας. Στην αναμέτρηση αυτή µπορεί να πει κανείς ότι η Τουρκία έχει την αμέριστη συμπαράσταση της Δύσης κι αυτό αποτελεί το βασικό ατού της.

Στα πλαίσια αυτής της τουρκικής διείσδυσης, ιδιαίτερα πρέπει να επισημανθεί η πολιτιστική διάσταση στα πλαίσια µακροπρόθεσµων θεωρήσεων για την τουρκική παρουσία. Σε σπουδαστές των κρατών της περιοχής παρέχονται αθρόα υποτροφίες για σπουδές στα τουρκικά πανεπιστήµια ενώ παράλληλα καταβάλλεται κάθε προσπάθεια να πεισθούν οι κυβερνήσεις των νέων ανεξάρτητων κρατών να υιοθετήσουν το λατινικό αλφάβητο της κεµαλικής Τουρκίας έτσι ώστε να ισχυροποιηθεί η τουρκική επίδραση. Η πολιτιστική αυτή πολιτική υποβοηθείται από µια εξίσου εγεργό και αποτελεσματική πολιτική στα μαζικά µέσα επικοινωνίας που κορυφώθηκε µε τον δορυφόρο ΤΟΥΡΚΣΑΤ 1 που εξασφαλίζει τη μετάδοση των δορυφορικών προγραμμάτων σε κάθε γωνιά της Ασίας ενώ αναμένεται να τεθεί σε τροχιά και δεύτερος.

Ένα µεγάλο τµήµα του οικονομικού κατεστημένου της Τουρκίας επενδύει συνεπώς στην τουρκική διείσδυση σ᾿ αυτές τις περιοχές που, μολονότι αποτελούν περιορισμένες ακόµη αγορές λόγω της χαμηλής οικονοµικής ανάπτυξής τους, είναι σημαντικές εν τούτοις απὀ την άποψη των ενεργειακών πόρων που διαθέτουγ.

Ἐκτός όµως απὀ την καθαρά οικονομική πτυχή αυτής τῆς συγκεκριµένης ανάµειξης της Τουρκίας στα γεωπολιτικά δρώμενα της Κεντρικής Ασίας υφίσταται και ένα ιστορικό σκέλος, θα µπορούσαμε να πούμε, που είναι εξίσου σηµαντικό κι επεξηγεί άλλωστε και την συναισθηματική επίδραση που ασκεί σε μεγάλα στρώματα του τουρκικού πληθυσμού, όπως φαίνεται απὀ τις µεγάλες κινητοποιήσεις για το Αζερμπαϊτζάν παλιότερα και για την Τσετσενία σήµερα.

Μια επιστροφή του παντουρανισμού;

Από τα τέλη του περασμένου αιώνα όµως είχε αρχίσει, στα πλαίσια της καταρρέουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, µια γεγικότερη συζήτηση στους κύκλους των Τούρκων διανοούµενων και στους ηγετικούς κύκλους για το μέλλον και τις προοπτικές του τουρκικού έθνους µε φόντο το ενδιαφέρον που εκδηλώνονταν σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες για τις τουρκμενικές περιοχές της Κεντρικής Ασίας. Πολύ νωρίς εµφανίστηκε µια βασική διαφωνία: οι περισσότεροι υποστήριζαν ότι το μέλλον της Τουρκίας συνδέεται µε την συγκρότηση του τουρκικού εθνικού κράτους που θα εκσυγχρονιστεί µε τα εὐρωπαϊκά πρότυπα και θα συνδεθεί οριστικά µε τη Δύση, ενώ οι υπόλοιποι υποστήριζαν αντιθέτως ότι το µέλλον της είναι άρρηκτα συνδεδεμένο µε το παντουρκικό κίνημα που είχε αρχίσει να εκδηλώνεται κι ότι θα πρέπει κατά κύριο λόγο να στραφεί στους αδελφούς τουρκικούς πληθυσμούς των ασιατικών περιοχών που αποτελούν έτσι κι αλλιώς την πραγματική κοιτίδα του τουρκικού πολιτισμού. Κράτος-έθγος λοιπόν ἡ ένα άλλο κρατικό μόρφωμα που θα μπορούσε να καλύψει το κενό µιας παραπαίουσας -και τότε- Ρωσίας. (Δεν είναι αδιάφορο να υπενθυµίσουµε εδώ ότι ένα ανάλογο δίληµµα προοπτικών είχε προκύψει και στην Ελλάδα σχετικά µε την βασική αντίληψη για το μέλλον του ελληνισμού: εδαφική επέκταση του ελλαδικού κράτους ή Ανατολική Ομοσπονδία).

Με το κίνημα των Νεότουρκων οι συζητήσεις αυτές αποκτούν συγκεκριμένη πολιτική διάσταση και, ύστερα από εμφύλιες συγκρούσεις, σε µια περιοχή που καθίσταται ένα από τα βασικά µέτωπα των εµπολέµων του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου και µε την Τουρχία στο στρατόπεδο των νικηµένων, για τους ιστορικούς λόγους που δυστυχώς γνωρίζουμε καλά, οδήγησαν στην επικράτηση της φιλοδυτικής κεμαλικῆς πλευράς και στην εμφάνιση της σηµερινής Τουρκικής Δημοκρατίας’ ενός εθνικού κράτους µε µη θρησκευτικό χαρακτήρα και µε επίσηµη κρατική ιδεολογία που μεταξύ των άλλων πρεσβεύει τον εθνικώς αποκλειστικά τουρκικό χαρακτήρα των πολιτών του και την διεκδίκηση ως τουρκικής προέλευσης όλων των πολιτισμών οι οποίοι αναπτύχθηκαν στο έδαφος της σηµερινής Τουρκίας που, σε αντίθεση µε τους παντουρκιστές, αναγορεύτηκε έτσι σε προγονική εστία του τουρκικού λαού.

Οι σημερινές εξελίξεις στην κεντρική Ασία και η εμφάνιση των νέων ανεξάρτητων κρατών τουρκμενικής προέλευσης, παράλληλα µε τους κλυδωνισμούς που υφίσταται σήµερα από παντού το κεμαλικό κράτος, επιτρέπουν την επανεμφάνιση στο προσκήνιο παντουρκικών απόψεων που δεν έρχονται όµως πλέον αναγκαστικά σε σύγκρουση µε την επίσημη τουρκική πολιτική για την περιοχή αλλά αντιθέτως μάλιστα της προσφέρουν την αναγκαία για µια μακροπρόθεσμη παρουσία ιστορικῄ πολιτιστική κάλυψη.

Είναι πολύ νωρίς ακόµη για να υπάρξουν αποτελέσµατα αυτής τῆς τουρκικής διείσδυσης. Αν κρίνουµε μάλιστα από τις περιπέτειες της τουρκικής πολιτικής στο γειτονικό χώρο του Καυκάσου, µπορούμε να πούμε ότι µια πρώτη αισιόδοξη”. φάση της τουρκικής πολιτικῆς, ακολουθείται σήµερα από µια πιο προσεχτική πολιτική, βήμα προς βήμα, µε κύριο άξονα την οικονομική και την πολιτιστικῄ διείσδυση. Ένας πρώτος καρπός αυτής της πολιτικής είναι οι συμφωνίες που εξαγγέλθηκαν για την µεταφορά του κυρίου μέρους των πετρελαίων µέσω του τουρκικού εδάφους,

Φυσικά τα αποτελέσµατα αυτά θα εξαρτηθούν και απὀ την ικανότητα της Ρωσίας να επανεµφανιστεί δυναμικά στην περιοχή και να αποκαταστήσει τον στρατιωτικό κυρίως έλεγχό της. Ικανότητα που εξαρτάται απὀ το πώς θα λυθεί το πολιτικό της πρόβλημα και µε τί ταχύτητα θα προωθηθεί η οικονομική ανασυγκρότησή της.

Ανάγκη διαμόρφωσης µιας συγκροτηµένης άποψης

Ερωτήματα προκαλούνται επίσης και από την εσωτερική κρίση που διέρχεται σήµερα η Τουρκία. Κρίση που εμφανίζει ανάγλυφα κι ένα απαράδεκτα χαμηλό επίπεδο κατανόησης από την ελληνική πλευρά των βασικών οικονομικών και κοινωνικών διεργασιών της τουρκικῆς κοινωνίας.

Είναι πράγματι απαράδεκτο µια χώρα ποὺ αισθάνεται να απειλείται από µια γειτονική της να βρίσκεται σ᾿ αυτό το σηµείο ἁγνοιας για τα βασικά οικονομικο-κοινωνικά δρώμενα που χαρακτηρίζουν την άλλη χώρα.

Είναι αδιανόητο για παράδειγµα να µην υπάρχει στη χώρα µας Ινστιτούτο Τουρκικών Σπουδών πανεπιστημιακού επιπέδου µε βασικό αντικείμενό του την εξονυχιστική µελέτη κάθε σκέλους τῆς τουρκικής κοινωνίας ώστε να κατανοούνται -και να προκαταλαμβάνονται- οι θεμελιώδεις εξελέξεις της και να σταθµίζεται η δυναμική τους. Παρακολουθώντας τις αντιδράσεις του ελληνικού πολιτικού κόσμου σε κάθε περίοδο σοβαρής κρίσης, µα και τις αντιδράσεις μεγάλου τμήματος της κοινής γνώμης, έχει κανείς την εντύπωση πως η κυρίαρχη εικόνα για την Τουρκία είναι η παραδοσιακή που µας έχει κληροδοτηθεί απότην ιστορία. Αγνοούµε παντελώς τις συγκεκριμένες κοινωνικο-οικονομικές της διεργασίες που έχουν ριζικά μεταβάλει, για παράδειγµα, τη γεωγραφική διάρθρωσή τῆς µε τη συρροή εκατοµµυρίων ανθρώπων στις µεγάλες πόλεις και την επακόλουθη εγκατάλειψη ολόκληρων περιοχών, τη μετανάστευση στις ευρωπαϊκές χώρες εκατομμυρίων πολιτών της µε συνέπεια ένα πρωτοφανές ἆγοιγµα της χώρας αυτής στη σύγχρονη καπιταλιστική πραγµατικότητα, µε αναπόφευκτες σηµαντικές πολιτιστικές επιδράσεις στο εσωτερικό της, µε συνέπεια την εμφάνιση νέων κοινωνικών οµάδων µε φιλοδυτικό προσανατολισµό και την παράλληλη υποβάθµιση ολόκληρων κοινωνικών οµάδων που φυτοζωούν στις µεγάλες πόλεις της και γίνονται έτσι εύκολη λεία στα πολιτικά μηνύματα των οµάδων που µε τον έναν ή τον άλλο τρόπο συγκρούονται µε το κεμαλικό πρότυπο. Παράλληλα, η χώρα αυτή υφίσταται και τις βαθιές διεργασίες που συγκλονίζουν όλες τις μουσουλμανικές χώρες σ᾿ αυτή την περίοδο θρησκευτικής αναβίωσης ποὺ τις χαρακτηρίζει.

Πρέπει να γίνει κατανοητό από όλους, και κυρίως απὀ την υπεύθυνη πολιτική και στρατιωτική ηγεσία, πως µόνο η σαφής γνώση των εξελίξεων και τῆς κοινωνικοοικονοµικής δυναμικής της σηµερινής Τουρκίας µπορεί να επιτρέψει στη χώρα µας να εξαντλήσει όλες τις δυνατότητες για µια πραγματική ειρηνική συνύπαρξη µε τη γειτονική χώρα, στοχεύοντας στην ενίσχυση εκείνων των παραγόντων της τουρκικής κοινωνίας που είναι αντικειµενικά φορείς ειρηνικής πολιτικής, ενώ παράλληλα της επιτρέπει την δυνατότητα ψύχραιµης και αντικειµενικῆς εκτίμησης του κινδύνου που δημιουργούν οι διεργασίες που προωθούνται από τους φιλοπόλεµους κύκλους και κοινωνικές οµάδες της γειτονικής χώρας.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*

elGreek
elGreek